25/04/19 22:55 - Ο Σκαφτιάς

 

Ο Σκαφτιάς 

Βαρυά κοιμάται ο γέροντας, αυτός που κάθε μέρα
εκίναε 'ς άκοπη δουλειά,
προτού λαλήσουν τα πουλιά
στον ήσυχο αέρα.

Βαρυά κοιμάται σήμερα, κ' η δίκοπή του μνήσκει
ριμένη ακόμα στην αυλή,
όπου, σαστίζοντας, αργή
τ' αβέβαιο φως τη βρίσκει.

Του κάκου αποχαιρέτησαν της χαραυγής το χρώμα
όλαις του κήπου του η φωλειαίς.
Μην ονειρεύεται; Γειά ιδές!
Γελάει τ' αχνό του στόμα.

Δε θα ξυπνήση• αλλοίμονο! για το φτωχό ασπρομάλλη
πώσκαψε κάμπους και βουνά,
δύο πήχαις τόπο μοναχά
τώρα θα σκάψουν άλλοι.

Θαρρείς οπού, αναπαύοντας τη σκεβρωμένη ράχη,
λαλήματ' άλλα καρτερεί,
να χαιρετήσουν μίαν αυγή, που φως αιώνιο θάχη.


ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΜΑΡΚΟΡΑΣ