29/11/11 23:45 - Το Άγνωστο Λεξιλόγιο του Παπουλάκου!...


Το Άγνωστο Λεξιλόγιο του Παπουλάκου!...

Ποιες λέξεις χρησιμοποιούσε ο άγιος της Πελοποννήσου οι οποίες στη σημερινή γενιά φαίνονται άγνωστες, ενώ τον καιρό εκείνο ήταν στην καθημερινή χρήση από ανθρώπους θυμόσοφους και βαθιά θρησκευόμενους, όπως οι Μοραΐτες, που είχαν τον δικό τους επικοινωνιακό δίαυλο με τον προφήτη του Μοριά!..

 

ΕΙΝΑΙ γεγονός ότι ο Παπουλάκος έκανε πολλές περιοδείες και μίλησε σε όλα σχεδόν τα χωριά και τις κωμοπόλεις του Μοριά. Άνθρωποι «λογιώ-λογιώ», που λέει κι ο λαός μας, άκουσαν με δέος και σεβασμό τα όσα έλεγε ο άγιος της Πελοποννήσου, ενώ οι γυναίκες κρέμονταν κυριολεκτικά από τα χείλη του.
Μακάρι να είχαμε στη διάθεσή μας ορισμένα γραφτά του ή κάποια απ’ τα κηρύγματά του. Δυστυχώς αυτό δεν κατέστη δυνατόν, μ’ εξαίρεση ελάχιστα κείμενα, όπως μερικές επιστολές, που διασώζουν οι ιστορικοί, με αποτέλεσμα να μην έχουμε την δυνατότητα να δούμε τον τρόπο με τον οποίον έγραφε ή μιλούσε.
Ο γράφων, λοιπόν, για να καλύψει όσο είναι δυνατόν, αυτό το κενό, διάβασε όσα κείμενα έχουν γραφτεί για τον Παπουλάκο και μέσα από τα κείμενα αυτά αλίευσα τις λέξεις ή τις φράσεις, που έλεγε ο Άγιος της Πελοποννήσου, αλλά που είναι δύσκολο να τις κατανοήσει σήμερα ένα ελληνόπουλο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και πολλές άλλες στο λεξιλόγιο του καιρού εκείνου. Στη συνέχεια η ταπεινότητά μου έκανε την νεοελληνική απόδοση των λέξεων αυτών ή την όποια ερμηνεία τους, έχοντας ως πολύτιμους βοηθούς τα διάφορα ελληνικά λεξικά και ιδίως το Μέγα Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας, των Εκδόσεων Παπύρου, που με βοήθησε πάρα πολύ στην διασταύρωση των ερμηνειών.
Δράττομαι της ευκαιρίας να ευχαριστήσω και την αδελφή μου Γεωργία Σακκέτου – Βλαχάκη, που με βοήθησε κι αυτή στην αναζήτηση πολλών από τις λέξεις που ακολουθούν.
Περιττό να πω, ότι το Λεξιλόγιο που ακολουθεί είναι μόνον η αρχή και εύχομαι κάποια στιγμή να μας βοηθήσει ο Θεός για μια καλύτερη και πιο διεξοδική προσπάθεια, που θα γίνει στο μέλλον, για να διασωθεί η ντοπιολαλιά των πατεράδων μας!
Ας ελπίσω ότι αυτός ο κόπος δεν θα πάει χαμένος και πως οι νέες γενιές θα έχουν στη διάθεσή τους το Άγνωστο Λεξιλόγιο του Παπουλάκου, έτσι ώστε όχι μόνον να είναι εις θέσιν να γνωρίζουν τι έλεγε ο προφήτης του Μοριά, αλλά και τι εννοούσε ο άγιος της Πελοποννήσου, καθώς θύμιζε συνεχώς στους πιστούς «τα θεοτικά» και όχι «τα άθεα γράμματα»:

 

αβάσταχτο = αβάστακτο
αβγατισμένο = αυξημένο
αβέρτα = επίρρ.) [αβέρτος]· 1. στο ύπαιθρο· 2. ανοιχτά, διάπλατα· 3. αναφανδόν, ελεύθερα, ανεμπόδιστα, απροκάλυπτα· 4. απεριόριστα, απλόχερα, σπάταλα.
