Κατηγορίες

Ποια ήταν η ελληνική συμμετοχή στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία;

Ποια ήταν η ελληνική συμμετοχή στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία;

Παρότι γενικά πιστεύεται ότι τα καλλιτεχνικά ρεύματα της Ευρώπης έρχονται στην Ελλάδα με αργοπορία, η προσεκτική εξέταση των δεδομένων δείχνει ότι τα ευρωπαϊκά λογοτεχνικά ρεύματα μπαίνουν στις ελληνικές περιοχές σε χρόνο φυσιολογικό, σε αρκετές περιπτώσεις μάλιστα ταχύτερα απ’ ό,τι κανονικά θα αναμενόταν.

Η ελληνική συμμετοχή στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία
Οι σχέσεις της νεοελληνικής λογοτεχνίας με τις λογοτεχνίες των άλλων χωρών της Ευρώπης είναι ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα θέματα της ιστορίας του νεοελληνικού πολιτισμού. Παρότι γενικά πιστεύεται ότι τα καλλιτεχνικά ρεύματα της Ευρώπης έρχονται στην Ελλάδα με αργοπορία, η προσεκτική εξέταση των δεδομένων δείχνει ότι τα ευρωπαϊκά λογοτεχνικά ρεύματα μπαίνουν στις ελληνικές περιοχές σε χρόνο φυσιολογικό, σε αρκετές περιπτώσεις μάλιστα ταχύτερα απ’ ό,τι κανονικά θα αναμενόταν. Παρά τις αντιδράσεις, ενίοτε ισχυρές, εκείνων που πίστευαν ότι η επαφή με την Ευρώπη θα αλλοίωνε τον νεοελληνικό χαρακτήρα, οι περισσότεροι Έλληνες λογοτέχνες είχαν πάντοτε στραμμένα τα μάτια τους στις λογοτεχνίες της Ευρώπης, από τις οποίες αντλούσαν στοιχεία για τη διαμόρφωση της καλλιτεχνικής και πνευματικής τους φυσιογνωμίας. Τα περισσότερα από τα μεγάλα έργα της λογοτεχνίας μας, από τα πιο αντιπροσωπευτικά της νεοελληνικής πολιτισμικής ταυτότητας, είναι προϊόντα αυτής της επιμιξίας με ευρωπαϊκά έργα (κυρίως ιταλικά, γαλλικά, αγγλικά και γερμανικά).
Η συνομιλία αυτή αρχίζει ήδη τον 14ο αιώνα. Τα υστεροβυζαντινά έμμετρα μυθιστορήματα (Βέλθανδρος και Χρυσάντζα, Λίβιστρος και Ροδάμνη, Φλώριος και Πλατζιαφλώρα κτλ.) και τα αφηγηματικά στιχουργήματα (Ο πόλεμος της Τρωάδος, Χρονικόν του Μορέως, Χρονικόν των Τόκκων) του 14ου και 15ου αιώνα, είτε είναι γραμμένα πάνω σε ευρωπαϊκά πρότυπα ή περιέχουν στοιχεία επαφής με τον κόσμο της δυτικής Ευρώπης. Η τουρκική κατάκτηση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας απέκοψε τις περισσότερες ελληνικές περιοχές από την πνευματική επικοινωνία με τη Δύση. Όμως ορισμένες από τις περιοχές που έμειναν έξω από την Οθωμανική επικράτεια, (η Κύπρος ως το 1571 και η Κρήτη ως το 1669) και οι οποίες βρίσκονται υπό ενετική κατοχή, όχι μόνο συνέχισαν αλλά και ενέτειναν τη λογοτεχνική επιμιξία. Με τα λογοτεχνικά έργα των περιοχών αυτών η ελληνική λογοτεχνία συμμετέχει στην ευρωπαϊκή Αναγέννηση: πρώτα με τα κυπριακά ερωτικά ποιήματα των μέσων του 16ου αιώνα, που αποτελούν την έκφραση ενός ελληνικού «πετραρχισμού», και έπειτα με τα έργα της ακμής (1580-1669) της κρητικής λογοτεχνίας τα οποία στηρίζονται σε ιταλικά πρότυπα (και περιέχουν και στοιχεία του μπαρόκ) (Βιτσέντζου Κορνάρου:Ερωτόκριτος· Γεωργίου Χορτάτση: Ερωφίλη, Πανώρια, Κατσούρμπος• Ανδρέα Ιωάννη Τρωίλου: Βασιλεύς Ροδολίνος κτλ.). Αλλά και σε άλλες περιοχές που είτε βρίσκονταν υπό ενετική κατοχή (Επτάνησα) είτε είχαν γνωρίσει επί μακρόν την ιταλική κυριαρχία (νησιά του Αιγαίου) γράφονται έργα κατ’ επίδρασιν των ιταλικών. Οι επτανησιακές τραγωδίες Ευγένα (1647) του Θεόδωρου Μοντσελέζε, Ζήνων (1682-83 αγνώστου), Ιφιγένεια και Θυέστης του Πέτρου Κατσαΐτη (αρχές του 18ου αιώνα) αναπαράγουν στοιχεία της όψιμης ιταλικής Αναγέννησης και του μπαρόκ. Στην τεχνοτροπία του μπαρόκ ανήκουν και τα Ιησουϊτικά δραματικά έργα της Χίου και των Κυκλάδων (δεύτερο μισό του 17ου και πρώτο μισό του 18ου αιώνα).
