18/06/18 23:46 - Ποιες είναι οι ρίζες της ανατολίτικης μουσικής;

 

Ποιες είναι οι ρίζες της ανατολίτικης μουσικής;

Μια μεγάλη δημοσιογραφική και ιστορική έρευνα που θα αιφνιδιάσει!..Πάντα ταύτα αν διαβάσουμε την ιστορία της ελληνικής μουσικής όπου θα δούμε ότι τουλάχιστον η φιλολογία της ελληνολατινικής αρχαιότητας και τα ευρήματα της αρχαιολογίας δείχνουν πως η μουσική καλλιέργεια της αρχαίας Ελλάδας υπήρχε από 2.500 χρόνια π.Χ. και περισσότερο στο χώρο των Κυκλάδων: Τίθεται το ερώτημα λοιπόν: Ποιες είναι οι ρίζες της ανατολίτικης μουσικής;

ΛΕΝΕ πως η μουσική γεννήθηκε για πρώτη φορά από το φυσιολογικό στον άνθρωπο όργανο, τη φωνή, και θεωρήθηκε τόσο τέλεια έκφραση ώστε έμεινε για αιώνες μονοφωνική. Η φιλολογία της ελληνολατινικής αρχαιότητας και τα ευρήματα της αρχαιολογίας δείχνουν πως η μουσική καλλιέργεια της αρχαίας Ελλάδας υπήρχε από 2.500 χρόνια π.Χ. και περισσότερο στο χώρο των Κυκλάδων (βλ. τα μαρμάρινα αγαλμάτια του αρπιστή και του αυλητή στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο). Η πρώτη επίδραση στην ηπειρωτική Ελλάδα ήρθε από τη μινωική Κρήτη, και γύρω στο 1550 π.Χ. αυτή η επιρροή προώθησε την πρώτη καθαρά ελληνική καλλιέργεια, τη μυκηναϊκή. Η Ελλάδα είχε πάρει αρχικά από τις περιοχές της Μεσογείου όργανα και τύπους μουσικής και χορού. Στα μυκηναϊκά ευρήματα συμπεριλαμβάνονται μία κιθάρα κρητικού τύπου, ενώ υπάρχουν συγχρόνως μία μικρότερη κιθάρα φοινικικού τύπου και μία χάλκινη σάλπιγγα που δείχνουν ασιατική επιρροή. Η μουσική χαρακτηριζόταν από ένα ισχυρό τελετουργικό στοιχείο. Με την εισβολή των Δωριέων, άρχισε να παρακμάζει ο μυκηναϊκός πολιτισμός και οι μύθοι δείχνουν και πάλι μεγάλη ξένη επιρροή. Ο μύθος, σύμφωνα με τον οποίο ο Έλληνας θεός Απόλλωνας επικρίνει με αυστηρότητα το Μαρσύα από τη Φρυγία, μας θυμίζει πως οι αρχαίοι Έλληνες προτιμούσαν τη λύρα, το όργανο της λατρείας του Απόλλωνα, από τον αυλό, όργανο που συνδέεται με το θεό του κρασιού Διόνυσο. Ωστόσο, η ασιατική επιρροή υπήρξε μεγάλη. Η παράδοση λέει πως ο Όλυμπος από τη Φρυγία (900 π.Χ.) εισήγαγε το δακτυλικό μέτρο, τον αυλό και μελωδικά πρότυπα που ονομάζονταν νόμοι. Μία μοναδική στο είδος της αγγειογραφία υπάρχει στον αμφορέα του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου (πρωτοπαναθηναϊκό αμφορέα). Από την εποχή του Ομήρου, η ελληνική μουσική στηριζόταν πολύ στην ποίηση. Ποιητές και μουσικοί τραγουδούσαν επικές ιστορίες με αφηγηματικό τρόπο και με συνοδεία κιθάρας. Ο νόμος πάνω στο προδιαγεγραμμένο πρότυπο μελωδίας προκαλούσε μια μονωδία από φωνητικές συνθέσεις που ήταν κυκλικής μορφής, χωρίς στροφικές επαναλήψεις, είχαν έναν προδιαγεγραμμένο αριθμό κινήσεων και συνοδεύονταν από τον αυλό ή την κιθάρα. Υπήρχε επίσης ένας καθαρά οργανικός νόμος για τον αυλό. Ο διθύραμβος ήταν αρχικά μια στροφική μελωδία, που την τραγουδούσαν οι λάτρεις του Διόνυσου. Το 600 π.Χ. εξελίχθηκε σε ένα είδος χορικού, οπότε ένας κυκλικός χορός από 50 άντρες και αγόρια τον τραγουδούσαν και τον χόρευαν στους ήχους του αυλού. Οι ύμνοι και οι χοροί εκτελούνταν επίσης χορικά σε άλλες λατρείες, καθώς και στους γάμους και στις κηδείες, και καμιά φορά συνοδεύονταν από την κιθάρα. Μεταξύ των αγωνισμάτων στους μεγάλους πανελλήνιους αγώνες περιλαμβάνονταν και μουσικοί (στην Ολυμπία από το 776 π.Χ., και αργότερα στα Δελφικά Πύθια, στη Σπάρτη και στα Παναθήναια). Από τον 7ο αιώνα, μετά τα ομηρικά έπη, οι ποιητές στράφηκαν σε πιο λαϊκά θέματα, που τα τραγουδούσαν με μια μικρότερη κιθάρα, τη λύρα, απ’ όπου και το όνομα της σύγχρονης λυρικής ποίησης. Άλλοι έγραφαν για χορωδία. Πιο σημαντικοί ανάμεσα στους ποιητές-μουσικούς ήταν ο Αρχίλοχος από την Πάρο (716-676 π.Χ.), ο Τυρταίος (έως το 668), ο Αλκαίος (από το 611), η Σαπφώ (άκμασε γύρω στο 600) και ο Ανακρέων (550-465). Κατά την κλασική περίοδο (600-400 π.Χ.) ο ελληνικός πολιτισμός δημιούργησε το κλασικό δράμα, ανέπτυξε ορισμένες βασικές θέσεις στη μουσική και έφτασε στον κολοφώνα του στην Αθήνα. Τα θεατρικά έργα ήταν ιδιαίτερα μουσικοδραματικά κομμάτια, γραμμένα από ποιητές-μουσικούς, αλλά προέρχονταν από θρησκευτικές τελετουργίες. Η τραγωδία σημαίνει στην κυριολεξία της μεγάλο τραγούδι, μετά το τελετουργικό του διονυσιακού διθυράμβου, ενώ η κωμωδία διατηρούσε τις μάσκες κλπ. του τελετουργικού. Το δράμα ήταν αρχικά κυρίως χορικό, μολονότι ο χορός έκανε επίσης μια ημικυκλική όρχηση στο μέρος της σκηνής που ονομαζόταν ορχήστρα. Ο μοναδικός ηθοποιός ήταν προηγουμένως ο επικεφαλής της διθυραμβικής χορωδίας. Ο Αισχύλος εισήγαγε ένα δεύτερο ηθοποιό και ο Σοφοκλής έναν τρίτο. Το διάλογο τον διαδέχονταν μονωδίες (με κιθάρα) ή χορωδίες (χωρίς συνοδεία οργάνου ή με κιθάρα ή αυλό). Η μουσική, όπως οι άλλες τέχνες, θεωρούνταν εμπνευσμένη από τις εννέα Μούσες. Η σχολή του Πυθαγόρα δίδασκε τη μορφωτική επίδραση της μουσικής. Μεγάλοι Έλληνες φιλόσοφοι (Πυθαγόρειοι, Πλάτωνας, Αριστοτέλης) θεωρούν τη μουσική ως στοιχείο απαραίτητο της ανθρώπινης ζωής. Προώθησαν τη μουσική σε εξελίξεις αξιοσημείωτες, που έστω με κάποιες αλλαγές επιβίωσαν έως το Μεσαίωνα. Πίστευαν ότι η καλλιέργεια γινόταν με την