07/10/17 19:46 - Τι αποκαλύπτει ο Φώτης Κόντογλου για ένα άγνωστο χειρόγραφο;

 

Τι αποκαλύπτει ο Φώτης Κόντογλου για ένα άγνωστο χειρόγραφο;

Ιστορία απίστευτη βγαλμένη από κάποιο χειρόγραφο, που βρέθηκε στο Οπόρτο, και ζωγραφισμένη από τον Φώτη Κόντογλου. Διαβάστε τον πρόλογο του κειμένου!..

Αφιερώνεται στον ΑΝΤΡΕΑ ΤΡΙΓΓΕΤΑ

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Αν βγάλουμε έξω τη θερμή θέση που έχω μέσα στην καρδιά ένα δυονώ μοναχά, για τους άλλους, όπως στάθηκα πάντα μακριά τους, πέρασα για ένα κεφάλι γεμάτο καπρίτσια. Η αλήθεια είναι πως είμαι ένας άγριος άνθρωπος, σκέτος. Ώρες ώρες μου φαίνεται πως είμαι γερό κεφάλι· πολλές φορές πάλι βλέπω καθαρά πως δεν είμαι τίποτε περισσότερο από έναν άνθρωπο με απλή γνώμη.
Μιλώ έτσι ενώ μέσα μου είναι όλα ήμερα. Περνώ τις μέρες μου απάνου κάτου μοναχός. Είχα μεγάλη αγάπη για τα βιβλία στα μικρά μου χρόνια, αλλά γενικά δεν ήμουνα διόλου από κείνους τους ανθρώπους που κάνουν τους άλλους να περιμένουν απ’ αυτουνούς τίποτα· γι’ αυτό είναι ένα πράγμα ολότελα ανέλπιστο για μένα να τυπώσω ένα βιβλίο· εγώ ο ίδιος απορώ πώς ταίριαξε έτσι. Στ’ αλήθεια, ένα βιβλίο μου αρέσει, μπορώ να πω, όσο ένα ταξίδι με πανιά απάνου σε αφρισμένη θάλασσα· είναι βιβλία που κάνουν να χορεύει ο κόσμος μπροστά μου μίαν ολάκερη βδομάδα.
Ζω, όπως είπα, μοναχός. Κανένας ίσως δε θα βρίσκεται, όταν θα διαβάζει το βιβλίο μου, στην κατάσταση που βρίσκουμαι εγώ, τώρα που γράφω· σε πολλά δε θα με καταλάβει, εξαιτίας της διαφορετικής ζωής που ζούμε. Είμαι όξω απ’ όλην εκείνη τη βουή, που δίνει στον άνθρωπο της πολιτείας την ιδέα πως ζει και πως συλλογίζεται.
Κατοικώ απάνου σ’ ένα ανεμόδαρτο βουνό. Όλη τη μέρα κάτου από τα μάτια μου η θάλασσα διπλώνει και ξεδιπλώνει τα κύματά της, και τη νύχτα ακούω μονάχα τη βουή της. Στην πολιτεία κατεβαίνω σπάνια· ανάμεσα στους ανθρώπους χάνω το θάρρος μου, όπως το σκυλί που φυλάγει τα πρόβατα στο βουνό.
Εδώ, στο νησάκι μου, είμαι βασιλιάς. Περπατώ με μεγάλα βήματα, είμαι στο κέφι, και καταλαβαίνω το Θεό και τους προγόνους μου να μου κρατάν σιωπηλή συντροφιά. Σηκώνουμαι πολύ πρωί και κάνω ένα μικρό περίπατο γύρω στο μεγάλο και παράξενο βράχο, που κρέμεται απάνου απ’ το σπιτάκι μου. Έτυχε, με σεισμό, να τον ακούσω να τρίζει απάνου απ’ το κεφάλι μου. Το καλοκαίρι, σαν κάνει ζέστη τ’ απομεσήμερο, πάω και ξαπλώνουμαι στον ίσκιο του, και το μάτι μου βάζεται να λογαριάζει το ανιστόρητο βάρος που κρέμεται στον αγέρα. Με πιάνει ζάλη και μου φαίνεται πως ξεφεύγει το κούτελο μου.
Κάπου κάπου, βγαίνουν στη στεριά ένα δυο ψαράδες και μιλούμε για τα βάσανα του κόσμου. Γνωρίζω τις βάρκες τους από δύο μίλια, και τις σεργιανίζω είτε σαν αρμενίζουν με τα πανιά τους είτε σαν ρίχνουν τα δίχτυα μέσα στο μπουγάζι. Τούτοι οι φουκαράδες είναι οι φίλοι μου, ακόμα ένας καραβομαραγκός, που φτιάνει τη φελούκα μου, δυο βοσκοί, ένας ζευγάς κι οι δικοί μου. Δουλεύουμε όλοι μας για να μας δώσει το ψωμί μας είτε η στεργιά είτε η θάλασσα. Ξέρουμε πως ο μεγάλος Θεός ρίχνει με σπλαχνιά το μάτι του απάνω μας, όταν πηγαινοέρχουνται τα βόδια μέσα στα μαύρα αυλάκια σιμά στ’ ακρογιάλι, και παρέκει τα ψαροκάικα δουλεύουν βιαστικά στον αργαλειό, όπως οι αράχνες μόλις χτυπήσει ο ήλιος στο εργόχειρό τους. Περπατάω σαν πιωμένος απάνου στις αυλακιές· μια δυνατή πνοή αχνίζει απ’ τη γης και με μεθά· πάγω κι αδράχνω την αλετρόχερη απ’ το χέρι του ζευγά και δουλεύω μαζί με τα βόδια μου.
Μέσα σε τέτοια τιποτένια πράματα, δεν μπορεί κανένας να ’χει μεγάλες ιδέες. Ωστόσο, στο καλύβι μου περνώ πολλές ώρες χωρίς δουλειά, κι έρχουνται στο κεφάλι μου τόσα παράξενα πράματα, που απορώ κι εγώ ο ίδιος.
Από πάνου απ’ το νησί μου είναι ανοιχτά τα ουράνια! Απάνω σε τούτους τους βράχους πέρασα τα παιδικά μου χρόνια, όπως οι παλαιότεροι της γενιάς μου. Έμαθα να βλέπω με το μάτι του αγριμιού, που ζει μέσα στη μεγάλη λευτεριά του Θεού, και δε μου είναι μπορετό να καταλάβω πολλά πράματα απ’ εκείνα που έχουν μέσα στο κεφάλι τους οι άνθρωποι της πολιτείας.
Συχνά φχαριστώ τους προγόνους μου, που μ’ άφηκαν το μοναχικό νησάκι ετούτο για να τραβηχτώ και να ζήσω με ειρήνη. Ειρήνη! Ειρήνη! Βαθιά δροσερή λίμνη!
Από μικρός έφυγα με τη μανία να δω τα μακρινά μέρη της σφαίρας. Τώρα πια δεν πιθυμώ τίποτα· το μάτι μου ζητά μοναχά ένα κομμάτι βουνό και μια στενή λωρίδα θάλασσα.