Η λογοτεχνική επικοινωνία με την Ευρώπη θα υπερβεί τα ιταλικά σύνορα, στα οποία κυρίως περιοριζόταν ως τα μέσα του 18ου αιώνα, για να επεκταθεί, από το 1750 ως και τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, και προς άλλες χώρες: προς τη Γαλλία (κυρίως), τη Γερμανία και την Αγγλία. Είναι η περίοδος κατά την οποία οι Έλληνες συγγραφείς προσπαθούν να συντονιστούν με το πνεύμα του Διαφωτισμού. Οι λογοτεχνικές τάσεις που καλλιεργήθηκαν κατά τη διάρκειά του είχαν τις υποδοχές τους στην ελληνική λογοτεχνία: ο κλασικισμός όχι μόνο διαμορφώνει τις κατευθύνσεις των Ελλήνων δραματικών συγγραφέων των αρχών του 19ου αιώνα (Αθανάσιος Χριστόπουλος, Ιάκωβος Ρίζος Νερουλός, Ιωάννης Ζαμπέλιος κ.ά.) αλλά και την ποίηση του Κάλβου· στις καλβικές ωδές και σε νεανικά ποιήματα του Σολωμού θα βρει απήχηση η οσσιανική ποίηση· ο βερθερισμός (απόρροια της θητείας του Γκαίτε στο κίνημα «Θύελλα και ορμή») θα γνωρίσει μιαν ελληνική μετάπλασή του με τον Λέανδρο του Παναγιώτη Σούτσου (1834).
Με την ίδρυση του ελληνικού κράτους (1830) και την προσπάθεια δυτικού εκσυγχρονισμού της ελληνικής κοινωνίας η πορεία της εισόδου των ευρωπαϊκών λογοτεχνικών ιδεών επιταχύνεται. Ο Ρομαντισμός, που είχε βρει κατά τη δεκαετία του 1820 πρόσφορο έδαφος στα Επτάνησα με τον Λάμπρο του Σολωμού, θα μπει ορμητικά στον ελλαδικό ποιητικό χώρο ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1830 με την ποίηση των Αλέξανδρου Ρίζου Ραγκαβή και Αλέξανδρου και Παναγιώτη Σούτσου, για να κυριαρχήσει ως το 1880 τόσο με την επτανησιακή (Σολωμός, Ιούλιος Τυπάλδος, Αριστοτέλης, Βαλαωρίτης, Γεράσιμος Μαρκοράς) όσο και με την ελλαδική εκδοχή του (ρομαντικοί δεύτερης γενεάς: Αχιλλεύς Παράσχος, Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος, Σπυρίδων Βασιλειάδης). Ισχυρότατη ήταν η απήχησή του και στην τότε αναπτυσσόμενη ελληνική πεζογραφία (Σούτσοι, Ιάκωβος Πιτσιπίος, Ραγκαβής, Παύλος Καλλιγάς, Εμμανουήλ Ροΐδης κ.ά.). Ο Παρνασσισμός θα κάνει μια πρώτη εμφάνισή του στις δεκαετίες του 1860 και 1870 με τη στροφή της ποίησης του Ραγκαβή προς κλασικιστικές κατευθύνσεις, για να διαμορφωθεί σε ποιητική τάση του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα με ποιήματα των Κωστή Παλαμά, Γεωργίου Δροσίνη, Κ.Π. Καβάφη, Ιωάννη Γρυπάρη, Άγγελου Σικελιανού, Κώστα Βάρναλη κ.ά. Την ίδια εποχή μια νέα κατεύθυνση του Ρεαλισμού, ο Νατουραλισμός (που απεικόνιζε τη δύναμη όχι μόνο των κοινωνικών συνθηκών αλλά και της φύσης και των ενστίκτων), είτε με τη γαλλική του μορφή (Ζολά), είτε με τη γερμανική (Χάουπτμαν), τη σκανδιναβική (Ίμπσεν, Χάμσουν) και τη ρωσική (Τουργκιένιεφ, Ντοστογιέφσκι) θα κατευθύνουν ορισμένες από τις «ηθογραφικές» αναζητήσεις της πεζογραφίας (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Μιχαήλ Μητσάκης. Ιωάννης Κονδυλάκης, Κωνσταντίνος Χατζόπουλος. Κωνσταντίνος Θεοτόκης) ή