αγανάχτηση = αγανάκτηση
αγαναχτισμένος = αγανακτισμένος
αγαρινοί = Αγαρηνοί
αγγελοσκιάστηκε = ή αγγελοσκιάχτηκε, από το αγγελοσκιάζω 1. τρομάζω κάποιον· 2. αγγελοκρούομαι, τρομάζω βλέποντας τον άγγελο τού θανάτου, πνέω τα λοίσθια· 3. ταράζομαι, τρομάζω· 4. σεληνιάζομαι· 5. αγγελοκόβω.
αγέρας = αέρας, άνεμος (αγέρηδες = άνεμοι)
άγιασμα = αγίασμα
αγιοτικά = περί των αγίων
αγκλαμενούρα =  είδος αχλαδιάς
αγκλίτσα = γκλίτσα
αγκωνάρι = πέτρα διαμορφωμένη για γωνίες σπιτιών.
αγλαβουτσιά = είδος δένδρου
αγναντεύω = βλέπω, παρατηρώ κάτι από μακριά και συνήθως από ψηλά, ατενίζω
αγνάντια = και αγνάντι (επίρρ.)· απέναντι, αντίκρυ.
αγνάντιος = -α, -ο [επίρρ. αγνάντια]· 1. αυτός που βρίσκεται απέναντι, αντικρινός, αντικριστός· 2. (το ουδ. ως ουσ.) το αγνάντιο· α) θέα από μακριά, αγνάντεμα· β) ύψωμα από όπου βλέπει κανείς τη γύρω περιοχή.
αγριότη = αγριότη(τα)
αδικοσέρνεσαι = σύρεσαι αδίκως
αδράχνω = και αδράζω και δράχνω· 1. αρπάζω, γραπώνω, πιάνω κάτι βίαια· 2. (για φωτιά) περικαίω, καψαλίζω.
αερικό = α) το κλίμα, η υγιεινή κατάσταση ενός τόπου· β) δυνατός άνεμος, ανεμοδούρα· γ) σίφουνας, ανεμοστρόβιλος· δ) κεραυνός· ε) κακοποιό πνεύμα, δαιμόνιο, που προσβάλλει τους ανθρώπους και προξενεί νευρικές ή ψυχικές παθήσεις (αλλ. στοιχειό, ξωτικό, νεράιδα).
αθρώποι = άνθρωποι
άθρωπος = άνθρωπος
ακίδα = και αγκίδα ή αγκίθα, η (Α ακίς)· 1. οξύ άκρο, αιχμή (συνήθως βελόνας, βέλους, αγκιστριού κ.ά.)· 2. μικρό αιχμηρό κομμάτι, που αποσπάται από ξύλινο αντικείμενο, σχίζα, σκλήθρα· || (νεοελλ.) μικρό μεταλλικό καρφί, που χρησιμοποιείται στη ναυπηγική· || (αρχ.) 1. αιχμηρό αντικείμενο, βελόνα· 2. βέλος, ακόντιο· 3. κέντρισμα, παρόρμηση. // Το αγκάθι του περιβλήματος του καστάνου.
ακλουθάτε με = ακολουθήστε με
ακλουθώντας = ακολουθώντας
ακονίζω = και ακονώ -άω 1. κάνω με το ακόνι κοφτερή την κόψη μεταλλικού οργάνου, τροχίζω («ακονίζω το μαχαίρι»)
ακουρασιά = χωρίς κούραση
ακρορεματιά = άκρη του ρέματος
αλάκαιροι = ολάκαιροι, ολόκληροι
αλάκαιρος = ολάκαιρος
αλαλάξανε = φωνάξανε από χαρά
αλαφιάζω = 1. φοβίζω, τρομάζω κάποιον· 2. τρομάζω ο ίδιος, ξαφνιάζομαι, τά χάνω, τό βάζω στα πόδια· 3. (παθ.) καταλαμβάνομαι από ταραχή, φοβάμαι· 4. (παθ. μτχ.) αλαφιασμένος, -η, -ο· α) φοβισμένος, ταραγμένος· β) λαχανιασμένος· γ) επιρρεπής στον φόβο, μη ψύχραιμος.
