25/09/11 22:20 - Μ’ ένα φυσερό στο χέρι για ν’ ανάψει το καμίνι…

 

Μ’ ένα φυσερό στο χέρι για ν’ ανάψει το καμίνι…

Διαβάστε ένα σύγχρονο ποιητικό αφιέρωμα σ’ ένα επάγγελμα, που χάνεται, όπως ο σιδεράς, τον οποίο στα παλιά χρόνια τον λέγαμε "γύφτο", επειδή ασχολείτο συνεχώς με χαλκώματα και άλλα σιδερικά, τα χέρια και το πρόσωπό του ήταν συνέχεια μαυρισμένα και μαυριδερά από την κάπνα της φωτιάς, αλλά που διέθετε πάντα μια καρδιά μικρού παιδιού!..

Ο σιδεράς

Ήρθε ο σιδεράς να μείνει απ’ την Πόλη στο χωριό μας,
μ’ ένα φυσερό στο χέρι για ν’ ανάψει το καμίνι,
να βαρέσει τις αξίνες, τους κασμάδες και τις τσάπες,
τα τσεκούρια, τα δρεπάνια, τα σφυριά και τις βαριές,
όλα τα καρφιά, τις μάσιες ίσως και τους μεντεσέδες
κι ήταν όλοι εκεί οι αφέντες
μ’ ένα «γύφτο» μοναχό!..

Απ’ του Καύκασου τα μέρη – κάπου εκεί κοντά στο Πόντο,
πέρασε κι απ’ την Τασκένδη, όπου έμαθε τη τέχνη
να φυσάει με το πλεμόνι για ν’ ανάψει τη φωτιά,
ίσως για να κοκκινίσει πιο πολύ αυτό το αμόνι,
που το βλέπουν οι κυράδες
και κρατούσαν τις τανάλιες
τα σιδερικά να γίνουν
καθαρά σαν τη φωτιά!

Απ’ του Καύκασου τα μέρη κι απ’ του Βόσπορου το κύμα
μοναχός ο γύφτος κάνει μια πορεία μακρινή,
τα χαλκώματα στην πλάτη κουδουνίζουν σαν χτυπάνε
μια στην πλάτη, μια το χέρι,
μια στην έρμη τη σιωπή!...

 Γανωτές, χαλκωματάδες κι όσους «γύφτους» είχε φέρει
απ’ τον Πόντο μοναχός του για να βρούνε τη δουλειά,
τις φωνές και τα σκουσμάρια τα είχε αφήσει σαν εικόνες,
που τις βρίσκεις πεταμένες σε κασέλες και σκουτιά!

Πόναγαν τα σωθικά του, που τον έλεγαν «βρωμιάρη»
ρυπαρό μα και τσιγκούνη, άνθρωπο μελαχρινό,
ατημέλητο, που έχει μες τα χέρια του την κάπνα
και βαράει το αμόνι
και φυσάει τη φωτιά!

 Τόσοι κόσμοι μες τα μάτια κάθε τόσο τού περνάνε
και θυμάται τη ζωή του σαν να ήταν καραβάνι
σαν τον καλατζή μονάχος, που δεν είχε ένα αγέρι
να δροσίσει αυτά τα χείλη
όπως ήτανε ξερά.

Και βαρούσε το αμόνι …

Λέει πως ήτανε στην Πόλη με πεντ’ έξι μουσουλμάνους
κι άκουγε το μουεζίνη με μελωδική φωνή
απ’ τον μιναρέ που ήταν να καλεί για το Κοράνι
τους πιστούς με τη φωνή του
«Αλλά ου άκμπαρ» να λέει
-Ο Θεός είναι μεγάλος-
και ο σιδεράς μονάχος
το σταυρό του να τον κάνει
αφού είχε συντροφιά του
δίπλα την Αγιά Σοφιά!

 Κύλαγαν χοντρά στα μάτια, κάτι δάκρυα μεγάλα,
και θυμόταν τη ζωή του πώς περνούσε τη νυχτιά,
να ’ρχεται – λέει – ο αφέντης και αυτός να μη μιλάει,
παρά βάραγε το αμόνι και φυσούσε τη φωτιά!

Αχ, καημένη μου, πατρίδα, όλο έλεγε και πάλι,
κάπου εκεί στη Μικρασία, που είχε γέρους τους γονείς,
αλλά φούσκωνε το στήθος και δεν σήκωνε κεφάλι
και βαρούσε το αμόνι μοναχός κι ολημερίς!

 Μέταλλα πολλά βαρούσε κι είχε δίπλα σε μια κούπα
λίγο απ’ το κρασί να πίνει, να ξεχνάει όσο μπορεί,
κι όταν φύσαγε ο λίβας κι ο ιδρώτας να κυλάει,
πάντα είχε μια κουβέντα μες το στόμα για να πει!

Και βαρούσε το αμόνι…

 Σαν κοκκίνιζε η χύτρα, που ήταν χάλκινο ενθύμιο
μιας γερόντισσας που πήγε να τη λιώσει στη φωτιά,
να τη δώσει στους εμπόρους για να πάρει τη δραχμή της
μήπως πάρει για το γιό της κάτι λίγα γιατρικά!

Δεν το βάσταξε η καρδιά του
και γυρίζει μες το δάκρυ
να της δώσει και τη χύτρα κι ό,τι είχε για παρά!

Και βαρούσε το αμόνι…

Όλα αυτά τα τεντζερέδια τα βαρούσε ο πόντιος πάλι
και θυμόταν τη ζωή του στη Τασκένδη πάνω εκεί,
μια τσιγγάνα που τον είδε και του γύρισε κεφάλι
κι είχε μείνει αυτή η εικόνα στο μυαλό του καρφωτή!

Και βαρούσε το αμόνι
και θυμότανε κι αυτή…

ΑΓΓΕΛΟΣ Π. ΣΑΚΚΕΤΟΣ