30/01/19 19:36 - Η αγάπη των Πατέρων της Εκκλησίας για τον Ελληνισμό!..

 

Η αγάπη των Πατέρων της Εκκλησίας για τον Ελληνισμό!..

Ένα απόσπασμα της γνωστής Ομιλίας προς τους Νέους, του Μεγάλου Βασιλείου, ενός εκ των Τριών Ιεραρχών, που εορτάζομεν σήμερον, ώστε να καταδειχτεί ότι οι Πατέρες της Εκκλησίας ήσαν υπέρ των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων και του Ελληνισμού!..

«…Όπως δε εγώ έχω ακούσει από κάποιον άνθρωπον, ικανόν να κατανοήση το πνεύμα του ποιητού, ολόκληρος η ποίησις εις τον Όμηρον είναι έπαινος της αρετής και όλα εις αυτόν, εκτός από αυτά που είναι επουσιώδη, οδηγούν προς την αρετήν. Μάλιστα δε εις εκείνα, όπου παρουσιάζει τον στρατηγόν των Κεφαλλήνων, όταν εσώθη γυμνός από το ναυάγιον, πρώτον μεν και με μόνην την εμφάνισίν του να προκαλέση τον σεβασμόν εις την βασιλοπούλαν, χωρίς καθόλου να τα χάση από εντροπήν, που παρουσιάσθη γυμνός, διότι πράγματι τον ενεφάνισε στολισμένον με αρετήν, αντί με ενδύματα. Έπειτα λοιπόν και από τους υπολοίπους Φαίακας εθεωρήθη τόσον σπουδαίος, ώστε όλοι αφού άφησαν την πολυτέλειαν εις την οποίαν εζούσαν, εθαύμαζαν και εζήλευαν εκείνον και κανένας από τους Φαίακας κατά την περίστασιν εκείνην δεν ηύχετο να είναι τίποτε άλλο περισσότερον, παρά να γίνη Οδυσσεύς. Και αυτά την στιγμήν που είχε σωθή από το ναυάγιον.
Με αυτά δηλαδή –έλεγεν ο ερμηνευτής του πνεύματος του ποιητού- είναι ωσάν ο Όμηρος να λέγη με δυνατήν φωνήν ότι πρέπει, ω άνθρωποι, να φροντίζετε διά την αρετήν, η οποία και με τον ναυαγόν να συγκολυμβά, και όταν φθάση γυμνός εις την ξηράν, θα τον κάμη τιμιώτερον από τους ευτυχισμένους Φαίακας. Και πράγματι αυτή είναι η αλήθεια. Τα μεν άλλα από τα αποκτήματα δεν ανήκουν εις αυτούς που τα κατέχουν, παρά εις εκείνους που τα αποκτούν οπωσδήποτε, διότι μεταβάλλουν θέσιν πότε εδώ και πότε εκεί, όπως συμβαίνει εις το παιχνίδι των κύβων. Η αρετή είναι το μόνον αναφαίρετον από τα κτήματα, διότι παραμένει εις τον άνθρωπον και εφόσον ζη και όταν πεθάνη. Διά τούτο και ο Σόλων λοιπόν μου φαίνεται ότι είπε προς τους πλουσίους αυτό εδώ: «Αλλ’ ημείς δεν θα ανταλλάξωμεν μαζί τους / την αρετήν με τον πλούτον. Διότι η μεν αρετή είναι πάντοτε σταθερά / ενώ τα χρήματα τα έχει πότε ο ένας και πότε ο άλλος από τους ανθρώπους» .
Παρόμοια μ’ αυτά είναι και εκείνα του Θεόγνιδος, όπου λέγει ότι ο Θεός –οποιονδήποτε και αν λέγη- εις τους ανθρώπους κλίνει την ζυγαριάν άλλοτε προς την μίαν πλευράν και άλλοτε προς την άλλην, ώστε «άλλοτε μεν να είναι κάποιος πλούσιος και άλλοτε να μην έχη τίποτε» .
Αλλά και ο σοφιστής Πρόδικος από την Κέα, κάπου εις τα συγγράμματά του έχει φιλοσοφήσει συγγενή μ’ αυτά διά την αρετήν και την κακίαν. Πρέπει λοιπόν να προσέξωμεν και αυτόν, διότι ο άνδρας δεν είναι αξιοκαταφρόνητος. Κάπως έτσι λέγει αυτός –καθόσον εγώ ενθυμούμαι τα νοήματα του ανδρός, διότι δεν γνωρίζω τα λόγια, πλην όμως γνωρίζω ότι έχει ομιλήσει έτσι απλά, χωρίς μέτρον-, ότι ο Ηρακλής, όταν ήταν νέος και είχε σχεδόν την ιδίαν ηλικίαν, που έχετε και σεις τώρα, ενώ εσυλλογίζετο ποίον από τους δύο δρόμους να ακολουθήση, αυτόν που με κόπους οδηγεί εις την αρετήν, ή τον εύκολον, προσήλθον δύο γυναίκες. Ήσαν δε αυταί η Αρετή και η Κακία. Αμέσως λοιπόν, μολονότι εσιωπούσαν, εφανέρωναν από την εμφάνισιν την διαφοράν των. Διότι η μεν ήταν καλλωπισμένην με την κομμωτικήν τέχνην και έπλεεν εις την πολυτέλειαν και έφερε κάθε είδος απολαύσεως. Αυτά λοιπόν επεδείκνυε και με το να υπόσχεται ακόμη περισσότερα από αυτά, επροσπαθούσε να τραβήξη κοντά της τον Ηρακλήν. Η άλλη δε ήταν εξησθενημένη και ισχνή. Έβλεπεν αυστηρά και ωμιλούσε διαφορετικά, διότι δεν υπέσχετο τίποτε το άνετον, ούτε το ευχάριστον, αλλ’ ιδρώτας πολλούς και κόπους και κινδύνους καθ’ όλην την ξηράν και θάλασσαν. Βραβείον δε δι’ όλα αυτά, όπως έλεγεν εκείνος, ήταν το να γίνη θεός. Αυτήν λοιπόν τελικά ηκολούθησεν ο Ηρακλής.

Και σχεδόν όλοι αυτοί που φημίζονται διά την σοφίαν των, ο καθένας, άλλος ολιγώτερον και άλλος περισσότερον, ανάλογα με την δύναμίν των, εξύμνησαν την αρετήν εις τα συγγράμματά των. Εις αυτούς πρέπει να δώσωμεν εμπιστοσύνην και να προσπαθήσωμεν να εφαρμόσωμεν τους λόγους των εις την ζωήν μας. Διότι αυτός που στηρίζει εμπράκτως την αρετήν που από τους άλλους φθάνει μόνο ως τα λόγια: «αυτός μόνος είναι μυαλωμένος, οι άλλοι δε ωσάν σκιαί πετούν».
Και αυτό μου φαίνεται ότι ομοιάζει ακριβώς με το παράδειγμα ζωγράφου, ο οποίος απεμιμήθη κάποιον άνθρωπον εξόχου ομορφιάς και που ο ίδιος ο άνθρωπος εις την πραγματικότητα ήταν, όπως εκείνος τον εζωγράφισεν εις τον πίνακά του. Διότι το να επαινή κανείς εμφανώς την αρετήν δημοσίως και να εκφωνή δι’ αυτήν εκτενείς λόγους, ενώ κατ’ ιδίαν προτιμά την ηδονήν αντί της εγκρατείας και την πλεονεξίαν αντί της δικαιοσύνης, αυτός, κατά την γνώμην μου, ομοιάζει με τους ηθοποιούς που εις τα θέατρα υποκρίνονται διάφορα πρόσωπα των δραμάτων. Αυτοί πολλάς φοράς εμφανίζονται ωσάν βασιλείς και δυνάσται, ενώ δεν είναι ούτε βασιλείς, ούτε δυνάσται, αλλ’ ίσως ούτε καν ελεύθεροι. Εξ άλλου ο μουσικός μεν δεν θα ημπορούσε με την θέλησίν του να δεχθή να του είναι ανάρμοστος η λύρα, και ο κορυφαίος του χορού να μη έχη τον χορόν πάρα πολύ σύμφωνον προς αυτόν. Αυτός δε ο ίδιος θα συγκρουσθή προς τον εαυτόν του και δεν θα παρουσιάση βίον που να συμφωνή με τα λόγια του; Αλλά, θα είπη κατά τον Ευριπίδην: «η μεν γλώσσα ωρκίσθη, ο δε νους δεν ωρκίσθη». Και θα επιδιώξη να φαίνεται ότι είναι ενάρετος, αντί να είναι;
Αλλ’ αυτό είναι το τελευταίον όριον της αδικίας, εάν πρέπη να πιστεύσωμεν τον Πλάτωνα. Το να φαίνεται κανείς δίκαιος, ενώ δεν είναι. Έτσι λοιπόν ας αποδεχώμεθα αυτούς από τους λόγους που περιέχουν τας συμβουλάς διά τα καλά. Επειδή όμως και κατορθώματα σπουδαία των παλαιών ανδρών διασώζονται ως ημάς, με το να φυλάσσωνται ή εις την παράδοσιν της μνήμης ή εις τα έργα των ποιητών ή των συγγραφέων, ας μη παραλείψωμεν να ωφεληθούμεν και απ’ εδώ.
Παραδείγματος χάριν, κάποιος από τους ανθρώπους της αγοράς ύβριζε τον Περικλή. Εκείνος όμως δεν τον επρόσεχε. Και αυτό διήρκεσεν όλην την ημέραν. Εκείνος μεν τον περιέλουζε αφθόνως με τας ύβρεις, αυτός δε δεν ενοιάζετο. Έπειτα, όταν πλέον εβράδυασε και εσκοτείνιασε και εκείνος έφευγεν, ο Περικλής τον συνώδευσε με φανάρι, διά να μη χάση την εξάσκησιν εις την φιλοσοφίαν της αρετής. Κάποιος άλλος πάλιν που ωργίσθη εναντίον του Ευκλείδη από τα Μέγαρα, τον ηπείλησε με θάνατον και μάλιστα ωρκίσθη. Αυτός δε αντίθετα ωρκίσθη οπωσδήποτε να τον εξιλεώση και να παύση να είναι ωργισμένος μαζί του.
Πόσον αξίζει, όταν ο άνθρωπος κατέχεται από την οργήν, να ενθυμήται κάποιο από τα παραδείγματα αυτά; Διότι δεν πρέπει να πιστεύωμεν εις την τραγωδίαν που λέγει: «απλώς ο θυμός οπλίζει το χέρι εναντίον των εχθρών» , αλλ’ αντιθέτως μάλιστα να μη εξεγειρώμεθα καθόλου προς θυμόν. Εάν δε αυτό δεν είναι εύκολον, αφού βάλωμεν ωσάν χαλινάρι εις τον θυμόν την λογικήν να μη τον αφήνωμεν να προχωρή παραπάνω…».

Για την αντιγραφή
ΑΓΓΕΛΟΣ ΠΑΝ. ΣΑΚΚΕΤΟΣ
Τετάρτη, 30 Ιανουαρίου 2019