αισθησιακή αρμονία, που μπορούσε να ξαναφέρει την αρχέγονη πνευματική αρμονία της ψυχής, δηλαδή την αρμονία που βρισκόταν στους ουρανούς πριν εμψυχώσει τα ανθρώπινα σώματα. Ο 4ος αιώνας είδε να εμφανίζεται η ελληνική επιστήμη και οι πρώτες διατυπώσεις της μουσικής θεωρίας. Ο Πλάτωνας (427-347) έγραψε επάνω σε σημαντικά μουσικά θέματα. Η πιο πρακτική προσέγγιση έγινε από τον Αριστόξενο (τέλη 4ου αιώνα π.Χ.), ενώ ο Ευκλείδης (300 π.Χ.) ερμήνευσε την πυθαγόρεια θεωρία. Περισσότερο σοβαρή προσοχή δόθηκε στη μουσική θεωρία από τον 1ο αιώνα μ.Χ., και η πιο σημαντική εργασία έγινε από τον Πτολεμαίο, το νεοπυθαγόρειο μαθηματικό και αστρονόμο (2ος αιώνας μ.Χ.). Αλλά πριν γραφεί η πρώτη θεωρία, η μουσική και η ποίηση είχαν αρχίσει να μεταβάλλονται, και οι ρυθμοί του Αριστοφάνη (450-338 π.Χ.), του Μιλήτου (400 π.Χ.) και του Φιλόξενου (430-380) δείχνουν μια προοδευτική λαϊκή τάση, που οδήγησε στην παρακμή του δράματος που εξελίχθηκε σε παντομίμα. Τα μόνα διασωθέντα δείγματα της ελληνικής μουσικής ανήκουν σε αυτή την τελευταία περίοδο, και είναι ελάχιστα σε σύγκριση με ό,τι έχει διασωθεί από τις άλλες τέχνες. Τα πιο σημαντικά είναι δύο δελφικοί ύμνοι προς τον Απόλλωνα, χαραγμένοι επάνω σε μαρμάρινη πλάκα στους Δελφούς (τέλη 2ου αιώνα π.Χ.), και ο επιτάφιος του Σικελού για τη γυναίκα του, σκαλισμένος σε έναν τάφο στις Τράλλεις της Μικράς Ασίας (1ος αιώνας π.Χ. ή αργότερα). Τα υπόλοιπα σε παπύρους βρίσκονται σε Κάιρο, Βερολίνο, Όσλο, Μίσιγκαν και Οξφόρδη. Το πιο παλιό κομμάτι από όλα –μερικές γραμμές χορού από τον Ορέστη του Ευριπίδη (408 π.Χ.)– βρίσκεται στη Βιέννη (3ος-2ος αιώνας π.Χ.). Μολονότι δεν απομένει τίποτε ουσιαστικό από την εφαρμογή της ελληνικής μουσικής και δεν έχουν διασωθεί παρά ελάχιστα όργανα, η επιρροή της κλασικής θεωρίας ήταν ευρεία και μόνιμη. Η ελληνική αυτοκρατορία τη μετέφερε στην Αίγυπτο και στις ασιατικές ακτές, πιθανόν μέχρι την Ινδία. Στους πρώτους χριστιανικούς χρόνους, οι Γνωστικοί χρησιμοποιούσαν την ελληνική μουσική κλίμακα στις επωδούς τους, και το Βυζάντιο υιοθέτησε τις ελληνικές μεθόδους. Οι Ρωμαίοι αναγνώρισαν τη σημαντική συμβολή των Ελλήνων στη μουσική και μετέδωσαν την ελληνική θεωρία στην Ευρώπη. Αλλά το Ισλάμ είναι ο κυριότερος κληρονόμος της ελληνικής θεωρίας διαμέσου των Περσών, των Αράβων και των Τούρκων, που τα γραπτά τους επηρέασαν ακόμα περισσότερο την Ευρώπη μετά τον 9ο αιώνα. Έτσι η ελληνική μουσική βοήθησε να δημιουργηθούν τουλάχιστον τρεις άλλες μουσικές. ( "Δομή")

Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΕΠΟΜΕΝΟ