08/10/17 20:01 - Μήπως και ο άλλος Αλέξανδρος ήταν εξίσου σημαντικός λογοτέχνης;

 

Μήπως και ο άλλος Αλέξανδρος ήταν εξίσου σημαντικός λογοτέχνης;

Δεν ήταν μόνον ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης μεγάλος Σκιαθίτης λογοτέχνης. Ήταν και ο εξάδελφός του, Αλέξανδρος Μωραϊτίδης, ο οποίος, πολύ απλά, επισκιάστηκε από τη μεγάλη φήμη του συγγραφέα της «Φόνισσας»! Ας δούμε, λοιπόν, τι έγραφε για τον Αλέξανδρο Μωραϊτίδη, ο Βλάσσης Γαβριηλίδης, ο εκδότης της εφημερίδας «Αρόπολις», ο οποίος δικαίως χαρακτηρίστηκε από τον κόσμο της δημοσιογραφίας ως ο «πατήρ της ελληνικής δημοσιογραφίας»!...

ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΟΥ

Πρέπει να αναγνωρισθή οιονεί επισήμως σήμερον, εν ευλογία της μεγάλης ημέρας, εν ευλογία των οφθαλμών όσοι εδάκρυσαν εκ των τόσων αυτού διηγημάτων και των καρδιών όσαι απαλύνθησαν εκ των τόσων αυτού εικόνων, και των ηθών όσα ελευκάνθησαν εκ των τόσων υπό την μαγικήν του γραφίδα ανατειλασών μετ' αρρήτου ευωδίας αρετών, να αναγνωρισθή ο αθόρυβος, ο μετριόφρων, ο σιωπηλός, ο ανεύρετος, ο αόρατος, ο ακοινώνητος, ο ιδιότροπος, ο ιδιόβιος συγγραφεύς, ως μία δύναμις έξοχος του κόσμου των γραμμάτων, ως είς πρωταγωνιστής απροσπελάστου ύψους της φιλολογικής σκηνής μας, ως έν πνεύμα καταπληκτικής γονιμότητος και πραξιτελείου κάλλους του γραμματικού ημών κόσμου, ως ποιητής, όστις θα ετίμα και θα εδόξαζε και θα εκάλλυνε πάσαν ξένην, νέαν ή παλαιάν φιλολογίαν.
Τίποτε εκ μιμήσεως παρά τω κ. Α. Μωραϊτίδη, ιδίως τω νεωτέρω, ως ήρχισε να απλόνηται και να χρωματοβολή ως μάγον, ιωδοροδόχρουν λυκόφως δια των στηλών της «Ακροπόλεως» και της «Νέας Εφημερίδος». Διότι υπάρχει και αρχαιότερος Μωραϊτίδης. Ο προ εικοσαετίας. Ο χαρίεις κομψευόμενος με τους λάμποντας οφθαλμούς του και τα βαθέα ωραία χαρακτηριστικά του, εις α οι φίλοι του έβλεπον μεγάλην ομοιότητα μορφής μεταξύ αυτού και του Σαίξπηρ, με την ακατάσχετον αυτού φαιδρότητα και την αγάπην, ην προς αυτόν συνεκέντρου εκ μέρους όλων όσοι τον εγνώριζον, ανδρών ή γυναικών, δεσποινίδων ή νέων. Ο Μωραϊτίδης, ο δημιουργήσας τα αλησμόνητα Πρακτικά της Βουλής• ο Μωραϊτίδης ου τα ευφυογραφήματα εις σατυρικά φύλλα εγέμιζον γέλωτος τας οικίας και τας πλατείας• ο Μωραϊτίδης, ου τα δράματα εβραβεύοντο• ο Μωραϊτίδης, ου το βιβλίον περί Δημητρίου του Πολιορκητού ήξιζε να μεταφρασθή εις όλας τας ξένας γλώσσας. Αυτή ήτο η θορυβώδης, η κοσμική, η νεανική, η γελώσα του Μωραϊτίδου περίοδος.
Εάν έζη εν Ευρώπη, τοιούτο νεαρόν ως σαρξ γιασουμιού μόλις ανθήσαντος πνεύμα, θα εύρισκε την ατμόσφαιράν του, και θωπευόμενον, θερμαινόμενον, καλλιεργούμενον, θ' ανήρχετο τας αναβαθμίδας της προόδου του, καταλαμβάνον υψίστην θέσιν εν τη φιλολογία του έθνους του. Αλλ' ο Μωραϊτίδης εν Αθήναις, μάλιστα κατά την προ εικοσαετίας εποχήν, ήτο σολοικισμός, ανορθογραφία, προσβολή εις τα χρηστά μας ήθη, παθολογικότης, παραδοξότης . . . Και ο Μωραϊτίδης εννοήσας ως άριστος ψυχολόγος την περί αυτόν κατάστασιν, απεσύρθη εις την καταπράσινην την ευωδιάζουσαν, την γαληνιώσαν ως ευσεβή ψυχήν, την πολύκολπον, την ευλίμενον, την δασοστεφή, την βοσπορίζουσαν, την περικαλλή Σκίαθον. Κ' έγινε . . . . δάσκαλος! Και είνε — όχι πλέον εν Σκιάθω, αλλ' εν Αθήναις, μέχρι σήμερον δάσκαλος, τουτέστι καθηγητής.
Παρεβίασε την φύσιν, την δημιουργίαν του, τον εαυτόν του, την ζωήν του, το πνεύμα του, διά να μην έχη καμμίαν από την κοινωνίαν απαίτησιν, να την αφήση ήσυχον, ως το νερό που μένει και βρωμά, ως την νύκτα που αποσύρεται εις τα κρεββάτια του ο βίος και η κίνησις. Αλλά η φύσις δεν βιάζεται ατιμωρητί. Βάλε Πήλια χιόνος και Όσας πάγων επί ηφαιστείου, το ηφαίστειον, όταν έλθη η ώρα, θα κροτήση, θα βοήξη και θ' αναδώση την λαμπεράν, την βυσσινόχρουν του λάμψιν.
Τοιαύται αναλαμπαί υπήρξαν η σειρά των ελληνικών, των πρωτοτύπων, των αυτοδημιουργημένων, των αυτοθαλλόντων διηγημάτων, τα οποία ήρχισε δημοσιεύων διά των εφημερίδων, και η άλωσις της Κωνσταντινουπόλεως η επαινεθείσα εις τον Λασσάνειον και ήτις, όταν θα παρασταθή, βεβαίως θα σημειώση νέαν περίοδον εν τη ελληνική δραματογραφία. Ποία δύναμις δραματική κρύπτεται εις τον μαυροβαθυπώγωνα αυτόν με τους δύο μεγάλους λάμποντας οφθαλμούς και την αέτειον ρίνα του και το αιώνων μειδίαμα εις τα λεπτά σατυρικά του χείλη! Εάν το ήξευρεν η απέχουσα βασιλεία, εάν το ήξευρον οι θηρεύοντες συγκινήσεις, εάν τον ήξευρον οι ερασταί υψηλοτέρων χαρών, θα ελιθοβολούντο όλοι αυτοί μόνοι των, διότι αφίνουν άκαρπον, άγονον, ανεκμετάλλευτον, τον Μωραϊτίδην, τον μυστικόν αυτόν λευχείμονα ιερέα της ελληνικής σκηνής, των ελληνικών γραμμάτων. Καθηγητής, διδάσκων γεωγραφίαν και Ξενοφώντα, αυτός, όστις θα εώρταζε την ανάστασιν της εθνικής μας ιστορίας εν τη σκηνή, σπαρταριστήν με ίριδας τριγύρω, με αστραπάς, με φωτιές, με κεραυνούς, με σαρκασμούς, με παρελθόν, με μέλλον. Καθηγητής αυτός, όστις θα εχρησίμευεν ως δύτης του εθνικού μας βίου, ως αλιεύς μαργαριτών διά να βγάλη έξω με χρώματα, με άνθη, με δροσιά, με κύματα, με νέφη, με ήλιον, του εθνικού μας βίου τας αρετάς, τα ήθη, την γλύκα, τους τύπους, τας εικόνας, τα σπλάγχνα, τα βάθη.
Ουδέν παρθενικώτερον, ουδέν λευκότερον της φιλολογικής δυνάμεως του κ. Μωραϊτίδου. Τον ωνόμασαν ως διηγηματογράφον, πολύ δικαίως, Έλληνα Δίκενς. Ετούτο δεν σημαίνει ότι ο κ. Μωραϊτίδης ανέγνωσε τον Δίκενς κ' εμόρφωσεν εαυτόν κατ' εικόνα και ομοίωσιν εκείνου. Ίσως ούτε ν' ανέγνωσέ τι εκ του μεγάλου άγγλου. Ετούτο σημαίνει ότι εκεί που υψώθη ο συγγραφεύς των Χριστουγεννιάτικων Διηγημάτων διά το αγγλικόν έθνος, εκεί ακριβώς υψώθη διά το ελληνικόν ο Μωραϊτίδης. Ημείς κυρίως έν ευρίσκομεν κοινόν μεταξύ του ενός και του άλλου. Εις αμφοτέρους εφαρμοζομένην την οξείαν παρατήρησιν του μεγάλου κριτικού της Γαλλίας Ταιν, όστις είπεν ότι εις τα αγγλικά μυθιστορήματα δύναταί τις να σπουδάση την αγγλικήν κοινωνίαν, τον αγγλικόν βίον, τα αγγλικά ήθη, τας αγγλικάς ιδέας. Ενώ εις τα γαλλικά δεν σπουδάζει τίποτε. Ως παρά Δίκενς, ούτω και παρά τω Μωραϊτίδη, αποκαλύπτεται ως γυμνόν ζωγράφου, ως φύσις υπό διαυγή ουρανόν, ως ιδέα ευκρινούς συγγραφέως, ο ελληνικός βίος των χωριών, ο ελληνικός βίος των οικιών, ο ελληνικός βίος των καλυβών. Εκεί, εκεί, αλώβητον τηρείται το έθνος, όλον δικόν του, αμετάβλητον διά των αιώνων και της ιστορίας. Εκεί, εκεί αντλεί τα θέματά του και τους τύπους του και τας εικόνας του και τας αποκαλύψεις του ο Α. Μωραϊτίδης.
Αλλά η τέχνη η φιλολογική του είνε υψίστης δυνάμεως, είνε απέφθου χρυσού, είνε αδάμαντος πρώτης ποιότητος, είνε σαπφείρου πρώτης ηδύτητος. Πώς συνέχει εις αδιάπτωτον αρμονίαν και εις αδιάλυτον αρραβώνα την ακανθωδεστέραν πραγματικότητα προς την λειοτέραν ποίησιν και πώς εκ της ενώσεως των δύο πηγάζει κρυσταλλίνη ως πηγαίον νάμα η κάθαρσις, στάζουσα ευωδιάζοντας κόμβους αρετής εις την ψυχήν του αναγνώστου! Πώς δε μέσω της δράσεως της υποθέσεως, ως εύμορφος ανθογεμισμένος κισσός περί κορμόν δένδρου, ως εύμορφη κίτρινη και λευκή γιασουμιά περί αναδενδράδα αμπέλου, πλέκεται και παρεμβάλλεται περιγραφή, ήτις θα ήξιζε και μόνη να φιγουράρη δίκην φλαμανδικής ελαιογραφίας φυσιολογικής σχολής, ως φέρ' ειπείν η της εργασίας του μεταξοσκώληκος εις της Νεράιδες και η του χορού της καμάρας εις τα Βαkούφικακαι η της κατασκευής των __χαϊμαλιών εις τον Σκαλικάδζαρον_.
Εάν η ποίησις παρά τω προνομιούχω συγγραφεί μας είνε κόρη αθώα, λευκή ως το κολόβιον του Χρυσού του εις το φετεινόν πρωτοχρονιάτικο διήγημά του ο «Μπάρμπα-Δήμαρχος», αλλ' η τέχνη αυτού είνε γυνή αρτία, μεγαλοπρεπής, ανδριάς κολοσσαίος Ήρας, ως παρίσταται εν τω Μουσείω της Νεαπόλεως.
Η πηγαία δροσερότης της ποιήσεως παρ' αυτώ μετά της κλασικής αρτιότητος της τέχνης, διαθετόμεναι υπό σαιξπηρείου πράγματι ευθυμίας και χρυσών φλεβών χριστιανικής αρετής και ευσεβείας, απήρτισαν τέλειον και μοναδικόν συγγραφέα, αναπολούντα χρόνους κλασικούς των ευρωπαϊκών φιλολογιών.
Εν Αθήναις 1 Ιανουαρίου 1892. Β. ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ

[Βλέπε ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΜΩΡΑΪΤΙΔΟΥ
ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ
ΤΑ ΒΑΚΟΥΦΙΚΑ. — ΜΕ ΤΑ ΠΑΝΙΑ. — ΝΕΡΑΪΔΕΣ. — ΑΡΦΑΝΟΥΛΑ. — Ο ΠΤΩΧΟΣ ΚΑΙ Η ΜΟΙΡΑ ΤΟΥ
ΜΕΤΑ ΠΡΟΛΟΓΟΥ Β. ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΟΥ
ΕΚΔΟΣΙΣ ΤΙΜΗΤΙΚΗ ΕΠΙ ΤΗ ΠΕΝΤΗΚΟΝΤΑΕΤΗΡΙΔΙ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ
ΑΘΗΝΑΙ — ΕΚΔΟΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ν. ΣΙΔΕΡΗΣ — 1921]