13/01/19 20:40 - Η Αρχόντισσα και ο Πραματευτής!..

 

Η Αρχόντισσα και ο Πραματευτής!..

Διαβάστε ένα σύγχρονο λογοτεχνικό κείμενο, γραμμένο σαν θεατρικό ποιητικό σκετς, για ένα επάγγελμα που χάνεται στην Ελλάδα, τον πραματευτή! Ένα ποίημα αφιερωμένο σε μία από τις πλέον εκλεκτές φίλες της Ιστοσελίδας μας, την Ευγενία Καραγιαννίδου! Καλή Χρονιά!..

(Το σκηνικό δείχνει την Αρχαία Αγορά, όπου δεν υπάρχει ψυχή , παρά μονάχα μια σύγχρονη Ελληνίδα, η Ευγενία Μανωλίδου και ένας παλιός πραματευτής, ο Άγγελος Σακκέτος).

ΠΡΑΜΑΤΕΥΤΗΣ (ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΑΚΚΕΤΟΣ):
-- Ο πραματευτής!…
ΑΡΧΟΝΤΙΣΣΑ (ΕΥΓΕΝΙΑ ΜΑΝΩΛΙΔΟΥ):
Τι ζητάς, πραματευτή μου, τέτοια ώρα εδώ πέρα;
ΠΡΑΜΑΤΕΥΤΗΣ:
Την πραμάτεια έχω φέρει για να πω μια καλησπέρα,
μια πραμάτεια από χρυσάφι και ζαφείρια αστραφτερά,
τα καράτια τους πολλά,
απ’ τη Σμύρνη είναι φερμένα
και περάσανε για νάρθουν
μία θάλασσα πλατιά!!
Δεν πουλώ πλέον τα μύρια
της Ανατολής μπακίρια
της ερήμου τα παπύρια
και στολίδια αστραφτερά!
Μες το σάκο τυλιγμένο
πάντα κάτι έχω κρυμμένο και πολύτιμο θαρρώ, 
σαν να είναι φυλαγμένο με τον τίμιο σταυρό!
ΑΡΧΟΝΤΙΣΣΑ:
Αν είναι έτσι θα σ’ ακούσω!
ΠΡΑΜΑΤΕΥΤΗΣ:
Μα πως σούρθε αυτή η σκέψη,
τέτοια μέρα, τέτοια ώρα,
να ταράξω ηρεμίες και γαλήνιες μορφές,
σαν του λόγου σου, Ευγενία,
με τη σύγχρονη σοφία,
όπου μοιάζεις με θεές;
ΑΡΧΟΝΤΙΣΣΑ:
Άφησέ τα αυτά και πες μου,
τι πουλάς να αγοράσω!
ΠΡΑΜΑΤΕΥΤΗΣ:
Τους πολύτιμους τους λίθους,
που έχω φέρει απ’ άλλα μέρη!
ΑΡΧΟΝΤΙΣΣΑ:
Δεν ανοίγεις τη πραμάτεια γα να δω τι έχεις μέσα;
ΠΡΑΜΑΤΕΥΤΗΣ:
Τώρα κιόλας, αρχοντιά μου, θε ν’ απλώσω ό,τι έχω
και για σένα θα προσέχω
για να αστράψει κι η χαρά,
μην ειπούν στο λογισμό τους
κάποιοι Άρπαλοι του κόσμου,
πως τ’ ασήμια τα δικά μου είναι χάλκινα κι αυτά!

ΑΡΧΟΝΤΙΣΣΑ:
Τώρα κιόλας άνοιξέ το, το σακί που είναι γιομάτο!
ΠΡΑΜΑΤΕΥΤΗΣ:
Οι θεοί θα λογοκρίνουν και αυτοί θα με δικάσουν
αν για σένα η πραμάτεια είναι ένας θησαυρός
κι ας ορέγεται ο φτωχός!
Να, εδώ ο αζουρίτης πούχει μπλε κι ωραίο χρώμα…
ΑΡΧΟΝΤΙΣΣΑ:
Και αν είναι λίθος άλλος, ο γνωστός μας λαζουρίτης;
ΠΡΑΜΑΤΕΥΤΗΣ:
Ας φωνάξεις τώρα κιόλας τον πανούργο σιδερά,
το θεό που κάνει πάντα έργα τόσο τρομερά,
σαν την Αφροδίτη τότε
που την έδεσε κι αυτός
με τον έρωτα που είχε στο απολλώνειο το φως!

ΑΡΧΟΝΤΙΣΣΑ:
Μ’ έπεισες, ανατολίτη, με τον ώμο σου γερμένο,
πες μου –αν θες- τι άλλο έχεις
μες το σάκο σου κρυμμένο;
ΠΡΑΜΑΤΕΥΤΗΣ:
Έτσι όμορφη που είσαι και αστράφτεις από φως,
με παραλλαγές στον ήλιο
το πρωί ή και στο δείλι,
σούχω φυλαχτό κρυμμένο
μια ακουαμαρίνα ωραία
που κι αυτή αλλάζει χρώμα,
για να κάνεις όπως θέλεις
ένα αστραφτερό μπριγιάν!
ΑΡΧΟΝΤΙΣΣΑ:
Μα, αυτή την είχαν πάντα
μες το στήθος φυλαγμένη
όλοι εκείνοι οι ναυτικοί…
ΠΡΑΜΑΤΕΥΤΗΣ:
Θέλανε σαν τους προφήτες να προβλέπουνε τα πάντα
νάχουν θάρρος, ευτυχία,
και αυτός ο λίθος ήταν
μια υπέροχη μαγεία!