αλαφρό = ελαφρό, ελαφρύ
αλαφροπατώντας = πατώντας με ελαφρά βήματα
αλαφρότερος = ελαφρότερος, ελαφρύτερος
αλησμόνηκα = λησμόνησα, ξέχασα
αλησμονώ= λησμονώ, ξεχνώ
άλικος = -η, -ο· = 1. αυτός που έχει βαθύ κόκκινο χρώμα, ο κατακόκκινος· 2. αυτός που έχει ανοιχτό κόκκινο χρώμα, κοκκινόχρωμος, κοκκινωπός.
αλλονών = άλλων ανθρώπων
αλλουνούς = άλλους
αλμπάνης, θηλυκό αλπάνισσα = 1. πεταλωτής, καλιγωτής (το θηλ. δηλώνει τη γυναίκα τού πεταλωτή)· 2. (συχνά με ονόματα δηλωτικά επαγγέλματος) αδέξιος, άπειρος· «γιατρός είναι αυτός ή αλμπάνης
αλύχτημα = το [αλυχτώ]· υλακή, γάβγισμα.
αλυχτώ   = αλυχταίνω: ζεσταίνω, χορταίνω, θερμαίνω
αλωνάρης = αυτός που αλωνίζει
αμάντρωτο = χωρίς μάντρα, τοίχο
αμασχάλη = μασχάλη
αμάχη = δι(αμάχη)
αμαχωμένους = απόμαχους
αμείβουνται = αμείβονται
αμείλιχτοι = αμίλητοι, σιωπηλοί
αμετακούνητος = αμετακίνητος
αμετάλλαγος = αμετάλλακτος, αναλλοίωτος
αμολήσω = ελευθερώσω
αμπάρα = η μπάρα: 1. σιδερένιος ή ξύλινος μοχλός, που τοποθετείται πίσω από θύρα από τη μια παραστάδα μέχρι την άλλη για να εμποδίσει το άνοιγμά της, σύρτης, μάνταλο· 2. κάθε χοντρό και μικρό σε μήκος ξύλο που μοιάζει με αμπάρα.
αμποδάω = εμποδίζω, δυσκολεύω
αμυαλιά = χωρίς μυαλά, ανοησία
ανάβαθα = χωρίς βάθος
αναβροχιά = άνευ βροχής
αναγάλλιασα = αισθάνθηκα αγαλλίαση, ψυχική ευφορία
αναδεύω = αναμιγνύω, ανακατεύω, αναταράσσω· || (νεοελλ.) 1. ζυμώνω πολύ, ανακατεύω κάτι (πηλό, ζύμη κ.λπ.)· 2. κινώ, ανασκαλεύω· || 3. (αμτβ.) κινούμαι στον ίδιο τόπο, συσπειρώνομαι, ανασαλεύω (π. χ. το παιδί στην κοιλιά τής μάνας)· || (αρχ.) υγραίνω, βρέχω, εμποτίζω με υγρό.
αναθεματίζω = (Α αναθεματίζω)· 1. καταριέμαι, βλασφημώ· 2. (παθ. μτχ.) αναθεματισμένος, -η, -ο· (αρχ.-μσν. ανατεθεματισμένος, -η, -ον) ο άξιος κατάρας ή αποστροφής, καταραμένος· || (Εκκλ.) παραδίδω κάποιον στο ανάθεμα, αποκηρύσσω, καταδικάζω, αφορίζω· || (αρχ.) προσφέρω ως ανάθημα, αφιερώνω
αναίστητος = αναίσθητος
ανακαθισμένος = καθισμένος καλύτερα και πιο αναπαυτικά
ανάκατα = ανακατεμένα
ανακατοσούρα, η = γυναίκα, που ανακατεύεται σε όλα
αναπάντεχα = απρόσμενα
ανάπαψη = ανάπαυση
ανασηκώθη = ανασηκώθη(κε).
