31/01/19 19:25 - «Ο αποκορωμένος!...»

 

«Ο αποκορωμένος!...»

Όταν πολλά χρόνια αργότερα διάβασα ότι οι αρχαίοι μας πρόγονοι χρησιμοποιούσαν τη λέξη «αποκαρωμένος» (από + κάρα > αποκαρωμένος), για μια ακόμη φορά δάκρυσα, καθώς θυμήθηκα τη μανούλα μου, την κυρά Κανέλλα, που όχι μόνον ζύμωνε πρόσφορα και λειτουργιές, για την Εκκλησία μας, αλλά μας μεταλαμπάδευε και την ελληνική γλώσσα, σαν απόηχος της αρχαίας ελληνικής προφοράς μέσα στο χρόνο και το χρόνο (αποκαρωμένος > αποκορωμένος)!.. 

ΕΤΡΙΒΑ με μεγάλη χαρά και ικανοποίηση το χοντρό αλάτι, που μου είχε βάλει να κάνω η μανούλα μου, η κυρά-Κανέλλα. Κι όταν λέμε χοντρό αλάτι, αυτό εν πολλοίς είχε πολύ μεγάλο μέγεθος. Μια ολόκληρη κοτρώνα1, όπως λέγαμε στο χωριό μας. Βράχος τρανός και κάτασπρος σαν το φως. Και το έτριβα με μεγάλη χαρά και ικανοποίηση, διότι ήμουν βέβαιος, ότι δεν θα εισέπραττα τη φράση «ο αποκορωμένος», όπως συνήθως έλεγαν ορισμένοι όταν αποτυγχάναμε σε μια δουλειά ή από επιπολαιότητα κάναμε κάποια μικρή ζημιά.
--Εμένα θα μου δώσεις πρόσφορο, ρωτούσα και ξαναρωτούσα τη μανούλα μου, που εκείνη την ώρα ετοιμαζόταν να ζυμώσει το ψωμί για να φτιάξει τη «λειτουργιά» της Εκκλησίας. Το πρόσφορο, όπως το αποκαλούν οι πιστοί. Έτσι κι αλλιώς κάθε φορά που είχαμε ψυχοσάββατο ή κάποιες άλλες μεγάλες γιορτές, η «λειτουργιά» ήταν το απαραίτητο συμπλήρωμα στις εκκλησιαστικές ή παραδοσιακές μας υποχρεώσεις.
--Θα σου δώσω!.. Τήρα2 να τρίψεις καλά το αλάτι, που το χρειάζομαι για τη λειτουργιά..
Και ξανά στο τρίψιμο του αλατιού εγώ με ένα χοντρό μπουκάλι, που πολλές φορές το αλάτι κολλούσε πάνω του. Και δώσ’του τρίψιμο, και δώσ’του τρίψιμο, και δώσ’του τρίψιμο, ώσπου κάποια στιγμή μπήγω τα κλάματα.
--Τι έπαθες, Αγγελή μου;
--Έσπασα το μπουκάλι!
--Αποκορώθηκες πάλι, παιδάκι μου;
--Μια ζωή ανεπρόκοπος και αποκορωμένος, είπε κι ο μικρότερος αδελφός μου, Γιάννης με τον οποίον ερχόμασταν συνέχεια σε προστριβή.
--Καλά, θα σου φέρω άλλο μπουκάλι, είπε η μανούλα μου κι έτσι μ’ έβγαλε από τη δύσκολη θέση.
Ωστόσο, έφερα βαρέως τη λέξη «αποκορωμένος». Μια λέξη που δεν μπορούσα να την αποτινάξω εύκολα από πάνω μου, κάθε φορά που έκανα μια επιπόλαιη πράξη.
Αποτραβήχτηκα στο παραγώνι3 μου κι άρχισα να συλλογιέμαι και να προβληματίζομαι τι ήταν εκείνο το οποίο κάθε φορά, που έκανα μια δουλειά, στο τέλος «τα έκανα θάλασσα»! Σκεφτόμουν, σκεφτόμουν, σκεφτόμουν, αλλά λύση δεν εύρισκα!

Της μάνας, όμως, η ψυχή πονάει. Και δεν θέλει να στενοχωριέται το παιδί της. Αυτός και ο λόγος που η μανούλα μου, η κυρά-Κανέλλα, μου έφερε δύο κουλουράκια πρόσφορο, που έβγαλε από το φούρνο, με τη σφραγίδα του χριστούλη πάνω τους! Είχε, βλέπετε, τη συνήθεια, κάθε φορά που ζύμωνε τη «λειτουργιά» για την Εκκλησία, να ζυμώνει και πολλά κουλουράκια για να χορτάσει δέκα στόματα παιδιών! Τόσα ζούσαμε σ’ ένα δωμάτιο σπίτι και μάλιστα στο χειμωνιάτικο4!
Δεν ήξερα πώς να αντιδράσω!... Να ξαναβάλω τα κλάματα από συγκίνηση ή να μην τα φάω, όπως συνήθως αντιδρούσα όταν στενοχωριόμουν; Προτίμησα το πρώτο. Κι όσο η μανούλα μου με καθησύχαζε, τόσο πιο πολύ έτρεχαν τα δάκρυά μου.
--Συχώρα με, μανούλα μου!
-- Για ποιο πράγμα, παιδάκι μου;
--Που μια ζωή είμαι ανεπρόκοπος κι αποκορωμένος!..
--Σώπα, Αγγελάκου, μην το ξαναπείς αυτό!.. Πουλιά στον αέρα πιάνεις εσύ! Πουλιά στον αέρα!..

Αυτό ήταν!.. Η βαλαντωμένη ψυχολογία μου ανένηψε για μιας!.. Σε τέτοιο βαθμό, που μόλις είδα κάτι σπουργίτια να πετούν έξω στην χιονισμένη αυλή μας, έτριψα το ένα κουλουράκι πρόσφορου και τους το έδωσα να το φάνε!..
Κι όχι μόνον!..
Όταν πολλά χρόνια αργότερα διάβασα ότι οι αρχαίοι μας πρόγονοι χρησιμοποιούσαν τη λέξη «αποκαρωμένος» (από + κάρα > αποκαρωμένος), για μια ακόμη φορά δάκρυσα, καθώς θυμήθηκα τη μανούλα μου, την κυρά Κανέλλα, που όχι μόνον ζύμωνε πρόσφορα και λειτουργιές, για την Εκκλησία μας, αλλά μας μεταλαμπάδευε και την ελληνική γλώσσα, σαν απόηχος της αρχαίας ελληνικής προφοράς μέσα στο χρόνο και το χρόνο (αποκαρωμένος > αποκορωμένος)!..

------------------
1. κοτρώνα= μεγάλος βράχος, πέτρα ή λιθάρι.
2. τήρα (από το οράω, ορώ)= βλέπε.
3. παραγώνι= παρά τη γωνιά (στο τζάκι).
4. χειμωνιάτικο= συνήθως το δωμάτιο με το τζάκι.

Με σεβασμό και τιμή
ΑΓΓΕΛΟΣ ΠΑΝ. ΣΑΚΚΕΤΟΣ
Πέμπτη, 31 Ιανουαρίου 2019

ΥΓ. Υπάρχει και μία άλλη ερμηνεία για τον όρο αποκαρωμένος: Ετυμολογία: [<μτγν. ἀποκαρόω-ῶ], αυτός, που τον έχει καταλάβει υπνηλία ή βρίσκεται σε βαθύ ύπνο (αποκαρωμένος από τον καύσωνα) ναρκωμένος, αποκαρωμένος. Κάτι που έχει την ίδια περίπου σημασία.