15/04/18 21:29 - Ο Φοίβος Πιομπίνος και η προσφορά του στην ελληνική εικονογραφία!

 

Ο Φοίβος Πιομπίνος και η προσφορά του στην ελληνική εικονογραφία!

Λατρεύουμε δηλαδή το σώμα, την κτίση και την ύλη; «Μη γένοιτο», αναφωνεί ο Αγ. Ιωάννης ο Δαμασκηνός, «ου προσκυνώ την ύλη, προσκυνώ δε τον της ύλης δημιουργόν, τον ύλη δι' εμέ γενόμενον, και εν ύλη κατοικήσαι καταδεξάμενον και δι' ύλης την σωτηρία μου εργασάμενον και σέβων ου παύσομαι την ύλην, δι' ης η σωτηρία μου ήργασται» ( Λόγος προς τούς διαβάλλοντας τάς αγίας εικόνας (P.G. 94,1245)

ΜΕ τον κ. Φοίβο Πιομπίνο (1), τον διακεκριμένο Έλληνα λόγιο και ειδήμονα περί των θεολογικών εικόνων, είχα την τιμή να συνεργασθώ στο παρελθόν σε δύο τηλεοπτικές εκπομπές, που έκανα τότε στην Τηλετώρα («Το Ντοκουμέντο της Εβδομάδος»: 1-6-1994 : Η Ελληνική Λογοτεχνία στην Ευρώπη, 17-5-1996 Φοίβος Πιομπίνος: «Σπουδή θανάτου»).
Πρόκειται περί ενός σπουδαίου Έλληνα επιστήμονα (τότε τον γνώρισα ως Προϊστάμενο Αρχείου Ιστορικών Ερευνών της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος), ενώ δεν είναι λίγα τα εγκωμιαστικά λόγια που γράφονται γι’αυτόν σε κάθε συγγραφική του δραστηριότητα.
Εδώ και λίγο καιρό έλαβα το νέο του βιβλίο με τίτλο: Περί των διαφορών Ιερής Εικόνας και Θρησκευτικού Πίνακα, από τις Εκδόσεις του Φοίνικα, σε πολυτονικό σύστημα γραφής.
Παίρνω το θάρρος (ίσως και θράσος) να αναδημοσιεύσω ένα μικρό μέρος του βιβλίου του, με την ελπίδα ότι δεν θα με μαλώσει για ορισμένες τεχνικές δυσκολίες, που δεν μου επέτρεψαν να το αναδημοσιεύσω ως έχει σε πολυτονικό σύστημα. Η πνευματική ευωδία όμως του βιβλίου αυτού θα μας αποζημιώσει όλους μας:

«Με τήν έξάπλωση τού ελληνικού πνεύματος, τού ελληνικού πολιτισμού καί τού φορέα του, πού δεν είναι άλλος από τήν έλληνική γλώσσα, μέσω κυρίως τού Μεγάλου ’Αλεξάνδρου καί τών έπιγόνων του, ώς τά πέρατα τού τότε γνωστού σέ εμάς κόσμου, άρχισαν νά άνθίζουν νέα μεγάλα Κέντρα τού 'Ελληνισμού, δπως παραδείγματος χάριν ή ’Αλεξάνδρεια, ή Κυρήνη, ή ’Αντιόχεια, ή Πέργαμος κ.λπ., όπου έλληνες ή έλληνοτραφεΐς καλλιτέχνες πρωτοστάτησαν στο πέρασμα τών εικαστικών τεχνών σέ νέο επίπεδο καί νέους τρόπους έκφρασης, ιδίως στον τομέα τής ζωγραφικής. Πιο συγκεκριμένα, στον πανάρχαιο αιγυπτιακό χώρο, κατά τά μεταβατικά χρόνια πού ή Ρώμη ολοκλήρωσε νικηφόρα τήν κατάκτηση τού κόσμου καί έδραίωσε τήν «παγκόσμια» ήγεμονία της, έλληνες ή έλληνίζοντες ζωγράφοι έθεσαν μέ τήν έγκαυστική τεχνική1 τις βάσεις μιας νέας μορφής ζωγραφικής, ή οποία έμελλε νά μετεξελιχθεί στο θαύμα τής βυζαντινής άγιογραφικής Τέχνης. Πρόκειται για τήν εύρύτερα γνωστή ώς ζωγραφική τού Φαγιούμ από την ομώνυμη όαση τής Σαχάρας, στήν Κάτω Αίγυπτο, όπου βρέθηκαν τά σπουδαιότερα δείγματά της.
Στο αιγυπτιακό Φαγιούμ (άρχ. Άρσινοΐτης νομός) τής ρωμαίκής εποχής είδαν τό φώς σε μία χρονική περίοδο τεσσάρων αιώνων, ώς τον 3ο μ.Χ. αιώνα, άπό τά χέρια ελλήνων ζωγράφων, προσωπογραφίες ύψιστης εικαστικής δεινότητας, πού χαρακτηρίζονται άπό έντονο νατουραλισμό καί φαίνεται πώς φιλοτεχνήθηκαν ένόσω ζούσαν άκόμη τά είκονιζόμενα άτομα, νεαρά στήν συντριπτική τους πλειονότητα. Στο Φαγιούμ σημειώνεται τό πέρασμα άπό τό σωματικό στοιχείο σε έκείνο τού βλέμματος- καί όπως διατείνεται ό Κώστας Παπαϊωάννου (1925-1981),2 τό πέρασμα άπό τον άρ- χαιοελληνικό κόσμο στον χριστιανικό τών πρώτων μετά Χριστόν χρόνων σηματοδοτεί τό πέρασμα άπό τήν άφή στήν δράση, έξ ού καί ή έπικέντρωση στήν έπίπεδη έπιφάνεια καί τό παραμέρισμα τής γλυπτικής τών όγκων. Μπορούμε νά ισχυριστούμε μετά βεβαιότητος πώς τά πορτραίτα τού Φαγιούμ είναι οί αληθινοί πρόγονοι τών πρώιμων βυζαντινών εικόνων, στις οποίες κληροδότησαν, μεταξύ άλλων, τό χρυσό φόντο καί τή μετωπική στάση τών είκονιζομένων.
Μέ τήν έδραίωση τού Χριστιανισμού κατά τον 4ο αιώνα, ή πρωτοχριστιανική ζωγραφική τών χριστιανικών τάφων καί τών κατακομβών3 πέρασε πλέον σέ μεγαλοπρεπείς βασιλικές,4 χάνοντας ώστόσο τον έντονο συμβολικό καί άλληγορικό χαρακτήρα της καί στρεφόμενη σταδιακά στην απεικόνιση βιβλικών γεγονότων. Στην παλαιοχριστιανική περίοδο αναπτύσσεται αξιόλογη ψηφιδογραφία (βλ. τη Ροτόντα καί τον Άγιο Δημήτριο στη Θεσσαλονίκη, καθώς καί τα ψηφιδωτά στη Ραβέννα) καί ή τεχνική τής νωπογραφίας (ίταλ. fresco), δπως στήν εκκλησία τού λομβαρδικοϋ χωριού Καστελσέπριο (Castelseprio) κοντά στο Μιλάνο (6ος- 7ος αί.), όπου έχουν ήδη άρχίσει νά διαμορφώνονται τά πάγια χαρακτηριστικά τής βυζαντινής ζωγραφικής, όπως, μεταξύ άλλων, ό κεντρομόλος φωτισμός, ή έλλειψη χρωματικών τονικών διαβαθμίσεων κ.λπ. Εξάλλου στήν ίδια περίοδο άνήκουν καί οί κηρόχυτες φορητές εικόνες πού διέφυγαν τήν είκονομαχική λαίλαπα καί διαφυλάσσονται στή Μονή Σινά. Τά παλαιότερα σωζόμενα δείγματα αύτών άνάγονται στον 6ο αιώνα.
Στούς πρώτους αιώνες τής χριστιανικής τέχνης, ή θρησκευτική ζωγραφική ακολουθεί, τόσο στήν Ανατολή όσο καί στή Δύση, παράλληλη πορεία άπό τήν άποψη τής τεχνοτροπίας καί κυρίως τού ιεροπρεπούς ήθους. Οί εικόνες έντούτοις τών βυζαντινιζόντων ιταλών ζωγράφων σέ σχέση με τις βυζαντινές αντίστοιχες εικόνες, όπως άναφέρει ό Ν. Χατζηκυριάκος-Γκίκας (1906-1994), «έμφανίζουν σημαντική μείωση τής γεωμετρικότητας στή σύνθεση τού πίνακα καί στις πτυχώσεις, μιά δειλία στο σχέδιο πού παύει να είναι άδρό καί βέβαιο, μια έλλειψη αύστηρότητας τού ρυθμού πού έτσι χάνει τό συμφυές μεγαλείο τού βυζαντινού προτύπου, μια παντελή απουσία τής άφαιρέσεως καί τού συμβολισμού τών σχημάτων πού άποτελεί τό τιμιότερο μέρος τής βυζαντινής Τέχνης».5
«'Η [’Ορθόδοξος] Εκκλησία καθόρισε σαφώς τη δογματική σημασία τής Εικόνας κατά τούς χρόνους τής είκονομαχίας τον 8ο καί 9ο αιώνα. 'Υπερμαχώντας για τις Εικόνες, ή ’Ορθόδοξος ’Εκκλησία δέν άγωνιζότανε μονάχα για τον διδακτικό προορισμό τους, ούτε για τον αισθητικό χαρακτήρα τους, άλλα γιά τό ίδιο τό θεμέλιο τής χριστιανικής θρησκείας, πού είναι τό δόγμα τής ένανθρωπήσεως τού Θεού».6 […]»