ανασκουμπώνω = Ι. ανασηκώνω τα μανίκια· «ανασκούμπωσέ με»· II. (μέσ.) 1. σηκώνω τα μανίκια και απογυμνώνω τα χέρια για να μην εμποδίζομαι στην εργασία μου· 2. προετοιμάζομαι, είμαι έτοιμος να ενεργήσω.
αναψαριά = χωρίς ψάρια
ανέμη = 1. συσκευή που με την περιστροφή της επιτρέπει το ξετύλιγμα μιας κούκλας νήματος και το ξανατύλιγμα στα μασούρια, ανεμοδούρα, ροδάνι· 2. η άτρακτος στην οποία τυλίγεται και ξετυλίγεται το σκοινί στο μαγγανοπήγαδο.
ανέμυαλες = άμυαλες, ανόητες, επιπόλαιες.
ανεμυαλιά = άνευ μυαλού, ανοησία.
ανεπρόκοπος = άνευ προκοπής, ακαμάτης.
ανήμπουρους = ανήμπορος, ασθενής, ανάπηρος.
ανθρώποι = άνθρωποι
ανόρεχτος = χωρίς όρεξη, ανορεξία.
ανταμώνω = συναντώ
ανταρτεύω = γίνομαι  αντάρτης.
αντερί = χιτώνας ανατολικής προέλευσης, μακρύς και ανοιχτός μπροστά, που στην τουρκοκρατία τον φορούσαν συνήθως οι άνδρες· 2. ο εσωτερικός χιτώνας, πουκάμισο· 3. το εσωτερικό ράσο των ιερέωναντικρύ = αντίκρυ.
αντιμετρηθώ = αναμετρηθώ
αντίς = αντί, προκειμένου να …
αντισκέδιο = αντισχέδιο, ενάντιος σχεδιασμός
αντισκόβω = διακόπτω (αντίσκοψεν = διέκοψε τον συνομιλητή_
αντιστήλι =  στήριγμα στήλης, αντιστήριγμα
απαλάμη = παλάμη (απαλάμες = παλάμες)
απάνω = επάνω, πάνω
απαράλλαχτος-η = αυτός που δεν παρουσιάζει παραλλαγές, ή διαφορές σχετικά με κάποιον άλλο, ο εντελώς όμοιος («ίδιος κι απαράλλαχτος»)· || (αρχ.-μσν.) ο αμετάβλητος.
απαρατώ = παρατώ, αφήνω (απαράτησε = παράτησε)
απέ = 1. (ως πρόθ.) από κάτι ή από κάπου («απέ το χέρι την κρατεί»)· 2. (επίρρ. χρον.) κατόπιν, έπειτα («τράβα τώρα κι απέ βλέπουμε»). Πρόκειται για διαλεκτική παραλλαγή της πρόθεσης από, της οποίας η χρήση επεκτάθηκε και ευρύτερα, με πιθ. επίδραση του απέκει -απέει (πρβλ. παιδάι < παιδάκι).
απές = απέ (βλέπε λέξη)
απήγανος = 1. είδος φαρμακευτικού και αρτυματικού φυτού, η Ρούτα η βαρύοσμος· 2. (φρ.) (ως απευχή) «ξορκισμένος με τον απήγανο»· μακριά από εδώ!
απιδιά = αχλαδιά
απλάδι= 1. ανοιχτός επίπεδος τόπος· 2. απλάδενα (= μεγεθυντ. του ουσ. απλάδι).