ΑΡΧΟΝΤΙΣΣΑ:
Άνοιξε πιο μέσα τώρα για να δω τι άλλο κρύβεις!
ΠΡΑΜΑΤΕΥΤΗΣ:
Σούχω αμέθυστο ιώδη
σ’ ένα χρώμα βιολετί,
άμα θέλεις στο μοβ να έχεις
θα σου βρω πολλά στο είδος,
για να είναι ασορτί!
ΑΡΧΟΝΤΙΣΣΑ:
Δεν μου λες εσύ που ξέρεις
και για όλα υποφέρεις
αν ο σάκος δεν ανοίξει και σαπίσει απ’ τη βροχή;
Τι τον θέλανε οι αρχαίοι
τον αμέθυστο, αν θαρρώ,
θα μου φύγει το κεφάλι με όλα τούτα που ακώ!
ΠΡΑΜΑΤΕΥΤΗΣ:
Τότε πίστευαν, αλήθεια,
ότι οι ακόλουθοι κι οι ωραίοι
του Διονύσου οι οπαδοί,
με αμέθυστο στο πλάϊ
το μεθύσι δε θα ρθει…
ΑΡΧΟΝΤΙΣΣΑ:
Τι μου λες, ανατολίτη;
ΠΡΑΜΑΤΕΥΤΗΣ:
Κι άλλα τόσα θα σου πώ:
«Λίθον τίμιον» τον λέγαν τον αμέθυστο οι αρχαίοι
και πως από τέτοιο λίθο,
τον 12ο αν θαρρώ,
έχουν χτίσει ένα τείχος
της ουράνιας της πόλης,
που τη λεν’ Ιερουσαλήμ!
Θρύλοι υπάρχουν κι άλλοι τόσοι,
μα θα έρθουνε καμπόσοι
να σου πουν κρυφά στ’ αυτί,
ότι μύθοι είναι κι αυτοί!
Μήπως θες …
ΑΡΧΟΝΤΙΣΣΑ:
Σαν να βιάζεσαι, σου λέω! Σαν να βιάζεσαι θαρρώ…
Τι μου κρύβεις στο σακί σου,
με ένα βάρος περιττό;
ΠΡΑΜΑΤΕΥΤΗΣ:
Με τα άστρα αν ασχολείσαι, κάτι που δεν τα πιστεύω,
ο αμέθυστος, μου λένε, έχει επήρεια μεγάλη,
σε αυτούς οπού λογιάζουν
στους Ιχθύες, τον Κριό,
Υδροχόο και Τοξότη
έχουν πάντα ένα καλό:
Πρωτοπόροι, λέει, στη σκέψη, και σε δράση θεϊκή,
τη φιλοσοφία έχουν υλική, πνευματική!
Πάρε κάτι, αν θες, κυρά μου!
Θάρθει ο Διόνυσος και πάλι
και δεν θάθελα με δάκρυα
όπως τότε για να βάψει
χαλαζίες σ΄ένα χρώμα
λαμπερό και βιολετί.
Θάναι άχρηστη η ζωή!


ΑΡΧΟΝΤΙΣΣΑ:
Ε, αν θέλεις τότε δώσ’μου …
ΠΡΑΜΑΤΕΥΤΗΣ:
Προς θεού!
Μη μου ζητήσεις τον  παλιό τον μελανίτη,
πού’ναι μαύρος και σκληρός
σαν ατσάλι κοφτερός,
όσοι πήγαν να τον πάρουν,
απ’ το Πάνορμο της Τήνου,
έγιναν τρανοί, σπουδαίοι,
αλλά έχασαν στο δρόμο
το νηφάλιο το πνεύμα και τη λάμψη του φωτός!


ΑΡΧΟΝΤΙΣΣΑ:
Τότε δώσ’μου κάτι ωραίο…
ΠΡΑΜΑΤΕΥΤΗΣ:
Απατίτη, πάντως, όχι, διότι εμείς οι ανατολίτες,
τόχουμε σαν μυστικό μας,
απ’ τον ποταμό τον Νείλο,
μέχρι πέρα απ’ τον Ευφράτη,
σαν γυρνάμε στη Βαγδάτη,
κρύβουμε τον απατίτη όλοι κάτω απ’ τα χαλιά,
μην τον δει θολή ματιά!
ΑΡΧΟΝΤΙΣΣΑ:
Κι όλα αυτά, γιατί βρε ξένε
δεν μου λες κι εγώ να μάθω;
ΠΡΑΜΑΤΕΥΤΗΣ:
Το όνομά του –λέει- προήλθε
απ’ την λέξη … απατώ,
επειδή συχνά πηγαίνει,
με ασβεστίτη ή χαλαζία
και … σηκώνει το χωριό!

ΑΡΧΟΝΤΙΣΣΑ:
Αν είναι έτσι, ο απατίτης,
παρ’τον πίσω από δω,
και αν έχεις κάτι άλλο
με χαρά θα το δεχτώ!
ΠΡΑΜΑΤΕΥΤΗΣ:
Σαν αστέρι, όπως είσαι, ένα μόνο θα σου κάνω,
ένα λίθο που τον λένε στο χωριό μου αστερισμό,
βγάζει αχτίδες σαν τη λάμψη,
σαν ρουμπίνια και ζαφείρια,
κι επειδή το βλέμμα σου είναι σαν το κρύσταλλο κι αυτό,
πάντα διαυγές, καθάριο, κι όπως πάντα αστραφτερό,
είσαι η μόνη που αξίζεις
να τον βάλεις στο λαιμό!

--Ο πραματευτής!..

Καλή Χρονιά!!!