24/03/18 21:45 - Αξιοσημείωτα πανεπιστημιακά συγγράμματα!..

 

Αξιοσημείωτα πανεπιστημιακά συγγράμματα!..

Διαβάστε σε περίληψη μια περισπούδαστη μελέτη του αγαπητού φίλου κ. Σωτήρη Μπεκάκου για τις διαλέκτους, που αποτελούν την επιβίωση των προγενέστερων φάσεων μίας γλώσσας και διασώζουν τον γλωσσικό πλούτο του παρελθόντος!..

Οι διάλεκτοι αποτελούν την επιβίωση των προγενέστερων φάσεων μίας γλώσσας και διασώζουν τον γλωσσικό πλούτο του παρελθόντος. Ο γλωσσικός πλούτος του παρελθόντος με την σωστή χρήση των επιστημονικών μεθοδολογιών είναι δυνατόν να μας βοηθήσει να αναδείξουμε πολλές άγνωστες πτυχές του Ελληνορωμαϊκού πολιτισμού, ο οποίος αποτελεί τον θεμέλιο λίθο της Ευρώπης και ταυτόχρονα συμβάλλει στην διαμόρφωση μίας κοινής ευρωπαϊκής ταυτότητας. Απουλία και τα Βασιλικάτα είναι δυο περιοχές της Νοτίου Ιταλίας, οι οποίες διατηρούν μέχρι σήμερα πολλά ελληνικά λεξιλογικά στοιχεία, τα οποία δεν έχουν ερευνηθεί πλήρως. Για τον λόγο αυτό, με την βοήθεια της διαχρονικής προσέγγισης επιχειρείται μια καταγραφή των λεξιλογικών όρων και τοπωνυμίων των διαλέκτων της Απουλίας και των Βασιλικάτων. Στην παρούσα εργασία, βάσει της διαχρονικής προσέγγισης, παρουσιάζεται η προέλευση, η εξέλιξη των όρων του λεξιλογίου των ρομανικών ιταλικών διαλέκτων της Απουλίας και των Βασιλικάτων από την περίοδο της Μεγάλης Ελλάδας (6os αι. π.Χ.) ως τον 15 ο αιώνα μ.Χ., ενώ συγχρόνως γίνεται αναφορά στην σημερινή κατάστασή τους. Η πορεία των διαλέκτων της Απουλίας, των Βασιλικάτων και εκείνων του Ελλαδικού χώρου χαρακτηρίζεται από μία αμφίδρομη σχέση, η οποία ξεκινά από την εποχή των ελληνικών αποικιών της Μεγάλης Ελλάδας και ολοκληρώνεται κατά τον 15 αι. μ.Χ., λόγω της κατάκτησης της Ελλάδας από τους Οθωμανούς. Χάρις σε αυτήν την αμφίδρομη σχέση, έχουμε μία σειρά από επιδράσεις, οι οποίες διαδραμάτισαν έναν πολύ σημαντικό ρόλο στην διαμόρφωση των ελληνικών και εν συνεχεία των ρομανικών διαλέκτων της Απουλίας και των Βασιλικάτων. Αντικείμενο της παρούσας έρευνας είναι η μελέτη των διαλέκτων της Απουλίας και των Βασιλικάτων (δηλ. η αναζήτηση και η καταγραφή των λεξιλογικών όρων καθώς και σύγκρισή τους με τους αντίστοιχους όρους που απαντούν στις αρχαίες και νεοελληνικές διαλέκτους). Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι η έρευνα των συστηματικών σχέσεων, οι οποίες διακρίνουν την δομή του ελληνικού και του ιταλικού ονοματικού συστήματος, η ανάδειξη των κυρίων εξελίξεων και ο προσδιορισμός της συμβολής αυτών στη διαμόρφωση της νέας συστηματικής κατάστασης. Κάθε γλωσσικό σύστημα υπόκειται σε μεταβολές της δομής του μέσα στο χρόνο. Π.χ. το σύστημα του ονόματος (ουσιαστικού και επιθέτου) της ΚΝΕ είναι προϊόν αναδόμησης του αντίστοιχου συστήματος της Αρχαίας Ελληνικής (ΑΕ). Για τη μελέτη αυτών των μεταβολών χρησιμοποιείται «ἡ ἱστορικὴ μέθοδος ἐρεύνης», όπως ο πατέρας της ελληνικής γλωσσικής επιστήμης, ο Γεώργιος Χατζιδάκις χρησιμοποίησε την ιστορική μέθοδο για την μελέτη της εξέλιξης του ρήματος της Ελληνικής. (Μπαμπινιώτης, 1972: 17). Επίσης, χρησιμοποιείται ο δομισμός για την παρουσίαση του λεξιλογίου, ενώ συγχρόνως επιχειρείται και μια προσέγγιση του χορού Ταραντέλα βάσει της δομολογίας και των αρχών της ανθρωπολογικής γλωσσολογίας (anthropological linguistics). Παράλληλα μελετούμε τη διαχρονική εξέλιξη συγκεκριμένων λέξεων των διαλέκτων της Απουλίας και των Βασιλικάτων και διερευνούμε την προέλευσή τους βασιζόμενοι στην Υπόθεση Sapir – Whorf (Hypothesis of Linguistic Relativity), στην Γλωσσογεωγραφία και στην Κοινωνιογλωσσολογία. Ο Humboldt υποστηρίζει ότι