04/03/19 22:08 - Καλό ταξίδι, παιδικέ μου φίλε, Ανδρέα!…

 

Καλό ταξίδι, παιδικέ μου φίλε, Ανδρέα!…

Κάπως έτσι πέρασαν τα χρόνια και σήμερα, καθώς συλλογιζόμουν πώς πέρασαν τα χρόνια, από τότε που ο Ανδρέας και ο Νίκος μας έκαναν συνεχώς παρέα, κάθομαι και σεργιανίζω την πένα μου πέρα-δώθε, αναλογιζόμενος τον Ανδρέα Αναστασίου Ζαφειρόπουλος, που πήρε την απόφαση να ταξιδέψει για τόπο χλοερό και ουράνιο «ἔνθα οὐκ ἔστι πόνος, οὐ λύπη, οὐ στεναγμός, ἀλλὰ ζωὴ ἀτελεύτητος.»  Αιωνία σου η μνήμη, καλέ μου φίλε, συγχωριανέ και συγγενή! Καλό ταξίδι, Ανδρέα!...

ΕΝΑ δυσάρεστο άγγελμα, που μου έστειλε χθες στο πρόσωπο-βιβλίο (facebook) ο φίλος και συγχωριανός μου, Βασίλης Πανουτσακόπουλος, με έκανε όχι μόνο μελαγχολικό. Μου έδωσε για μια ακόμη φορά την ευκαιρία να διερωτηθώ τι είναι η ζωή, από πού ερχόμαστε, τι κάνουμε και πού πάμε!
Ο Ανδρέας Αναστασίου Ζαφειρόπουλος, ο Ανδρέας της Δασκαλογιαννούλας, όπως συνηθίζαμε να τον λέμε, ο άνθρωπος που θέλησε να ταξιδέψει τόσο νωρίς για τόπους χλοερούς και ουράνιους, ήταν ένα χρυσό παιδί.
Τον γνώρισα για πρώτη φορά όταν ήρθε με τη μητέρα του (θαρρώ πως το όνομά της είναι Ζωή) και τον αδελφό του Νίκο, όπου κάναμε σχεδόν κάθε μέρα παρέα και ολημερίς δεν σκεφτόμαστε τίποτε άλλο, παρά μονάχα πώς θα κάνουμε χαρούμενους τους συγχωριανούς μας, τους Βεσιναίους. Ώσπου ένα απόγευμα έριξα μια ιδέα:
--Ανδρέα, τι θα έλεγες να παίξουμε Καραγκιόζη;
--Ωραία ιδέα, λέει ο αδελφός του Νίκος, ενώ ο Ανδρέας ήταν λίγο πιο συγκρατημένος. Πιο σκεπτικός. Αυτός και ο λόγος που ρώτησε:
--Και πού θα βρούμε σκηνικά, κουτσούνες, διάφανα σινδόνια της σκηνής και τόσα άλλα, που χρειάζεται ένας καραγκιοζοπαίχτης;
--Μη φοβάσαι, του λέω εγώ: Έτσι κι αλλιώς οι γονείς μου λείπουν στην Αθήνα για τον γάμο του μεγαλύτερου αδελφού μου, Ανδρέα, και όλα θα πάνε μια χαρά!..
--Αν είναι έτσι, εντάξει!..

Από εκείνη την ώρα πέσαμε με τα μούτρα στη δουλειά!.. Βάλαμε τον Παναγιώτη Ζαφειρόπουλο του θείου μου του Φώτη να ετοιμάσει τα … εισιτήρια, διπλογραμμένα στην γραφομηχανή, ώστε να ομοιάζουν με κανονικά εισιτήρια (φοβόμασταν και την … εφορία, βλέπετε!), ο Ανδρέας ανέλαβε να βρει ασετιλίνη για το φως που χρειαζόμασταν για τη σκηνή, ο Νίκος με βοηθούσε στην δημιουργία της κάθε μιας φιγούρας, που ζωγράφιζα αντιγράφοντας διάφορα εξώφυλλα περιοδικών του Καραγκιόζη, ενώ τα μικρότερα αδέλφια μου επιστρατεύτηκαν για τα υλικά της σκηνής!
Κι όχι μόνο!..
Στη σκηνή τον Καραγκιόζη θα τον έκανε ο γράφων, ενώ τα υπόλοιπα πρόσωπα θα τα εμιμείτο ο Παρασκευάς Ζαφειρόπουλος, ο Τσεβάς του Λεωνίδη, όπως τον αποκαλούσαμε όλοι οι συγχωριανοί.

Όλα, λοιπόν, ετοιμάστηκαν στην εντέλεια, αλλά δεν βρίσκαμε ασετιλίνη! Επικοινώνησα με τον αδελφό μου Θεόδωρο στην Αθήνα και μου υποσχέθηκε ότι θα μας την αποστείλει με το λεωφορείο.
Πράγματι, σε λίγες μέρες παραλάβαμε την ασετιλίνη με το περίεργο σχήμα που είχε το δοχείο υποδοχής της. Ρώτησα, λοιπόν, τον Ανδρέα:
--Βρε Ανδρέα, πώς λειτουργεί αυτό το σύστημα;
--Τι να σου πω!.. Δεν γνωρίζω!.. Ο Καρυδόγιαννης θα ξέρει!..
Φέραμε τον Καρυδόγιαννη και όντως μας έδειξε τον τρόπο που έκαιγε η ασετιλίνη, όπως θυμόταν κι αυτός τον καιρό που πολεμούσε στη Μικρά Ασία. Από τις πολλές δοκιμές που κάναμε όμως τελείωσε η ασετιλίνη και μας έμεινε το δοχείο υποδοχής.
--Δεν πειράζει, Ανδρέα, θα βάλουμε κεριά!.

Ήρθε, λοιπόν, η πολυπόθητη Κυριακή!.. Στήσαμε το σκηνικό στο προαύλιο της Εκκλησίας, κουβαλήσαμε όλες τις κουβέρτες που είχαμε στο σπίτι για να κάθονται αναπαυτικά οι θεατές στα καθίσματα, που έφερε ο Παναγιώτης Ζαφειρόπουλος από τα διπλανό μαγαζί, και στο τέλος βάλαμε τον θείο μας τον Γεώργιο Σακκέτο (αδελφό της Χριστίνας, συζύγου του Λάμπη Αθανασόπουλου), να διαλαλήσει την βραδινή παράσταση σε όλο το χωριό!..

Ο ήλιος άρχισε να γέρνει... Έξω οι θεατές είχαν γεμίσει τα καθίσματα και οι «καραγκιοζοπαίχτες», έχοντας το ύφος… χιλίων καρδιναλίων, ως πρόσωπα της βραδιάς, πήραμε τις κατάλληλες θέσεις κι αρχίσαμε για λίγο τις δοκιμές, διαβάζοντας ένα έργο του Καραγκιόζη, που μου διαφεύγει αυτή τη στιγμή ο τίτλος του.
Μόλις σκοτείνιασε ανάψαμε πολλά κεριά και τα βάλαμε μπροστά από το λευκό και διάφανο πανί (μια τσαντίλα, για όσους τη γνωρίζουν, επειδή είναι διάφανη), αλλά, για κακή μας τύχη, οι έγχρωμες φιγούρες εμφανίζονταν σαν σκιές και το χειρότερο φαίνονταν πεντακάθαρα τα πρόσωπα και οι κινήσεις που κάναμε με τον Τσεβά, πιάνοντας τη μύτη μας για ν’ αλλάζουμε τις φωνές, ενώ έξω οι θεατές είχαν ξεκαρδιστεί στα γέλια, όχι με το έργο, αλλά … μ’ εμάς!!

Στην αρχή δεν καταλάβαμε τι συνέβαινε και νομίζαμε ότι οι θεατές γελούσαν με το έργο, παρά το γεγονός ότι ο Παναγιώτης Ζαφειρόπουλος μάς χτυπούσε μάταια την οθόνη με ένα ραβδί, ενώ το πανί αυτό (η τσαντία, δηλαδή) από το χτύπημα του ραβδιού έριξε κάτω μερικά κεριά και η οθόνη άρχισε να παίρνει φωτιά!!
Οι θεατές ξεκαρδισμένοι στα γέλια άρχισαν να υποχωρούν κι εμείς, αφού σβήσαμε τη φωτιά, διαλύσαμε το σκηνικό και μεταφέραμε μέσα στη νύχτα τα ρούχα στο σπίτι να μη χαθούν!

Το φεγγάρι ήδη είχε ανέβει μια οργιά ύψος!.. Κι όπως φώτιζε σαν αυγουστιάτικο φεγγάρι, εμείς με τον Ανδρέα, τον Νίκο και τα υπόλοιπα παιδιά, καθίσαμε επί ώρες στο πέτρινο τουράκι της εκκλησίας και προβληματιζόμασταν τι στο καλό πάθαμε και δεν πήγε καθόλου καλά η παράσταση, παρά το γεγονός ότι ο Ανδρέας με τον Νίκο μας έστειλαν αργότερα από την Πάτρα ολοκαίνουργιες κουτσούνες (φιγούρες) για κάποια άλλη απόπειρα, που θα αποτολμούσαμε στο χωριό!..

Κάπως έτσι πέρασαν τα χρόνια και σήμερα, καθώς συλλογιζόμουν πώς πέρασαν τα χρόνια, από τότε που ο Ανδρέας και ο Νίκος μας έκαναν συνεχώς παρέα, κάθομαι και σεργιανίζω την πένα μου πέρα-δώθε, αναλογιζόμενος τον Ανδρέα Αναστασίου Ζαφειρόπουλος, που πήρε την απόφαση να ταξιδέψει για τόπο χλοερό και ουράνιο «ἔνθα οὐκ ἔστι πόνος, οὐ λύπη, οὐ στεναγμός, ἀλλὰ ζωὴ ἀτελεύτητος.»

Αιωνία σου η μνήμη, καλέ μου φίλε, συγχωριανέ και συγγενή!
Καλό ταξίδι, Ανδρέα!...

Ο ξάδελφός σου Αγγελής
(Άγγελος Παν. Σακκέτος)