06/02/19 17:00 - Ποια είναι τα χειρόγραφα της Θεολογικής Σχολής Χάλκης;

 

Ποια είναι τα χειρόγραφα της Θεολογικής Σχολής Χάλκης;

Με την ευκαιρία της σημερινής επίσκεψης του Έλληνα πρωθυπουργού στην Θεολογική Σχολή της Χάλκης, ας μιλήσουμε για τον ανεκτίμητο πνευματικό θησαυρό του Έθνους μας, ο οποίος «κουρνιάζει» στα αραχνιασμένα πλέον συρτάρια της Βιβλιοθήκης της Σχολής, που επί 40 και πλέον χρόνια παραμένει «βουβός»!..

Η Χάλκη είναι ένα νησί της Προποντίδας, που ανήκει στο συγκρότημα των Πριγκηποννήσων. Υπάγεται στο νομό της Κωνσταντινούπολης και έχει γύρω στους 3.000 κατοίκους. Στην ανατολική άκρη του νησιού βρίσκεται το κτίριο της Ναυτικής Σχολής της Τουρκίας και στη βόρεια ακτή του η Θεολογική Σχολή με πολλούς από τους ανεκτίμητους πνευματικούς θησαυρούς του Γένους μας!

Η Χάλκη χαρακτηρίζεται ως ένα μικρό νησί της Προποντίδας της θάλασσας του Μαρμαρά και, όπως είπαμε, είναι ένα νησί από τα Πριγκιποννήσια. Σε αυτό υπήρχαν τρία μοναστήρια, της Παναγίας, του Αγίου Γεωργίου και της Αγίας Τριάδας. Το πρώτο πυρπολήθηκε το 17ο αιώνα, αλλά διασώθηκε ο μικρός ναός που είχε ανεγερθεί από τη Μαρία Κομνηνή. Το δεύτερο οικοδομήθηκε το 1858 και δωρήθηκε στον Πανάγιο Τάφο. Το τρίτο, τέλος, που καταστράφηκε από πυρκαγιά το 1821 και ανοικοδομήθηκε λίγα χρόνια αργότερα, στεγάζει τη Θεολογική Σχολή Χάλκης.
Αληθές είναι ότι στην Κωνσταντινούπολη βιβλιοθήκη ίδρυσε ο Κωνστάντιος (337-361), γιος του Μ. Κωνσταντίνου, που καταστράφηκε από πυρκαγιά το 477. Περιείχε 120.000 τόμους βιβλίων (!!)
Όταν οι Λατίνοι κατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη το 1204, έκλεψαν από τη βιβλιοθήκη πολλά έργα αρχαίων (1). Τα υπόλοιπα τα σκόρπισαν οι Τούρκοι (1453) ή τα πούλησαν σε εξευτελιστικές τιμές. (2) Άλλες βιβλιοθήκες στην Κωνσταντινούπολη είχαν ιδρυθεί από τον Ιουλιανό και τον Κωνσταντίνο Ζ΄ Πορφυρογέννητο.
Ευτυχώς, όμως, που τα μοναστήρια στην Κωνσταντινούπολη, Άγιο Όρος, Σινά, Πάτμο και τα πατριαρχεία Αλεξανδρείας και Ιεροσολύμων διέσωσαν πάρα πολλά βιβλία και αρχαία ελληνικά ή βυζαντινά χειρόγραφα. Πολλά βιβλία διατηρήθηκαν, ασφαλώς, στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης, στη Μεγάλη του Γένους Σχολή, στο Φανάρι, και στο «Φιλολογικό Σύλλογο» Κωνσταντινούπολης

Η ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΤΗΣ ΧΑΛΚΗΣ

Η Θεολογική Σχολή της Χάλκης ιδρύθηκε το 1844 από τον πατριάρχη Γερμανό Δ’ αρχικά με γυμνασιακό πρόγραμμα, αλλά εξελίχτηκε σε θεολογική σχολή. Λειτούργησε ως ανώτατη σχολή, ισότιμη με τη θεολογική σχολή των πανεπιστημίων της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, ως το 1971, οπότε την έκλεισε η τουρκική κυβέρνηση. Σήμερα λειτουργεί μόνο το γυμνασιακό της τμήμα.
Παρά το γεγονός ότι όλες σχεδόν οι ελληνικές εγκυκλοπαίδειες δεν αφιερώνουν παρά μονάχα ένα μικρό μέρος στην Θεολογική Σχολή της Χάλκης, εν τούτοις, διαβάσαμε εσχάτως μία σημαντική πανεπιστημιακή διατριβή του κ. ΑΝΔΡΕΟΥ Ν. ΜΙΤΣΙΔΟΥ, Πτυχιούχου Θεολογικής Σχολής Χάλκης, Διδάκτορος της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, αλλά και Διδάκτορος της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κολωνίας, υπό τον γενικόν τίτλον: «Η ΕΝ ΧΑΛΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΣΧΟΛΗ», που δημοσιεύθηκε κατά τμήματα στο χριστιανικό περιοδικό «Απόστολος Βαρνάβας, το επίσημο περιοδικό της Εκκλησίας της Κύπρου (3), απ’ την οποία διατριβή αλιεύουμε τα ακόλουθα στοιχεία για το κτίριο της Σχολής και, ασφαλώς, την Βιβλιοθήκη της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης. Διαβάζουμε:

«Το πρώτον κτίριον της Σχολής ήτο ξύλινον, είχε δε όλα τα αναγκαία δια την λειτουργίαν αυτής δωμάτια. Του κτιρίου τούτου περιγραφαί σώζονται δυο μόνον εις τους κώδικας των μαθητικών γυμνασμάτων της Σχολής, εκ των οποίων η μία περιγράφει την ανακαινισθείσαν ιεράν Μονήν, η δε ετέρα περιγράφει ειδικώτερον την Σχολήν.
Του πρώτου τούτου κτιρίου της Σχολής κατά το 1869 εγένετο «γενική μετασκευή και επισκευή, ιδίως της βορείου πλευράς, επί το στερεώτερον και κομψότερον ανοικοδόμησις, του ιερού ναού εσωτερική και εξωτερική διακόσμησις... των Πατριαρχικών δωματίων φιλόκαλος επιμέλεια...».
Το 1891 εγένετο ριζικωτέρα διαρρύθμισις και εκ βάθρων ανακαίνισις του κτιρίου της Σχολής, ίνα ανταποκρίνηται τούτο ακριβώς προς τας ανάγκας της Σχολής και πραγματικώς εξυπηρετή το έργον αυτής από κτιριακής απόψεως. Ατυχώς, όμως, δεν έμελλεν η Σχολή επί μακρόν να χρησιμοποιήση το κατόπιν ακαταβλήτων προσπαθειών και μόχθων ανοικοδομηθέν κτίριον, διότι καταστρεπτικώτατος σεισμός τον Ιούνιο του 1894 κατέρριψε μέγα μέρος αυτού κατά τρόπον ώστε να είναι αδύνατος η επισκευή του εναπομείναντος οικοδομήματος.
