12/10/11 16:52 - Τι λέγανε οι Γάλλοι για τους Έλληνες!.. (2)

Τι λέγανε οι Γάλλοι για τους Έλληνες!.. (2)

Επειδή τελευταία κι αυτός ακόμη ο Πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας κ. Νικολά Σαρκοζί άρχισε να στρέφει τα νώτα του στην Ελλάδα, από την οποία μάλιστα έχει και καταγωγή, του θυμίζουμε σε μια σειρά άρθρων τις σχέσεις της Γαλλίας με τον Ελληνισμό και, ασφαλώς, τι έλεγαν οι συμπατριώτες του Γάλλοι διανοούμενοι ή στοχαστές για την Ελλάδα, τους Έλληνες και τον Ελληνικό Πολιτισμό!.. Σήμερα συνεχίζουμε με τον Μέγα Ναπολέοντα!..

Ας θυμηθούμε ένα ιστορικό γεγονός:
Ο Ναπολέων ξεκίνησε τον Ιούλιο του 1798 με 38.000 στρατό παίρνοντας μαζί του πολλούς σοφούς, καλλιτέχνες και τεχνίτες, γεωργικές μηχανές και ολόκληρο υλικό για να διανοίξει τον ισθμό του Σουέζ. Στο διάστημα της πορείας του κυρίεψε τη Μάλτα, αποβιβάστηκε μετά στον όρμο του Αμπουκίρ, κυρίεψε την Αλεξάνδρεια και βάδισε εναντίον του Καΐρου. Οι Μαμελούκοι ιππείς που προσπάθησαν να του φράξουν το δρόμο νικήθηκαν στη μάχη των Πυραμίδων (21 Ιουλίου 1798) και έτσι η Αίγυπτος έγινε γαλλική. Μετά βάδισε εναντίον της Συρίας. Στο μεταξύ έφτασε ο Νέλσον, που έκαψε το γαλλικό στόλο στο Αμπουκίρ στην περίφημη ναυμαχία του Νείλου και αποβίβασε τουρκικό στρατό στην παραλία. Ο Ναπολέων γύρισε και νίκησε τον τουρκικό στρατό. Σ' αυτές τις επιχειρήσεις τον βοήθησε και ένα σώμα Ελλήνων της Αιγύπτου, εθελοντών, με αρχηγό το Νικόλαο Τσεσμελή ή Παπάζογλου!
Κλείνοντας το θέμα για τον Μέγα Ναπολέοντα, ας θυμηθούμε επίσης, ότι το νησί Έλβα είναι κυρίως γνωστό ως ο τόπος εξορίας του Ναπολέοντα (1814-1815). Από εκεί ο Γάλλος ηγεμόνας δραπέτευσε, ξαναγύρισε στη Γαλλία, για να νικηθεί, ύστερα από τη διακυβέρνησή του των «εκατό ημερών», στη μάχη του Βατερλό (18 Ιουνίου 1815). Στην αρχαιότητα το νησί αυτό ονομαζόταν από τους Έλληνες Αιθαλία και από τους Λατίνους Ilva.
Και κάτι ακόμη:
Επειδή η Κορσική έχει συνδεθεί με την ζωή του Ναπολέοντα, ας θυμηθούμε ότι στην 1η χιλιετία π.Χ. η Κορσική έγινε κέντρο Φοινίκων εμπόρων, οι οποίοι έφτασαν στο νησί και υποδούλωσαν τους κατοίκους του, πιθανόν Κελτίβηρες. Στους Έλληνες ήταν γνωστό με τα ονόματα Κύρνος, Κόρση, Κορσία. Αργότερα καταλήφθηκε κατά σειρά από τους Φωκαείς, Ετρούσκους, Συρακούσιους, Καρχηδόνιους και τέλος από τους Ρωμαίους, το 3ον αι. π.Χ., οι οποίοι ίδρυσαν αποικίες-κέντρα επεξεργασίας και αγοράς αγροτικών προϊόντων. Μετά την κατάλυση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας η Κορσική υπέφερε από επιδρομές Βανδάλων (8ος και 7ος αι.) και Αράβων (9ος-11ος αι.). Όταν οι τελευταίοι διώχτηκαν οριστικά από το νησί, ο πάπας εμπιστεύτηκε την προστασία και τη διοίκησή του στους Πισάτες (11ος αι.). Οι τελευταίοι λίγο αργότερα διώχτηκαν από τους Γενουάτες. Έπειτα από επανειλημμένες εξεγέρσεις των Κορσικανών, η Γένουα πούλησε τελικά το νησί στη Γαλλία το 1768. Η ένωση όμως με τη Γαλλία προκάλεσε σφοδρές αντιδράσεις μεταξύ των Κορσικανών, οι οποίοι επαναστάτησαν υποκινούμενοι και από τους Άγγλους, αλλά οι αντιδράσεις καταπνίγηκαν με την επέμβαση του Ναπολέοντα Βοναπάρτη το 1796 (ο οποίος ήταν Κορσικανός).
Δεν είναι τυχαίο το γεγονός, ότι πολλοί Έλληνες, όταν η Επανάσταση του 1821 έφτανε στο τέλος της, σκέφτηκαν να προσφέρουν το θρόνο της Ελλάδας στον Ναπολέοντα Β’ (1811-1832), που ήταν μοναδικός γιος του Ναπολέοντα Α' και της δεύτερης γυναίκας του Μαρίας Λουίζας. Μόλις γεννήθηκε ανακηρύχτηκε βασιλιάς της Ρώμης. Μετά την παραίτηση του πατέρα του, ανακηρύχτηκε αυτοκράτορας της Γαλλίας, δεν αναγνωρίστηκε όμως από καμιά από τις τότε μεγάλες Δυνάμεις. Όταν το 1815, ο Ναπολέοντας εξορίστηκε στην Αγία Ελένη, την κηδεμονία του ανέλαβε ο παππούς του Φραγκίσκος Β' της Αυστρίας που του όρισε ως κατοικία το ανάκτορο του Σέμπρουν, όπου έζησε και πέθανε με τον τίτλο του Δούκα του Ράιχστατ. Πέθανε νέος από φυματίωση. Με αφορμή τους θρύλους που πλέχτηκαν γύρω από το όνομά του και την παραμονή του στο αυστριακό παλάτι, ο Ροστάν εμπνεύστηκε το έμμετρο δράμα του «Ο αετιδέας».

Ποιος μπορεί να λησμονήσει, όμως, και την Νίκαια, την πασίγνωστη πόλη της νοτιοανατολικής Γαλλίας, πρωτεύουσα του νομού των Παραθαλάσσιων Άλπεων (Αλπ Μαριτίμ); Είναι χτισμένη στις ακτές τις Μεσογείου, στην Κυανή Ακτή και έχει αναπτυχθεί πολύ στον οικονομικό, τουριστικό και πολιτιστικό κέντρο της χώρας. Σημαντική είναι και η πνευματική της ζωή (πανεπιστήμιο, μουσεία αρχαίας και σύγχρονης τέχνης, το μουσείο με έργα του Ματίς και το μουσείο με έργα του Σαγκάλ, μουσείο φυσικής ιστορίας κ.ά.). Στην πόλη υπάρχουν μνημεία του 12ου και 17ου αιώνα.
Κι όμως!..
Η Νίκαια χτίστηκε από Έλληνες Φωκαείς της Μασσαλίας τον 5ο αι. π.Χ. Το 2ο αι. π.Χ. υποτάχτηκε στους Ρωμαίους. Το 813 λεηλατήθηκε από Σαρακηνούς πειρατές. Αργότερα περιήλθε στη γαλλική κομητεία της Προβηγκίας, ενώ κατά τον 11ο αιώνα έγινε ανεξάρτητη. Το 1246 την κυρίεψαν οι Ανδεγαυοί και το 1388 παραχωρήθηκε στον Αμεδαίο Ζ', κόμη της Σαβοΐας. Το 1543 την πολιόρκησαν και την κατέστρεψαν Γάλλοι και Τούρκοι του Μπαρμπαρόσα. Κατά τη Γαλλική Επανάσταση κατέφυγαν στη Νίκαια πολλοί Γάλλοι ευγενείς. Η κατάληψή της από τα γαλλικά στρατεύματα του στρατηγού Ανσέλμ έγινε το 1792 και τον επόμενο χρόνο ενσωματώθηκε στη Γαλλία. Το 1814 παραχωρήθηκε στο Πεδεμόντιο και το Μάρτιο του 1860 αποδόθηκε οριστικά στη Γαλλία. Το γεγονός επισημοποιήθηκε με δημοψήφισμα (15 Απριλίου 1860).
Αλλά και η πόλη Νιμ της νότιας Γαλλίας, πρωτεύουσα του νομού Γκαρ έχει ελληνικό χρώμα. Στην πόλη διασώζονται πολλά μνημεία της ρωμαϊκής εποχής, όπως το αμφιθέατρο 24.000 θέσεων του 1ου αι. μ.Χ., ο Πύργος Μάνι του 1ου αι. π.Χ., ο Τετράγωνος Οίκος, οικοδόμημα του 1ου αι. μ.Χ. που χτίστηκε σύμφωνα με τα ελληνικά πρότυπα και στη σύγχρονη εποχή στεγάζει το μουσείο της πόλης, το ρωμαϊκό υδραγωγείο Ποντ ντι Γκαρ, που από το 1985 αποτελεί Μνημείο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν επίσης ο μητροπολιτικός ναός και ο ναός του Αγίου Κάστορα, του 11ου αιώνα. Στην πόλη υπάρχουν επίσης αρχαιολογικό μουσείο, μουσείο καλών τεχνών κ.ά.

Ήρθε, όμως, ή στιγμή να μιλήσουμε για τον Γεράσιμο Πιτσαμάνο, το φτωχό παπαδοπαίδι απ’ την Κεφαλονιά, που έγινε ο προσωπικός ζωγράφος του Μεγάλου Ναπολέοντα και αρχιτέκτονας του Τσάρου Αλεξάνδρου της Ρωσίας!
Διαβάζουμε:

«ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΣΕ ΠΟΛΛΟΥΣ ΓΝΩΣΤΟ ότι προσωπικός ζωγράφος του Μεγάλου Ναπολέοντα υπήρξε ένας Κεφαλονίτης, ο Γεράσιμος Πιτσαμάνος. Την εποχή της παντοκρατορίας του Ναπολέοντα στην αυτοκρατο­ρική του Αυλή, μεταξύ των ευνοουμένων καλλιτε­χνών, που ζούσαν σχεδόν μέσα στα ανάκτορα και εί­χαν τη δυνατότητα ν' απολαμβάνουν όλες τις εξαιρε­τικές περιποιήσεις που επιδαψιλευονταν προς τους φι­λοξενουμένους του αυτοκράτορα, ήταν και ο γιος ενός πάμφτωχου Κεφαλονίτη παπά.
Βέβαια ο Γεράσιμος Πιτσαμάνος δεν ήταν ευνοού­μενος χωρίς λόγο και αιτία. Δεν τον θεωρούσε ο Να­πολέων μεγάλο ζωγράφο χωρίς να έχει ταλέντο. Ούτε και τον κρατούσε δίπλα του, μέσα στην ίδια την αυτο­κρατορική Αυλή, χωρίς να έχει εκτιμήσει το έργο του. Ο Γεράσιμος Πιτσαμάνος ήταν μια ιδιοφυΐα, ένας με­γάλος καλλιτέχνης, ένας ζωγράφος με ταλέντο που με τον χρωστήρα του δημιουργούσε αριστουργήματα.
Αυτός ήταν και ο λόγος που μια μέρα ο Μέγας Nα πόλεων τον παρασημοφόρησε και τον διόρισε καθηγη­τή στη σχολή Καλών Τεχνών στο Παρίσι, ακριβώς γιατί δεν ήθελε να τον χάσει. Επιθυμούσε ο Γάλλος αυτοκράτορας να μπορεί να έχει τις καλλιτεχνικές του ιδέες και για πολλά άλλα πράγματα, θεωρώντας τον πάντοτε ως ένα των σημαντικότερων συμβούλων του σε θέματα Τέχνης (….)
Κάποτε ο Πιτσαμάνος έφυγε απ' την Κέρκυρα πι­κραμένος από το φθόνο μερικών ζηλότυπων. Αυτοί δεν λείπουν ποτέ από πουθενά. Όλες οι εποχές έχουν αυ­τά τα φίδια τα φαρμακερά που μπορούν να προκαλέ­σουν προβλήματα. Ο Πιτσαμάνος, αυτός που τόσα πρόσφερε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, πήρε μια μέρα το δρόμο για χώρες της Ανατολής, όπου εργάστηκε σαν ελεύθερος καλλιτέχνης. Η ιστορία αυτή τον είχε πικράνει διπλά, γιατί απ' τη μια μεριά είχε αναγκα­στεί να εκπατριστεί κι' απ' την άλλη δεν του πήγαινε στον χαρακτήρα ο τρόπος αυτός της νέας ζωής που α­ναγκάστηκε να κάνει, περιοδεύοντας σε διάφορες χώρες.
Στην ατυχία του όμως αυτή βρέθηκε σαν «ο από μηχανής θεός» ένας Κερκυραίος ευπατρίδης, που είχε εκείνα τα χρόνια καταλάβει μεγάλα αξιώματα στη Ρωσία. Ο Ιωάννης Καποδίστριας (1776-1831) βρισκόταν τότε στη Ρωσία κι' άγνωστο πώς επικοινώνησε με τον Γεράσι­μο Πιτσαμάνο, τον οποίο και κάλεσε το 1820 να πάει στη Ρωσία. Ο μεγάλος καλλιτέχνης δεν έχασε την ευκαιρία. Έσπευσε ν' ανταποκριθεί στην πρόσκληση του Καποδίστρια και πολύ σύντομα βρέθηκε κοντά του. Δεν πέρασε πολύς καιρός και ο Τσάρος, ύστερα από εισήγηση του Καποδίστρια, προσκάλεσε τον Πι­τσαμάνο στ' ανάκτορα. Ο αυτοκράτορας είχε ενημε­ρωθεί για τον Έλληνα αρχιτέκτονα και ζωγράφο και ήθελε να τον χρησιμοποιήσει για να χτίσει κάποια νέα κτίρια. Ο Τσάρος του ζήτησε να κάνει τα σχέδια της Μητρόπολης του Κίσναβου, να του προτείνει πώς πρέπει να χτιστεί ένα Μέγαρο για τους Απομάχους κι ακόμα να σκεφτεί για την κατασκευή κάποιων άλλων κτιρίων, τα οποία ήταν απαραίτητα να γίνουν στην πρωτεύουσα του Ρωσικού κράτους.
Ο Γεράσιμος Πιτσαμάνος ενθουσιάστηκε, θεώρησε κατ' αρχήν πολύ τιμητική την πρόσκληση που του έγι­νε και τον ικανοποίησε το γεγονός ότι ένας ολόκληρος Τσάρος, πανίσχυρος εκείνα τα χρόνια και θεωρούμενος μια απ' τις πιο μεγάλες ηγετικές φυσιογνωμίες της ε­ποχής, του εμπιστευόταν τα σχέδια τόσων σπουδαίων κτιρίων. Αφού ευχαρίστησε λοιπόν τον Ρώσο αυτοκράτο­ρα του δήλωσε ότι αρχίζει απ' την επομένη τη μελέτη των σχεδίων για τα κτίρια και τη Μητρόπολη. Πράγ­ματι δεν άργησε να τα υποβάλλει στα ανάκτορα όπου κλήθηκαν άλλοι Ρώσοι αρχιτέκτονες και τεχνικοί για να τα δούνε και να διατυπώσουν τη γνώμη τους.
