06/03/19 21:21 - Φτερούγισε στους ουρανούς μια ανθρώπινη καρδιά!..

 

Φτερούγισε στους ουρανούς μια ανθρώπινη καρδιά!..

Παντού παρών ο θείος μου ο Γιάννης!.. Και στις χαρές και στις λύπες του χωριού!.. Ακόμη περισσότερο όταν έτρεξε πρώτος να αρπάξει το σώμα του αιμόφυρτου αδελφού μου, Γιάννη, του οποίου είχε βγει το ένα μάτι σε ένα παιχνίδι που έκανε με άλλα συνομήλικα παιδιά, το ξυλίκι όπως το λέγανε! Αλλά, ας μην περιγράψω άλλο τη σκηνή!... Το χωριό μας έχασε ένα άξιο τέκνο του. Ας ευχηθούμε λοιπόν το χώμα που θα τον σκεπάσει να είναι ελαφρύ. Η μνήμη του θα μείνει για πάντα χαραγμένη στην καρδιά μας!.. Θείε Γιάννη, καλό ταξίδι!…

Η ΤΑΒΟΥΛΟΒΕΡΓΑ δεν έλεγε να σταματήσει!.. Κάθε φορά που χτυπούσε το νταούλι, οι γύρω ρεματιές αχολογούσαν από τους μουσικούς ρυθμούς τόυ τραγουδιού, που χόρευε με καμάρι ο (εκ πατρός) αγαπημένος μου θείος, Ιωάννης Κωνσταντίνου Σακκέτος!
Ο παπα-Σπύρος, θείος κι αυτός από πλευράς μητρός μου, χτυπούσε ρυθμικά τα χέρια του και καμάρωνε τον χορό που έκανε ο τότε ένστολος Ιωάννης, αφού είχε πάρει άδεια από το στρατό, και είχε έρθει στο πανηγύρι του χωριού!
--Ώπα, ώπα!.. ο ένας!
--Ώπα, ώπα!.. ο άλλος!
Και ξανά χορός.. και ξανά χορός… και πάλι χορός… ώσπου ο θείος μου ο Γιάννης έρχεται προς το μέρος μου, με αγκαλιάζει σφιχτά (θάμουν δεν θάμουν οκτώ ετών) και με σηκώνει στον αέρα φωνάζοντας: «Γεια σου, Αγγελάκο μου!...».


Στη φωτογραφία ο πατεράκος μου, Παναγιώτης Σακκέτος, ως ταχυδρομικός διανομέας, μοιράζει τα γράμματα στους συγχωριανούς. Στο πίσω μέρος, με το πόδι πάνω στο πέτρινο σκαλοπάτι, διακρίνεται ο θείος μου Ιωάννης Σακκέτος.

Έπρεπε να περάσουν χρόνια για να ερμηνεύσω την κίνησή του!.. Και τούτο διότι ο θείος μου ο Γιάννης, βλέποντας όλους να συμμετέχουν «ψυχή τε και σώματι» στο ξέφρενο πανηγύρι, δεν ήθελε να υπάρχει έστω και ένα άτομο που να μη συμμετέχει στη χαρά! Δεν ήθελε να βλέπει άνθρωπο να μελαγχολεί!.. Συνειδητοποιώντας λοιπόν τι μπορεί να αισθάνεται η ψυχούλα ενός παιδιού, σαν τη δική μου, με σήκωσε ψηλά και άρχισε να με ασπάζεται με στοργή δακρυρροώντας!
Ευτυχώς που τη σκηνή αυτή δεν την είδαν ο πατεράκος μου και η μανούλα μου, διότι χόρευαν και διότι από τη μεγάλη συγκίνηση ίσως να έβαζαν τα κλάματα!.. Ευτυχώς!.. Και λέω «ευτυχώς» διότι ο θείος μου με πήγε μπροστά τους να με δουν ότι κι εγώ μετέχω σε όλα αυτά «τα θεία δρώμενα της μικρής φυλής», όπως έλεγα συχνά στο θείο μου κάθε φορά που με ρωτούσε τι κάνω στη ζωή!..
--Χόρευε, Πάνο!..φώναζε ο ένας για τον πατέρα μου, που σταύρωνε τα πόδια του στον αέρα και στριφογύριζε το σώμα του επί τόπου!
--Χόρευε, Κανέλλα, έλεγε ο άλλος, που προσπαθούσε χαμογελώντας να συγκρατήσει τον πατέρα μου με το μαντήλι στο χορό! Ένας χορός που είχε ένα τέλος δίχως τέλος!..

ΠΑΝΤΟΥ παρών ο θείος μου ο Γιάννης!.. Και στις χαρές και στις λύπες του χωριού!.. Ακόμη περισσότερο όταν έτρεξε πρώτος να αρπάξει το σώμα του αιμόφυρτου αδελφού μου, Γιάννη, του οποίου είχε βγει το ένα μάτι σε ένα παιχνίδι που έκανε με άλλα συνομήλικα παιδιά, το ξυλίκι όπως το λέγανε! Αλλά, ας μην περιγράψω άλλο τη σκηνή!...
Πρώτος στα πανηγύρια!.. Πρώτος στους γάμους, πρώτος στα βαπτίσια, πρώτος στις εξόδιες ακολουθίες!.. Και το δάκρυ να κυλάει ασταμάτητα!.. Ποτάμι, όπως λέει ο θυμόσοφος λαός!
Μια φορά (δεν θυμάμαι σε πια γιορτή ξωκλησιού) έτρεχε να βγει πρώτος για να πάρει, ως έπαθλο, την «κουλούρα», που ζύμωνα και στόλιζαν οι νοικοκυρές του χωριού! Οι άλλοι είχαν μείνει “πολλά στάδια” πίσω!.. Επειδή, όμως, μόλις «ξανάφαινε η εικόνα της εκκλησίας» στο ξάγναντο του χωριού, έπρεπε να χτυπάει συνεχώς η καμπάνα, που είχα αναλάβει να την χτυπήσω εγώ, βλέποντας ότι δεν μπορούσα γιατί το χτύπημα είχε μια δική του τεχνική με το μακρύ σχοινί, παράτησε την κουλούρα και τρέχοντας άρχισε να χτυπάει μόνος του την καμπάνα επιτρέποντας στους άλλους να πάρουν το πολυπόθητο έπαθλο!

Όταν σκοτώθηκε ο πατεράκος μου, καθώς τον παρέσυρε ένα τουριστικό λεωφορείο εκείνο το μελαγχολικό πρωϊνό της 8ης Ιουλίου 1975, ήταν ο πρώτος που κατέφτασε στο σπίτι μας!.. Θυμάμαι που δεν έμπαινε μέσα, αλλά έπιασε μια κολώνα της ΔΕΗ και χτυπούσε με δύναμη το κεφάλι του πάνω σ’ αυτήν φωνάζοντας: «Τι έπαθες, ρε Πάνο μου!...»
Το ίδιο και όταν πέθανε η μανούλα μου!.. Αγκάλιαζε την πόρτα του σπιτιού και φώναζε δυνατά: «Πού είσαι, ρε Κανέλλα μου!..»

Τελευταία φορά που το είδα ήταν όταν πήγα στο χωριό, τον Αύγουστο του 2013, όπου μου έκανε νόημα να πάω κοντά του:
--Ξέρεις, μου λέει χαμογελώντας, μου χρωστάς ένα ρουσφέτι!
--Γιατί;, του λέω!
--Γιατί σε ψήφισα και σαν υποψήφιο βουλευτή και σαν υποψήφιο ευρωβουλευτή!

Τότε γέλασα με την καρδιά μου!.. Σήμερα, όμως, έκλαψα πολύ!.. Κι έκλαψα πολύ διότι δεν έχασα μόνον έναν θείο. Έχασα τον άνθρωπο, που γνώριζε τι θα πει ανθρωπιά και πώς να μεταδίδει την αγάπη του στους ανθρώπους, είτε συγγενείς είτε φίλους είτε συγχωριανούς.
Σήμερα φτερούγισε στους ουρανούς μια ανθρώπινη καρδιά!..Το χωριό μας έχασε ένα άξιο τέκνο του. Ας ευχηθούμε λοιπόν το χώμα που θα τον σκεπάσει να είναι ελαφρύ. Η μνήμη του θα μείνει για πάντα χαραγμένη στην καρδιά μας.

Θείε Γιάννη, καλό ταξίδι!..

Με σεβασμό και αγάπη
Ο ανιψιός σου Αγγελής