Κατεδαφισθέντος του εναπομείναντος τούτου μέρους του κτιρίου της Σχολής, ήρχισε το επόμενον έτος, δαπάναις του γενναιόδωρου ομογενούς Παύλου Σκυλίτση Στεφάνοβικ, τον οποίον η Μεγάλη Εκκλησία ανεκήρυξε «Μέγαν Ευεργέτην της Εκκλησίας και του Γένους», η ανοικοδόμησις του κτιρίου της Σχολής, λιθίνου, απερίττου, σεμνού και αξιοπρεπούς αυτήν την φοράν. Συνεπληρώθη δε η ανοικοδόμησις τούτου τον Οκτώβριον του 1896. Ούτως η Θεολογική Σχολή της Χάλκης απέκτησε κτίριον, οίον έπρεπε να έχη, ώστε σήμερον να προκαλή αληθινήν γοητείαν εις πάντα επισκεπτόμενον το κτίριον αυτής, το οποίον εν τη επιβλητική μεγαλοπρεπεία του προβάλλει ως πραγματικόν μέγαρον (…) (4)
Το κάτω ισόγαιον περιλαμβάνει τα ακόλουθα τμήματα: Το τμήμα της εν τη Σχολή Μεγάλης Βιβλιοθήκης και το τμήμα της τραπέζης και των εξαρτημάτων αυτής.
Το ισόγαιον περιλαμβάνει: Την καλλιμάρμαρον κυρίαν είσοδον, το τμήμα των μελετητηρίων, το τμήμα των παραδόσεων, την Μαθητικήν Βιβλιοθήκην της Σχολής, τας αίθουσας οργάνων Φυσικής και Χημείας, το τμήμα του Νοσοκομείου της Σχολής και το τμήμα των κοιτώνων των μαθητών του Λυκείου.
Προς το ισόγαιον τούτο αντιστοιχεί και ο εντός του Π περικλεισμένος ιερός ναός της Αγ. Τριάδος, έχων εις το εσωτερικόν αυτού τα τρία παρεκκλήσια: της Κυρίας Θεοτόκου της Ελεούσης, του Προφήτου Ηλιού και των Αγ. Γερμανού και Ιωάννου του Θεολόγου. Εν τω περιβόλω του ναού υπάρχει προς τον νότιον τοίχον αυτού το ηλιοστάσιον και πέριξ αι τρεις κινστέρναι του περιβόλου. Όπισθεν δε του ιερού βήματος του ναού ευρίσκονται τάφοι Πατριαρχών, Μητροπολιτών και Καθηγητών της Σχολής.
Το άνω πάτωμα περιλαμβάνει τα ακόλουθα τμήματα: Το Συνοδικόν, το οποίον χρησιμοποιείται και ως αίθουσα τελετών, τον ξενώνα, τα γραφεία της Σχολαρχίας και της Γραμματείας, το τμήμα των διαμερισμάτων των καθηγητών, το τμήμα των διαμερισμάτων του Σχολάρχου, των Συνοδικών Αρχιερέων και της Εφορίας, τα Πατριαρχικά Δώματα εις το άκρον της βορείου πτέρυγος και το τμήμα των κοιτώνων των φοιτητών του Θεολογικού εις την νότιον πτέρυγα.
Σημειωτέον ότι περί το κεντρικόν τούτο κτίριον της Σχολής και εντός του περιβόλου αυτής, περιπεφραγμένου δια τοίχου και υποδιηρημένου εις πολυσχήμους και ανθοστόλιστους κήπους, υπάρχει το κτίριον του μαγειρίου, του πλυντηρίου και του λουτρώνος, αντιστοιχούν προς το κάτω ισόγαιον και έχον υπερκείμενον, αντί στέγης, ευρύχωρον εξώστην. Εις την νοτιοδυτικήν δε πλευράν του τοίχου του περιβόλου ευρίσκεται το εξωτερικόν θυρωρείον της Σχολής.