Tα αρχιτεκτονικά σχέδια του Κεφαλονίτη Πιτσαμάνου ήταν τόσο καλά μελετημένα, είχαν τόση αρ­τιότητα κι ήταν τόσο προσαρμοσμένα στο πνεύμα και στις επιθυμίες του Τσάρου και των συμβουλών του, που όχι μόνο κανείς δεν βρήκε να κάνει μια παρατήρηση, αλλ' όλοι μ' ένα στόμα εκφράσανε το θαυμασμό τους για τον Έλληνα αρχιτέκτονα. Ο Τσάρος Αλέξανδρος ενθουσιάστηκε και βέβαια δεν παρέλειψε να πει στον Καποδίστρια πως δεν φανταζόταν ότι ο συμπατριώτης του τον οποίον με τόση θέρμη σύστησε θα ήταν τόσο τέλειος….» (Γιάννης Καιροφύλλας: «Η Μικρή Ιστορία Μεγάλων Ελλήνων», Εκδόσεις Φιλιππότη, Αθήνα 1995, σελ.165-174).

Και κάτι ακόμη: Γνωρίζει κανείς τον Σταμάτη Βούλγαρη, Κερκυραίο αρχιτέκτονα και ζωγράφο, που πήρε μέρος στη μάχη του Βατερλό; Διαβάζουμε:
«… Ο Σταμάτης Βούλγαρης ήταν άνθρωπος με πολ­λές ανησυχίες. Στο στρατό το Μεγάλου Ναπολέοντα η παρουσία του ήταν έντονη. Από τα υπάρχοντα ιστο­ρικά στοιχεία που ερεύνησε στο Παρίσι ο Παύλος Κυριαζής αποδεικνύεται, ότι πήρε μέρος σε πολλές επικίνδυνες αποστολές μέχρι το 1815 που ο λαμπρός ή­λιος του Ναπολέοντα άρχισε να δύει. Έκανε κάποτε, όπως φαίνεται, ένα μυστικό ταξίδι στα Επτάνησα. Οι Γάλλοι δεν μπορούσαν να χωνέψουν την Αγγλική κυ­ριαρχία σ' αυτή την περιοχή και τον έστειλαν να μελετήσει την κατάσταση, αλλά πιάστηκε στο στενό του Οτράντο αιχμάλωτος από τους Άγγλους, οι ο­ποίοι τον έκλεισαν στις φυλακές της Μάλτας ως επι­κίνδυνο κατάσκοπο. Μετά την αποφυλάκιση του, το Φεβρουάριο του 1810 και ύστερα από αρκετό καιρό ε­πέστρεψε στην Κέρκυρα. Είδε τους δικούς του στο Αλεύκι — είχε εκεί μια αδελφή παντρεμένη, την Ιουστίνα — χάρηκε την αγαπημένη του Κέρκυρα, που δεν μπορούσε να λησμονήσει παρά τα χρόνια που έλειπε στη Γαλλία κι από εκεί έφυγε στην Ήπειρο με ειδική αποστολή κι επέστρεψε στο Παρίσι, όταν οι Άγγλοι κατέλαβαν και την Κέρκυρα.
Ο Βούλγαρης πήρε μέρος στην περίφημη μάχη του Βατερλό και μετά την πτώση του Ναπολέοντα απομα­κρύνθηκε απ' το Γαλλικό στρατό. Ιστορικές πηγές τον παρουσιάζουν το 1823 να πολεμάει στην Ισπανία και λίγο αργότερα στις Αντίλλες και στη Μαρτινίκα…» (Γιάννης Καιροφύλλας: «Η Μικρή Ιστορία Μεγάλων Ελλήνων», Εκδόσεις Φιλιππότη, Αθήνα 1995, σελ. 207)

Συνεχίζεται..