της δραματουργίας (Γιάννης Καμπύσης, Γρηγόριος Ξενόπουλος, Παντελής Χορν). Στο τέλος του 19ου αιώνα εισάγεται και ο Συμβολισμός, που θα αναπτυχθεί (ως και τη δεκαετία του 1930) σε ρεύμα στο οποίο συμπλέουν με ολόκληρο ή με μέρος του έργου τους ποιητές όπως οι Καμπύσης, Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, Παλαμάς, Μιλτιάδης Μαλακάσης, Τέλλος Άγρας (αλλά και η «μαλλαρμεϊκή» και η «βαλερική» του έκφραση έχουν στην Ελλάδα τους καλλιεργητές τους: τους Απόστολο Μελαχρινό και Καίσαρα Εμμανουήλ η πρώτη, και τον Γιώργο Σεφέρη των πρώτων του ποιημάτων η δεύτερη).
Με την εξαίρεση του Ντανταϊσμού, ο οποίος άλλωστε δεν είχε ευρύτερη απήχηση πέρα από τον κύκλο που σχηματίστηκε γύρω από τους ιδρυτές του, τα μοντέρνα κινήματα μπαίνουν, και μάλιστα γρήγορα, στην Ελλάδα και συμβάλλουν στον νεοτερικό μετασχηματισμό της ποίησής της (1910-1940)· λιγότερο ο Φουτουρισμός (που μετά την ασθενική απήχησή του στη δεκαετία του 1910, θα βρει αισθητότερη ανταπόκριση, κατά τη δεκαετία του 1930, κυρίως σε ποιήματα του Νικόλαου Κάλα), και περισσότερο ο Υπερρεαλισμός και ο αγγλοσαξωνικός Μοντερνισμός, που θα διασταυρωθούν γόνιμα με τις ανανεωτικές αναζητήσεις των ποιητών της γενιάς του ’30 και θα ασκήσουν μεγάλη επίδραση στους ποιητές των μετέπειτα γενεών: ο Υπερρεαλισμός με την εμφάνισή του στην ποίηση των Ανδρέα Εμπειρίκου και Νίκου Εγγονόπουλου, και με την ανάπλαση ορισμένων στοιχείων του από τον Οδυσσέα Ελύτη· και ο αγγλοσαξωνικός Μοντερνισμός με την εφαρμογή ορισμένων βασικών αρχών του από τον Σεφέρη. Η πεζογραφική νεοτερικότητα (κυρίως οι εκφραστικοί τρόποι του Τζέημς Τζόυς και οι εσωτερικές αναζητήσεις του Αντρέ Ζιντ) βρήκε ανταπόκριση, ως ένα βαθμό, στην πεζογραφία της γενιάς του ’30.
Οι Έλληνες ποιητές του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα, παρά τη συνομιλία τους με τη σύγχρονη ξένη ποίηση (ευρωπαϊκή και αμερικανική) συνεχίζουν τη νεοτερική έκφραση που διαμόρφωσαν οι ποιητές της γενιάς του ’30. Οι πεζογράφοι παρακολουθούν τις αφηγηματικές κατευθύνσεις της Ευρώπης, παρότι τις δύο τελευταίες δεκαετίες η γοητεία που ασκούν πάνω τους οι υπερατλαντικές αναζητήσεις (τόσο η νοτιοαμερικανική όσο και η βορειο¬αμερικανική) είναι ορατή.
***
Η νεοελληνική λογοτεχνία ήταν πάντοτε ένας δέκτης των λογοτεχνικών κινημάτων της Ευρώπης, δεν υπήρξε ποτέ πομπός: καμία από τις λογοτεχνικές διαθέσεις που δημιουργήθηκαν στην Ελλάδα ανεξάρτητα από την ευρωπαϊκή επίδραση δεν μπόρεσε να αναπτυχθεί σε ρεύμα ικανό να ξεπεράσει τα ελληνικά σύνορα. Ήταν και η δυσκολία της ελληνικής γλώσσας που δεν ενθάρρυνε τη μετάφραση ελληνικών έργων. Ωστόσο θα μπορούσε να αναφέρει κανείς κάποιες περιπτώσεις που συνθέτουν μια, μικρή έστω, νεοελληνική συμβολή στις αναζητήσεις της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας. Η γενικότερη συνεισφορά των βυζαντινών λογίων στην ευρωπαϊκή Αναγέννηση δεν έχει άμεση σχέση με τη λογοτεχνία και δεν χρειάζεται να εξεταστεί. Θα μπορούσε όμως να αναφερθεί ο Κωνσταντινουπολίτης Μιχαήλ Μάρουλλος Ταρχανιώτης (1453-1500), που βοήθησε στην ανάπτυξη του ζωντανού ποιητικού κλασικισμού της με τα λατινικά ποιήματά του (επιγράμματα, ύμνοι, ελεγείες), τα οποία θαυμάστηκαν τόσο στην εποχή τους, ώστε εξήντα χρόνια μετά τον θάνατό του ο αρχηγός της Πλειάδος Πιερ Ρονσάρ να γράψει ένα ποίημα υμνητικό της ποιητικής του τέχνης. Θα μπορούσε ίσως να αναφερθεί και ο Ούγκο Φόσκολο, που έγινε ο σημαντικότερος Ιταλός ποιητής των αρχών του 19ου αιώνα και που το έργο του είχε απήχηση σε άλλους Ευρωπαίους ποιητές. Ο Φόσκολο βέβαια, όπως άλλωστε και ο Μάρουλλος, δεν έγραψε ποιήματα στα ελληνικά, γιατί έφυγε μικρός από τη Ζάκυνθο και απορροφήθηκε από την ιταλική κουλτούρα. Όμως ο Ζαν Μορεάς, σημαντικός ποιητής του γαλλικού Συμβολισμού (ρεύματος υπερευρωπαϊκών διαστάσεων) και συντάκτης του μανιφέστου του, ξεκίνησε ως Έλληνας ποιητής (Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος), αφού το πρώτο ποιητικό του βιβλίο, που το εξέδωσε στην Αθήνα πριν εγκατασταθεί στη Γαλλία, είναι γραμμένο στα ελληνικά. Ο Μορεάς υπήρξε, επίσης, μετά τη θητεία του στον Συμβολισμό, ιδρυτής της «Ρωμανικής Σχολής» (1891), η οποία ζητούσε να ανακτήσει τις ποιητικές αξίες της κλασικής γαλλικής παράδοσης του 16ου και 17ου αιώνα, και η οποία είχε αισθητή απήχηση στη γαλλική ποίηση του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα.
Η συμβολή των ποιητών αυτών στις αναζητήσεις της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας θα μπορούσε, ενδεχομένως, να θεωρηθεί ελληνική μόνο λόγω της ελληνικής καταγωγής τους, αφού δεν πραγματοποιείται με έργα γραμμένα στην ελληνική γλώσσα. Βέβαια υπάρχουν και άλλοι συγγραφείς ελληνικής καταγωγής, που απέκτησαν ένα όνομα στη χώρα της γλώσσας στην οποία έγραψαν (λ.χ. η Ζιζέλ Πρασινός στη Γαλλία ή ο Θεόδωρος Καλλιφατίδης στη Σουηδία), όμως η σημασία και η απήχηση του έργου τους δεν είναι τέτοια, ώστε να μπορούμε να πούμε ότι η συμβολή τους είναι ευρωπαϊκών διαστάσεων. Ακόμη, υπάρχουν, εκτός του Μορεάς και αρκετοί άλλοι Έλληνες συγγραφείς δίγλωσσοι — λ.χ. οι Σολωμός, Κάλβος, Γιώργος Σαραντάρης, που έχουν και ιταλικό ποιητικό έργο, ή οι Γιάννης Ψυχάρης και Νικόλαος Επισκοπόπουλος, που έχουν πεζογραφικό έργο και στα γαλλικά. Όμως, το έργο αυτό δεν προσφέρει κάτι το καινούριο ή το σημαντικό στη λογοτεχνία της γλώσσας στην οποία έχει γραφεί.
Τα μόνα ελληνικά λογοτεχνικά έργα που πρόσφεραν κάτι το οποίο καρποφόρησε σε ξένο λογοτεχνικό έδαφος, έτσι ώστε να μην αποτελούν μίαν απλή προσθήκη στο σώμα της ευρωπαϊκής (και όχι μόνο) λογοτεχνίας αλλά και να μπορούν να θεωρηθούν γονιμοποιά και αντιπροσωπευτικά του ευρωπαϊκού πνεύματος, είναι τα έργα του Καβάφη, του Καζαντζάκη και του Σεφέρη. Η ποίηση του Σεφέρη έχει ασκήσει κάποιαν επίδραση κυρίως σε αγγλόφωνους ποιητές, χάρη —πρωτίστως— στους τρόπους με τους οποίους πραγματεύεται τους αρχαίους ελληνικούς μύθους. Τα μυθιστορήματα του Καζαντζάκη (αλλά και ηΟδύσσειά του) δεν διαβάζονται μόνο ως ενδιαφέρουσες εκφράσεις ενός ελληνικού (κρητικού) «εξωτισμού», αλλά— όπως συνάγεται από ομολογίες νεότερων ξένων συγγραφέων— περιέχουν και στοιχεία που ενισχύουν τον συγγραφικό προβληματισμό τους. Όσο για τον Καβάφη, ο παράτονος μοντερνισμός του και η ιδιότυπη ειρωνεία του κάνουν τη φωνή του τόσο γοητευτική, που έχει πλουτίσει την ποίηση, όχι μόνο της Ευρώπης, μ’ έναν νέο τόνο. Ο Καβάφης είναι ο Έλληνας συγγραφέας με τη μεγαλύτερη διεθνή απήχηση.