Μέσα στην ιστορία, που τυπώνω παρακάτου, ένας ερημίτης γράφει: «Και η αγάπη από μέρος των ομοίων μου θα ’ταν για μένα μιαν ανυπόφορη ανησυχία.» Αυτός ο Σπανιόλος είναι μέσα στην καρδιά μου, γιατί αυτά τα λόγια εγώ δε θα μπορούσα να τα βρω ποτές μου. Οι Σπανιόλοι μου αρέσουν, μου αρέσουν ακόμα οι Μπρετόνοι κι οι νησιώτες του ελληνικού πελάγου. Περισσότερο όμως μου αρέσει η ερημιά. Τώρα θέλω να ξεκουραστώ. Πέρασα ένα χειμώνα στη Βαρκελώνα, ένα χρόνο στο Πόρτο, άλλο τόσο στο Σεν Μαλό και στο Καλβαντός, στη Ντορντόνια λίγους μήνες, στο Παρίσι απάνου από τρία χρόνια. Είδα περαστικός τη Σενεγκάλη και τη Λιμπερία, τραβώντας για την Αγκόλα. Έγραψα του εξερευνητή Σάκλετον, παρακαλώντας τον να στρέξει να πάω μαζί του στο Νότιο Πόλο, μα δεν έγινε τρόπος[1]…
Αυτή τη στιγμή μου φαίνεται πως βλέπω αντίκρυ, απάνου στον τοίχο, την Κονκόρντ του Παρισιού γεμάτη νευρικό κόσμο που μυρμηγκιάζει, μελανιασμένος από το κρύο.
Εγώ τρίβω τα χέρια μου μέσα στο ζεστό καλύβι μου, διαβάζοντας το Ροβινσών Κρούσο.
Ο Ροβινσών Κρούσος! Το βιβλίο τούτο του Δανιήλ Ντι Φόου μου είναι πάντα αχώριστο. Τώρα που γράφω, το βλέπω να κιτρινίζει ανάμεσα στα λίγα βιβλία μου. Είναι τυπωμένο, πυκνά πυκνά, απάνου σ ένα σκούρο χαρτί σαν καπνισμένο. Μυρίζει σαν παλιό ναυτικό έγγραφο. Το ύφος του είναι απλό. Εκεί μέσα δεν μπορεί να βρει κανείς καν μια λέξη γραμμένη από ποιητή· καν μια φράση δε βγαίνει όξω απ’ το μέτριο. Ένα σωρό λογαριασμοί από μοαδόρες, κάμποσες λίστες που λες πως τις τράβηξε απ’ το τεφτέρι ενός έμπορα, συνομιλίες απ’ τις πιο συνηθισμένες, απ’ τις καθημερινές, που πέφτουν συχνά σε μιαν ανυπόφορη πολυλογία, από τέτοια είναι γεμάτο το βιβλίο του Ντι Φόου. Ωστόσο, σε κανένα από τα βιβλία του ίδιου είδους που ήρταν στα χέρια μου δε βρίσκω μια κάποια ουσία που είναι εκεί μέσα κάτι τις περισσά θετικό, όσο θετικό μπορεί να γίνει ένα γράψιμο τέχνης. Η εντύπωση πως είναι δεμένη η ιστορία του με σπάνια μαστοριά, είναι μοναδική. Το ύφος του είναι συμπαθητικό, γιατί είναι απλό. Ο Ντι Φόου είναι ένας άνθρωπος που ξέρει καλά τι θέλει να πει, και το λέγει μ’ έναν τρόπο, που να μένει μ’ εκείνον που το διαβάζει σύμφωνος πως δε χρειάζεται περισσότερο. Του λείπουν τα έξυπνα πυροτεχνήματα που συνηθίζουν όσοι γράφουν βιβλία. Τόσο πιτυχημένα είναι τα λόγια του, που λες: δε θα μπορούσε κανένας να τα πει πιο καλά. Έτσι αρχίζει το ημερολόγιο του ο Ροβινσών:

«30 Σεπτεμβρίου 1659

Εγώ, ο φουκαράς Ροβινσών Κρούσος, ναυάγησα στο πέλαγο μέσα σε μιαν άγρια φουρτούνα, κι αφού πνίγηκε όλο το τσούρμο, όντας μισοπεθαμένος κι εγώ ο ίδιος, ρίχτηκα απάνου σ’ αυτό το ξερόνησο, που το ονόμασα Νησί της Απελπισίας.»
Καταλαβαίνεις τον άνθρωπο. Μ’ όλο που το θέμα του είναι περιγραφικό, του λείπει ολότελα η περιγραφή. Δεν καταπιάνεται καθόλου να ζωγραφίσει τα δάση των τροπικών· λέγει απάνου κάτου ότι θα ’λεγε ένα ξερό βιβλίο του σχολείου. Και όμως, ανεξήγητο θάμα, μονάχα μες στο Ροβινσών Κρούσο καταλαβαίνω να φλογοβολά ο ήλιος της Βραζιλίας. Μ’ όλη την ανεπιτηδειότητα που έχει στη ζωγραφιά, η ιστορία του είναι γεμάτη από πρόσωπα, που ζουν με απίστευτη φυσικότητα, ένα σωρό τύποι του καιρού του, θαλασσινοί, έμποροι, σκλάβοι, κουρσάροι. Μυρίζει σαν ρούμι και σαν μουχλιασμένο αμπάρι.
Λίγα γραψίματα βρήκα έτσι τεχνικά όσο το κομμάτι που θέτω παρακάτου:

«Θέλησα λοιπόν τότες να γίνω κι εγώ έμπορος στη Γκουινέα και, για την κακή μου τύχη, επειδής ο φίλος μου πέθανε λίγο διάστημα ύστερ’ απ’ τον ερχομό του, αποφάσισα να καταπιαστώ ακόμα ένα ταξίδι και μπαρκάρισα στο ίδιο καράβι...
»Ποτές δεν έγινε ταξίδι έτσι άτυχο, γιατί, αν και δεν πήρα απάνου μου σωστές 100 στερλίνες από την καινούργια μου περιουσία, αφήνοντας 200 στη χήρα του φίλου μου, που στάθηκε πολύ πιστή, δεν έπαψα να πέφτω σε τρομερές ατυχίες. Το καράβι μας, ενώ αρμένιζε κατά τις Κανάριες ή, καλύτερα, ανάμεσα σ’ αυτά τα νησιά και στη στεριά της Αφρικής, έπεσε, προς την αυγή, απάνου σ’ έναν κουρσάρο Τούρκο του Σαλέ, που μας κυνήγησε μ’ όλα τ’ άρμενα που μπορούσε να κάνει. Για να τον περάσουμε, βαρθήκαμε κι εμείς να ισάρουμε όσα πανιά μπορούσαν να πάρουν οι αντένες και να σηκώσουν τ’ άλμπουρά μας· αλλά, βλέποντας πως ο κουρσάρος κέρδιζε δρόμο ολοένα και πως σε λίγο θα μας έφτανε, ετοιμαστήκαμε να τον χτυπήσουμε· το καράβι μας είχε δώδεκα κανόνια, κι εκείνος είχε δεκαοχτώ.
»Κατά τις τρεις, απάνου κάτου, τ’ απομεσήμερο, μπήκε στα νερά μας και μας χτύπησε, κατά λάθος, από τη μπάντα, αντί να πέσει απάνου μας από την πρύμη, όπως ήθελε· ρεγουλάραμε οχτώ απ’ τα κανόνια μας, απ’ αυτή τη μπάντα, και του στείλαμε μια φωτιά που τον έκανε να τραβηχτεί, αφού απάντησε στα κανόνια μας κι έριξε μια μπαταριά απάνου κάτου από διακόσια μουσκέτα που είχε απάνω του. Μολαταύτα, όπως είχαμε πιάσει μετερίζι όλοι μας, ένας καν από τους δικούς μας δεν έπαθε. Ετοιμάστηκε να μας χτυπήσει ξανά, κι εμείς ξανά να φυλαχτούμε· αλλά τούτη τη φορά, πέφτοντας δίπλα μας απ’ την άλλη μπάντα, έριξε εξήντα άντρες απάνου στην κουβέρτα μας, που ευτύς έκοψαν και λασκάρισαν τα ξάρτια μας. Τους πέσαμε με τη λόγχη, με τα μουσκέτα και με τις μπόμπες με μια τέτοια μανία, που τους διώξαμε δυο φορές απ’ την κουβέρτα μας. Στο τέλος, για να συντομέψω το λυπηρό αυτό μέρος της ιστορίας μας, αφού έπεσε το καράβι μας στα χέρια τους και σκοτώθηκαν απ’ τους δικούς μας τρεις και λαβώθηκαν οχτώ, στενευτήκαμε να παραδοθούμε, και μας φέρανε όλους σκλάβους στο Σαλέ, λιμάνι που το κρατούσαν οι Μόροι.»

Ο Ροβινσών Κρούσος δεν αξίζει ένα άσπρο για τους διαβασμένους• για κείνους που φιλολογούν. Για λογαριασμό μου, όσο κι αν τον συμπαθώ, μη τυχόν πάρει κανένας πως τον φέρνω ωσάν μέτρο. Έτσι θα ’δειχνα πως οι απαιτήσεις μου από ένα γράψιμο είναι περιορισμένες. Ίσα ίσα, κείνο που κάνει στα μάτια μου την τέχνη πολύτιμη, είναι η απόλυτη ελευθερία που έχει να σοφίζεται και να φτιάνει πράματα που δεν υπήρχαν πριν να τα φτιάξει• νέα πράματα κι όλο νέα κι όλο νέα. Μολαταύτα η θετικότητα, η στενή θετικότητα του Ντι Φόου, είναι θησαυρός δυσεύρετος. Τα ωραιότερα βιβλία που διάβασα (πάντα αυτού του είδους) είναι γραμμένα από ανθρώπους που δεν έχουν την ιδέα πως συγγράφουν. Τέτοια βρήκα στα εγγλέζικα, προ πάντων ημερολόγια κυνηγιού, αρπαγμένα με οικονομία, του καιρού, του χαρτιού, του μελανιού και της φαντασίας· είναι γραμμένα από ανθρώπους, που συχνοχτυπά η καρδιά τους απ’ τη συγκίνηση, που πιάνουν να ιστορήσουν. Δεν είναι οι ακριβοί ρεμβασμοί κάποιου τεμπέλη, που τον τρώγει η έννοια με τι τρόπο να πει ό,τι θέλει να πει, ενώ καλά καλά δεν έχει να πει τίποτα.
Ύστερ’ από τούτα τα λόγια που στενεύτηκα να πω, βγαίνει μονάχη της στη μέση η αντιπάθειά μου για τα πιότερα βιβλία που γράφουνται στις μέρες μου, όπως είναι μπόσικα, επιδειχτικά, γυμνά από μαστοριά. Για όνομα! Για όνομα! Τούτοι οι κύριοι γράφουν όχι μέτρια πράματα (μακάρι) - τούτοι οι κύριοι γράφουν άσκημα πράματα. Χτυπιούνται χωρίς ανάπαψη αναμεταξύ τους, για ιδέες και για το σαρίκι του σουλτάνου της Βαβυλώνιας, για να μη σκάσουν από πλήξη.
Η τέχνη! Οι ιδέες! Τι σιχαμένη εκπόρνεψη! Παντού, απ’ όπου στρίψω, πετιέται μια θεατρίνα, κι αυτή η κουτή θεατρίνα παριστάνει την τέχνη, τάχα. Η μεγάλη έννοια τους είναι να ρίχνουν στο λέγειν τους μπόλικα επίθετα με χουβαρτάδικο χέρι, όπως οι Τούρκοι μάγειροι κάνουν με τα μπαχάρια. Αηδιάζει κανένας με την αντιπαθητική τούτη επιτήδεψη. Μπορείς να βρεις, μέσα σ’ αυτά τα τυπωμένα γυναικολογήματα, υπηρέτριες που μιλάνε με πομπή και με δόξα, λες και είναι τίποτα γέροι θεατρίνοι της Νεάπολης, που μιλάνε μέσα σε μια παρέα από πρόσωπα που τους θαυμάζουνε.