Η ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΣΧΟΛΗΣ

Η ζωή της βιβλιοθήκης της Σχολής άρχεται με την ίδρυσιν αυτής της Θεολογικής Σχολής και ούτως η ιστορία της βιβλιοθήκης συμβαδίζει με την ιστορίαν της Σχολής, συμπληρούσα αιώνα και πλέον σήμερον.
Τα πρώτα βιβλία της βιβλιοθήκης συνεκεντρώθησαν κατόπιν διαφόρων δωρεών. Άμα τη συγκεντρώσει αρκετών βιβλίων επαρουσιάσθη η ανάγκη υπάρξεως ιδιαιτέρου κτιρίου προς στέγασιν της ούτως εκ διαφόρων δωρεών συσταθείσης βιβλιοθήκης. Προς τούτο ανηγέρθη «λιθόκτιστον και περικαλλές» οικοδόμημα, εν σχήματι τετραγώνου, εις την ανατολικήν πλευράν της Σχολής και όπισθεν ακριβώς του ιερού βήματος του ναού της Σχολής.
Ο κατά το 1894, όμως, επισυμβάς εν Κωνσταντινουπόλει και τοις περιχώροις φοβερός σεισμός κατέστρεψε το κτίριον της Σχολής, ως λιθόκτιστον, τελείως, καταστραφέντος ούτω και του οικοδομήματος της βιβλιοθήκης.
Το νέον σχέδιον της υπό του Μεγάλου Ευεργέτου, φιλογενεστάτου ομογενούς, Παύλου Σκυλίτση Στεφάνοβικ ανεγερθείσης Σχολής δεν περιέλαβε, δυστυχώς, ιδιαίτερον, όπως προηγουμένως, κτίριον δια την βιβλιοθήκην. Δια τούτο, μόλις επανελήφθη η λειτουργία της Σχολής εις το νέον αυτής κτίριον, παρεχωρήθη δια την βιβλιοθήκην μεγάλη αίθουσα εις την νοτιοδυτικήν πλευράν του άνω πατώματος της Σχολής προς την πρόσοψιν.
Η βιβλιοθήκη παρέμεινε λειτουργούσα εις το διαμέρισμα τούτο μέχρι του 1928, ότε, αυξηθέντος κατά πολύ του αριθμού των βιβλίων δια των εκάστοτε δωρεών και του διαμερίσματος τούτου κριθέντος ακαταλλήλου προς στέγασιν της βιβλιοθήκης, μετεφέρθη αύτη εις το ισόγαιον τμήμα της βορείου πλευράς της Σχολής, όπου ευρίσκεται μέχρι σήμερον.
Η βιβλιοθήκη αύτη κατέχει σήμερον άνω των 20 χιλιάδων συγγράμματα, ως και πολύτιμους σειράς, οίαι είναι η διπλή σειρά της Πατρολογίας του Migne (Ελληνική και Λατινική), η σειρά των Πρακτικών των ιερών Συνόδων του Mansi, αι σειραί των Βυζαντινών Συγγραφέων των εκδόσεων Παρισίων και Βόννης, η σειρά των Πατέρων της εκδόσεως των Βενεδικτίνων επίσης τας πρώτας εκδόσεις του Θησαυρού του Ερρίκου Στεφάνου και του Σουίδα, τα λεξικά Καθολικής Θεολογίας (Cabrol - Leclercq), την Θεολογικήν Εγκυκλοπαιδείαν του Hertzog, την Μεγάλην Ελληνικήν Εγκυκλοπαιδείαν και το Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν του Ελευθερουδάκη, αρτίας κατά το μάλλον ή ήττον σειράς των περισσοτέρων περιοδικών και εφημερίδων επί πάσι δε τούτοις και σεβαστόν αριθμόν παλαιτύπων συγγραμμάτων, άτινα εν πολλοίς κέκτηνται και σπανιωτάτας σταχώσεις αυτού του 16ου και 17ου αιώνος.
Η βιβλιοθήκη συνεδέθη στενώς προς το Πανεπιστήμιον Αθηνών και προς πάντας τους εν Αθήναις Συλλόγους, προς τας εν Πετρουπόλει και Μόσχα Ακαδημίας, προς την Ιεράν Σύνοδον της Εκκλησίας της Ρωσσίας, παρ' ων και έλαβε τα υπ' αυτών εκδιδόμενα περιοδικά και λοιπά έργα. Επίσης κατά καιρούς αλληλογράφησε και με τα Πανεπιστήμια 'Οξφορδης, Κανταβρυγίας, Michingan και Σικάγου, παρ' ων το 1907 έλαβε πολύτιμον δωρεάν, πλέον των 100 πολυτίμων Θεολογικών συγγραμμάτων.
Εκτός της Πατριαρχικής ταύτης Μοναστηριακής Βιβλιοθήκης, της οποίας την εποπτείαν έχει η Εφορία της Σχολής μετά του Σχολάρχου και την εσωτερικήν διεύθυνσιν ειδικός Βιβλιοφύλαξ, λειτουργεί και ετέρα Σχολική Βιβλιοθήκη, η και Μαθητική λεγομένη, υπό την άμεσον εποπτείαν του Σχολάρχου και υπό την επίβλεψιν φοιτητών, επιφορτισμένων τα κατά την λειτουργίαν αυτής, ήτις ικανοποιεί τας τρεχούσας πνευματικάς ανάγκας των φοιτητών…».

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Ίδε πρώτον και δεύτερον τόμον του παρόντος βιβλίου μας: «Πού βρίσκονται τα αρχαία ελληνικά χειρόγραφα»
2. Αυτός και ο λόγος που ο εθνικός μας ποιητής αφιέρωσε ειδικό κεφάλαιο για την καταστροφήν των αρχαίων ελληνικών χειρογράφων στον «Δωδεκάλογο του Γύφτου» υπό τον τίτλον: «Ο θάνατος των αρχαίων».
3. «Απόστολος Βαρνάβας», Επίσημο περιοδικό της Εκκλησίας της Κύπρου, Ιανουάριος-Φεβρουάριος 2005.
4. Το σήμερον ούτω επιβλητικώς υψούμενον τούτο κτίριον της Σχολής, έχον σχήμα Π και περικλείον εντός αυτού τον ιερόν ναόν, απαρτίζεται εκ του κάτω ισογαίου, του ισογαίου και του άνω πατώματος, έχουσι δε μήκος αι εξωτερικαι όψεις αυτού, η μεν κεντρική 73.90μ., αι δε των δύο πτερύγων, βορείου και νοτίου, ανά 47.50μ. Το όλον τούτο κτίριον έχει εμβαδόν 2,342.65 τ.μ.

Με σεβασμό και τιμή
ΑΓΓΕΛΟΣ ΠΑΝ. ΣΑΚΚΕΤΟΣ
Τετάρτη, 6 Φεβρουαρίου 2019