 ΠΗΓΗ: Ψηφιακό Σχολείο

Αναρτήθηκε: 09/07/16 23:15

 
Ο Ελληνισμός και η Ορθοδοξία είναι δύο ράγες της Ιστορίας πάνω στις οποίες κινείται το όχημα του Ελληνο-Χριστιανικού Πολιτισμού σε μια ατέρμονη πορεία προς την αιωνιότητα!... Λαός που περιφρονεί τις πέτρες και τα χαρτιά του είναι καταδικασμένος ν’ αυτοκτονήσει!..
 
Συνεντεύξεις του Άγγελου Σακκέτου, ως καταστάλαγμα μιας δημοσιογραφικής πορείας 35 περίπου ετών!... Ένας αγώνας δρόμου για την αναζήτηση της αλήθειας και μόνον της αλήθειας.. Την "αληθινής αλήθειας", όπως μάθαμε να λέμε στην δική μας Ελληνική Δημοσιογραφία!..
 
Διαλέξεις και Ομιλίες, έτσι όπως ακριβώς εδόθησαν στο παρελθόν σε διάφορα Πνευματικά Κέντρα, Συλλόγους, Σωματεία και διάφορα Ιδρύματα των Αθηνών ή της Περιφέρειας, ιδίως για θέματα σχέσεων Ελληνισμού και Ορθοδοξίας!..
 
Θύμησες και αναμνήσεις!... Νοσταλγικές ιστορίες, που φαντάζουν σήμερα σαν παραμύθι!.. Εκπληκτικές εμπειρίες και διηγήματα ή αφηγήσεις από διάφορους ανθρώπους, που έζησα ή γνώρισα στο διάβα της ζωής μου!.. Όλα εκείνα τα γεγονότα, που πέρασαν από τη φτωχική μου ζωή, ιδίως στο χωριό μου!
Αναζήτηση
Search
Newsletter
Για να λαμβάνετε newsletter παρακαλώ στείλτε μας το email σας!

Είσοδος χρηστών