Γυρίζω και ξαναδιαβάζω τα όσα έγραψα παραπάνου. Είπα τόσα πράματα που δεν είχα κατά νου καν να τ’ αγγίξω. Το ’κανα με λύπη μου· και λέγω με λύπη μου, όχι από νεροκέφαλη ευγένεια, αλλά γιατί νοιάζουμαι περισσά για την ομορφιά του βιβλίου μου, κι αυτά τα πράματα, που έχω την ιδέα πως ασκημίζουν άλλα, ασκημίζουν και το δικό μου στανικά.
Ωστόσο, τίποτα δε μου πειράζει τα νεύρα όσο ο σωβινισμός σ’ έναν άνθρωπο της τέχνης. Η φανατική και κουτή τούτη προσήλωση σε μικρόν κύκλο, καταντά να λογαριάζεται για αρετή στους περισσότερους λαούς. Αυτή είναι η αιτία που κάνει να επικρατούν τα μέτρια έργα.
Αλίμονο! Δεν μπορεί κανένας να δείξει πως τον συγκινά κάτι τι από τα τόσα μεγάλα πράματα που περνούν μακριά μας. Τούτοι οι άνθρωποι είναι, όπως λένε οι Τούρκοι, «ψάρια του λιμανιού». Ξέχασαν πια πως η γης γυρίζει, πως οι πόλοι της είναι σκεπασμένοι από πάγους που ασπρίζουν ως τα μάτια κάποιου που παρατηρά το άστρο μας απάνου απ’ το φεγγάρι, πως τα άγρια άλογα πλανιούνται με ορθές χαίτες μέσα στους απέραντους κάμπους του Καναδά, πως αυτή τη στιγμή ένα κύμα σκάζει απάνου στην Καλή Ελπίδα, σκεπάζοντας με αφρούς μια ολάκερη πολιτεία.
Έτσι, άδικα θα ζητήσεις μέσα στα περισσότερα τυπώματα εκείνο που μπορεί να ονομάσει κανένας σοφία του βιβλίου, την εγκυκλοπαίδεια, στη φυσική είτε στην ιστορία.
Για μένα, ο καλλιτέχνης έχει τη ζωηρή εντύπωση πως ζει μέσα σ’ ένα άπειρο. Έτσι μονάχα βγαίνει όξω από τα στενά σύνορα της εποχής και της πατρίδας, και υψώνεται στο μοναδικό τύπο, που ζει μες στον αιθέρα της απόλυτης ελευθερίας. Σφραγίζεται με μιαν αιώνια βούλα. Δεν μπορεί να ’ναι από κείνους που περνούν απάνου από τη γης, κρατώντας τα μάτια κλεισμένα στην πλούσια διακοσμητική ποικιλία του κόσμου, ολόκληρης της γης και τ’ ουρανού.
ΚΟΝΤΟΓΛΟΥΣ
Κλείνω τον πρόλογο τούτον απάνου στην Τράπεζα του Διαόλου, στο Αϊβαλί της Μ. Ασίας.
Φεβρουάριος του 1920.

Όσοι δεν είναι της ίδιας γνώμης με μένα, θα ’ταν άδικος κόπος να μου το κράξουν. Θα τους έστελνα όμως σίγουρα στο διάολο, αν καταπιάνουνταν να μου γυρίσουν τις αντιπάθειές μου σε συμπάθειες. Γιατί έχω την πίστη μου, μια θεόστραβη πίστη στο Θεό μου και μονάχα σ’ εκείνον. Δε γίνεται τρόπος να με λυγίσει μπροστά σε ξένα είδωλα καμιά δύναμη. Ας μ’ αφήσουν λοιπόν ήσυχο, και δεν πιθυμώ διόλου να πιάνουν τα βιβλία μου όσοι έχουν διαφορετικά γούστα από μένα. Οι λίγοι, που αισθάνουνται όπως εγώ, μου φτάνουν, και γι’ αυτουνούς γράφω.