 

* Το παρόν κείμενο δημοσιεύτηκε σέ πρώτη μορφή στο περιοδικό Έμβόλιμον, τχ 65-66, Καλοκαιρι-Φθινόπωρο 2012, σσ. 31-40.

(1) Ο Φοίβος Ι. Πιομπίνος (Αθήνα, 1945), απόφοιτος της Γερμανικής Σχολής Αθηνών (Dοrpfeld Gymnasium), σπούδασε οικονομικές επιστήμες στην Αθήνα (ΑΣΟΕΕ) και οικονομία και φιλοσοφία στο Παρίσι (Σορβόννη και Εcole Pratique des Hautes Εtudes). Είναι συνταξιούχος της Ε.Τ.Ε, όπου εργάστηκε επί 32 χρόνια (1964-1996).Τα τελευταία δώδεκα χρόνια της υπαλληλικής του σταδιοδρομίας ήταν προϊστάμενος του Ιστορικού Αρχείου της Ε.Τ.Ε.
Το 1979 δημοσίευσε το βιβλίο "Έλληνες αγιογράφοι μέχρι το 1821" (β΄ έκδ. αναθεωρημένη και βελτιωμένη 1984, ΕΛΙΑ), το 1996 τη "Σπουδή θανάτου" (β' έκδ. 2006, Μαΐστρος), το 2003 τη μαρτυρία του για τον ζωγράφο Θεόδωρο Στάμο (Fagotto/Θρόισμα) το 2014 το "Τόπων ενθυμήματα" (Θίνες) και το 2016 τις "Σκόρπιες σκέψεις πάνω στην ελληνική γραμμή" (Εκδόσεις του Φοίνικα). Μεταφράζει γαλλική, γερμανική και ιταλική λογοτεχνία και συνεργάζεται με τα σημαντικότερα ελληνικά λογοτεχνικά περιοδικά.