17/04/19 16:17 - Εν Εκκλησίαις…

 

Εν Εκκλησίαις…

17 Απριλίου: Συμεώνος (1) ιερομάρτυρος επισκόπου εν Περσία (†344), Αγαπητού πάπα Ρώμης (†536) Αδριανού μάρτυρος (†251), Μακαρίου επισκόπου Κορίνθου (2), του Νοταρά (†1805).

(1) Στην Περσία υπήρχε χριστιανική κοινότητα, που οι άνθρωποι της είχαν αμεμπτή ζωή και μεγάλη αυταπάρνηση, έτοιμοι να θυσιαστούν για το όνομα και τη δόξα του Χριστού. Καρδιά αυτής της κοινότητας ήταν ο επίσκοπος Συμεών, παράδειγμα χριστιανικής ζωής. Ο Άγιος Ιερομάρτυς Συμεών έζησε κατά τους χρόνους του βασιλέως των Περσών Σαβωρίου και ήταν προϊστάμενος των Εκκλησιών Κτησιφώντος και Σαλήκ (στη Σελευκεία). Οι Πέρσες έβλεπαν τους χριστιανούς σαν αγκάθι στο μάτι τους. Γι' αυτό και τους διέβαλαν στο βασιλιά Σαπώρ τον Β', με το πρόσχημα ότι είχαν επαναστατικές διαθέσεις. Αμέσως ο Σαπώρ διέταξε να φέρουν τον επίσκοπο δεμένο μπροστά του. Ο Συμεών διαβεβαίωσε το βασιλιά ότι η χριστιανική θρησκεία κάνει νομιμόφρονες πολίτες και όχι ανόητους επαναστάτες. Ο βασιλιάς, όμως, ήταν τόσο προκατειλημμένος εναντίον του, που διέταξε να τον φυλακίσουν. Στη φυλακή ο Συμεών γνώρισε τον Γοθαζάτ (ή Γουζθαδάτ), λιποτάκτη χριστιανό, που αλλαξοπίοτησε για να σώσει το κεφάλι του. Τότε ο Συμεών, με κατάλληλο τρόπο, συγκίνησε και πάλι την καρδιά του Γοθαζάτ για το Χριστό. Όταν το έμαθε αυτό ο Σαπώρ, οργισμένος, αποκεφάλισε τον Συμεών και τον Γοθαζάτ, και επιπλέον άλλους 1150 χριστιανούς από την εκεί Εκκλησία, μαζί με τον πρεσβύτερο Αύδελα. Έτσι, όλοι έδωσαν τους εαυτούς τους, «προσφοράν και θυσίαν τω Θεώ εις όσμήν ευωδιάς» (1. Προς Εφεσίους ε'). Δηλαδή, προσφορά και θυσία στο Θεό, για να είναι μπροστά Του μυρωδιά ευωδιαστή. Την τελευταία στιγμή στο στρατόπεδο των μαρτύρων, προστέθηκε και ο κουροπαλατής του βασιλιά, ονόματι Φουσίκ. Ήταν κρυπτοχριστιανός και όταν είδε έναν από τους 1150 να δείχνει κάποια ταραχή, πλησίασε και τον προέτρεψε να μείνει πιστός μέχρι τέλους. Όταν το έμαθε αυτό ο Σαπώρ, διέταξε να τον φονεύσουν με τον πιο σκληρό τρόπο. Έτσι του έκοψαν τη γλώσσα και στη συνέχεια τον έγδαραν ζωντανό.

(2) Ο άγιος Μακάριος γεννήθηκε στην Κόρινθο το 1731 και οι ευσεβείς γονείς του Γεώργιος και Αναστασία ανήκαν στην περίφημη οικογένεια των Νοταράδων. Το βαπτιστικό του όνομα ήταν Μιχαήλ και τα εγκύκλια γράμματα τα έμαθε στην πατρίδα του. Από μικρή ηλικία εθέλγετο από τη μοναχική ζωή και άσκηση. Για το λόγο αυτό έφυγε κρυφά από τους γονείς του και πήγε στο Μέγα Σπήλαιο. Γρήγορα όμως ο πατέρας του τον ανακάλυψε και τον οδήγησε πίσω στο σπίτι τους, όπου ο Μιχαήλ αφοσιώθηκε στη μελέτη και σπουδή των Θείων Γραφών. Όταν αργότερα η Κόρινθος είχε έλλειψη διδασκάλου ανέλαβε εκείνος δωρεάν την εκπαίδευση και εν Κυρίω νουθεσία των νέων. Ως διδάσκαλος διέπρεψε όχι μόνο για τις πλούσιες και ανεξάντλητες γνώσεις του και τη μεταδοτικότητά του αλλά και τη σεμνότητα και το χαρακτήρα του. Η αγάπη και η εκτίμηση των συμπατριωτών του στο πρόσωπό του εκδηλώθηκε αμέσως μετά το θάνατο του επισκόπου τους Παρθενίου (1764) όταν πρότειναν στον Πατριάρχη Σαμουήλ ως διάδοχό του τον λαϊκό Μιχαήλ, ο οποίος εκάρη μοναχός μετονομασθείς σε Μακάριο και εν συνεχεία χειροτονήθηκε αθρόων επίσκοπος Κορίνθου. Στη διάρκεια του Ρωσοτουρκικού πολέμου αναγκάσθηκε να καταφύγει με την οικογένειά του στη Ζάκυνθο και εν συνεχεία στην Ύδρα, όπου μόνασε σε κάποιο μοναστήρι. Όταν αργότερα τα πράγματα ηρέμησαν η Ιερά Σύνοδος του Πατριαρχείου εξέλεξε νέο επίσκοπο Κορίνθου ίσως διότι ο Μακάριος εγκατέλειψε την επαρχία του και έφυγε. Τότε ο Μακάριος άρχισε να περιφέρεται σε όλα τα περίφημα μοναστικά κέντρα της εποχής. Τελικά εγκαταστάθηκε στη Χίο, όπου μαζί με τον Αθανάσιο Πάριο και τον ιερομόναχο Νικηφόρο Χίου βρήκε τη ψυχική του γαλήνη. Εκοιμήθη ειρηνικά στις 17 Απριλίου 1805.

Το Απολυτίκιον της Ημέρας
Ήχος δ’. Ο υψωθείς εν τω Σταυρώ.

Ως υποφήτης των ενθέων δογμάτων, Μαρτυρικόν συνασπισμόν επαλείφεις, λόγοις ομού και πράξεσι προς άθλους ιερούς, μεθ' ων και συνήθλησας, Συμεών Ιεράρχα, και Χριστώ ανέδραμες, συν αυτοίς ανακράζων. Ιδού ημείς ως πρόβατα σφαγής, τη ση αγάπη, Σωτήρ ελογίσθημεν. https://www.youtube.com/watch?v=W2gS_kjP-U0