οι γλώσσες μοιάζουν με πρίσματα που αντανακλούν την πραγματικότητα. Ο ίδιος αντιπροσωπεύει την τέλεια σύνθεση δύο διαφορετικών θεωρήσεων, εκείνη που ονομάζεται «αντικειμενική – δομική ανάλυση» της γλώσσας, ενώ από την άλλη είναι κληρονόμος της ρομαντικής θεώρησης της γλώσσας, η οποία από την εποχή του Γερμανού φιλοσόφου Herder και μετά, χαρακτήριζε την γλώσσα ως το προϊόν ενός λαού, δηλαδή ως εκδήλωση των εμπειριών, των καταστάσεων και του πολιτισμού ενός συγκεκριμένου λαού. Με αυτή την έννοια είναι δυνατόν να παρομοιάσουμε την γλώσσα με ένα πρίσμα, απ’ όπου βλέπουμε τις ακτίνες του φωτός να μετατρέπονται στα χρώματα της ίριδος. Στη περίπτωση αυτή οι ακτίνες του φωτός είναι η θεώρηση του κόσμου που έχουμε, η οποία περνάει μέσα από την γλώσσα. Οι γλώσσες αποτελούν ένα είδος σημαινόμενου του κόσμου. Πρόκειται δηλ. για συνωνυμίες που περικλείουν στο εσωτερικό τους ομάδες και υπο – ομάδες, χάρις στις οποίες είναι δυνατόν να εξετασθεί η προέλευση, η δομή και η εξέλιξή τους μέσα στο χώρο και στο χρόνο.
Οι σχέσεις ανάμεσα στις ομάδες και στις υπο – ομάδες (διαλέκτους, ιδιώματα, κοινωνιολέκτους) των γλωσσών και στις ίδιες τις γλώσσες δεν είναι μια προς μια, αλλά αυτές εκφράζονται μέσα από γλωσσικά δίκτυα (αγγλ. «linguistic networks»), συστήματα διαλογικού χαρακτήρα που βρίσκονται σε συνεχή εξέλιξη. Χάρις στην έρευνα αποδεικνύεται ότι μέσα στις ρωμανικές διαλέκτους της Απουλίας και των Βασιλικάτων διατηρούνται μέχρι σήμερα ελληνικοί λεξιλογικοί όροι. Αυτοί δείχνουν ότι το ελληνικό στοιχείο είναι ακμαίο και δεν περιορίζεται στις γλωσσικές νησίδες του Σαλέντο και της Καλαβρίας, αλλά συνυπάρχει και αναπτύσσεται μαζί με το ιταλικό στοιχείο. Οι πρότυπες γλώσσες (ΚΝΕ – ΚΝΙ – Κοινή Νέα Ελληνική – Κοινή Ιταλική), οι διάλεκτοι και τα ιδιώματα εμπεριέχουν λεξιλογικά στοιχεία, των οποίων ο μελετητής οφείλει να λάβει υπόψη τη χρήση του στον καθημερινό λόγο – στην αβίαστη ομιλία. Η ετυμολογία είναι δυνατόν να τον βοηθήσει σε αυτό. Ο μελετητής των διαλέκτων θα πρέπει να είναι και περιγραφικός γλωσσολόγος – χρειάζεται να μελετήσει κάθε λέξη βάσει της χρήσης της από τον φυσικό ομιλητή. Η «σημασία» ενός γλωσσικού στοιχείου, του στοιχείου λ.χ. «χορός» θα πρέπει να εξετασθεί σε σχέση με τις καταστάσεις (συνθήκες), στις οποίες είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθεί. Σύμφωνα με τον Μπαμπινιώτη (1989: 52): «“η σημασία” ενός γλωσσικού σημείου θα μπορούσε να ορισθεί ως το σύνολο των παραδειγματικών και συνταγματικών σχέσεων που χαρακτηρίζουν κάθε στοιχείο. Τις παραδειγματικές σχέσεις συνιστούν τα συνώνυμα μιας λέξης, τα αντώνυμα, τα υπώνυμα κ.α. Οι συνταγματικές σχέσεις καθορίζονται από τη χρήση μιας λέξης, από το ποιοι λεξιλογικοί συνδυασμοί είναι δυνατοί σε κάθε γλώσσα». Οι καταστάσεις είναι σε θέση να καθορισθούν εν είδει γλωσσολογικών και μη – γλωσσολογικών φαινομένων. Τα γλωσσολογικά φαινόμενα περιλαμβάνουν τις συντακτικές τάξεις, στις οποίες ανήκει η λέξη «σπίτι» (και οι όμοιές της). Τα μη γλωσσολογικά φαινόμενα περιέχουν τους παράγοντες που καθορίζουν τη σημασία και το ειδικό βάρος της λέξης αυτής στην κοινωνική της ένταξη (Μπατσάλια, Μάζη – Σελλά, 1994: 300).

------------------------

ΠΗΓΗ: Α Ρ Ι Σ Τ Ο Τ Ε Λ Ε Ι Ο Π Α Ν Ε Π Ι Σ Τ Η Μ Ι Ο Θ Ε Σ Σ Α Λ Ο Ν Ι Κ Η Σ Τμήμα Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας – Φιλοσοφική Σχολή Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών «Ιταλική Γλώσσα και Πολιτισμός» Τίτλος διδακτορικής διατριβής του Σωτήρη Μπεκάκου: «Διαλεκτικά στοιχεία της Απουλίας και των Βασιλικάτων» (Θεσσαλονίκη 2016).