απόγιομα = απόγευμα
αποδιώχνω = αποδιώκω, διώχνω, διώχνω, απομακρύνω· || (νεοελλ.) 1. διώχνω με εύσχημο τρόπο, ξεφορτώνομαι· 2. εγκαταλείπω κάποιον, παύω να τον προστατεύω. (απόδιωξε = έδιωξε οριστικά)
αποζητώ = επιθυμώ κάτι να βρω, θέλω (αποζητούσε = ήθελε)
αποθέτω = εναποθέτω, τοποθετώ (αποθέσει = τοποθετήσει, ακουμπήσει)
αποκαμωμένος = πολύ κουρασμένος, εξαντλημένος
αποκορώνω = αποκαρώνω, κάνω κάποιον να περιπέσει σε λήθαργο, αποκοιμίζω, αποβλακώνω· || (νεοελλ.) 1. θαμπώνω, καταπλήσσω κάποιον· 2. η μτχ. αποκορωμένος, -η, -ο· (με έννοια αποτροπιασμού) «αποκορωμένο νάναι το κακό», «η αποκορωμένη» (για οποιαδήποτε λοιμώδη ή ανίατη νόσο).
αποκοτιά =  τόλμη, θάρρος· || (νεοελλ.) θρασύτητα (αποκοτώ, απόκοτος)
αποκρίνω = απαντώ [αποκρίθη = απεκρίθη, αποκρίθη(κε)]
απόκριση = απάντηση
απολησμονώ = ξεχνώ τελείως (απολησμονάτε  = ξεχνάτε τελείως)
αποξεραθώ = ξεραθώ τελείως (αποξεραθεί = αποξηρανθεί, ξεράθηκαν)
αποριξίμι = απόριγμα κ. απόρριμμα, το· 1. ό,τι πετιέται ως περιττό, άχρηστο υπόλειμμα, σκουπίδι· 2. πρόωρο γέννημα, έκτρωμα· 3. έκτρωση, αποβολή εμβρύου· 4. άνθρωπος (ή ζώο) ελαττωματικός, μισερός. (απόρριξε = ζώο που αποβάλλει, εκ του απορρίπτω)
αποσβολώνω =  κάνω κάποιον να σωπάσει από κατάπληξη ή ντροπή· || (μσν.) μαυρίζω κάτι με ασβόλη, καπνιά.
απόσκιος  = ο απόσκιος-α, -ο [σκιά]· 1. αυτός που παρέχει σκιά ή βρίσκεται σε σκιά, ο σκιερός· 2. (το ουδ. ως ουσ.) το απόσκιο ή τα απόσκια· τόπος σκιερός.
αποσταίνω = κουράζομαι (απόστασα = κουράστηκα)
αποσώσω =  (ό,τι σώσω, αλλά και αποτελειώσω)
απόφυγα = απέφυγα
αραδιάζω: 1. βάζω στην αράδα,  σειρά· 2. βάζω σε τάξη, (για στρατό) παρατάσσω· 3. προσορμίζομαι, αγκυροβολώ· || (νεοελλ.) διηγούμαι με κάθε λεπτομέρεια.
αραποσίτι =  αραβόσιτος, το καλαμπόκι
άραχλος =  από το άραχθος -η, -ο· δυστυχής, συφοριασμένος, κακότυχος. («μαύρος κι άραχλος», που λέει ο λαός μας)
αργαλειός = 1. ο υφαντικός ιστός, το κύριο όργανο της υφαντικής· 2. οποιοδήποτε εργαλείο· 3. το αντρικό μόριο· 4. είδος παιχνιδιού των παιδιών· 5. ο μηχανορράφος, ο ραδιούργος.
αργαστήρι =  το εργαστήρι.
άργητα, η  = καθυστέρηση, αργοπορία
αργιολόϊ = είδος κρησάρας, όπου έβαζαν καρπούς δημητριακών για καθάρισμα
άρεθε = άρεσε
αριά = αραιά
αρίδι = μικρό τρυπάνι    
άρμη = η άλμη: 1. το θαλασσινό νερό, και ιδιαίτερα το νερό τής αλυκής, που έχει υποστεί μερική εξάτμιση· 2. λεπτό στρώμα αλατιού που απομένει στο σώμα ή το έδαφος ύστερα από την εξάτμιση τού θαλασσινού νερού· 3. νερό μέσα στο οποίο έχει διαλυθεί αλάτι, σαλαμούρα· || (αρχ.) 1. το νερό τής θάλασσας, η θάλασσα· 2. η αλμυρότητα τού εδάφους ως στοιχείο τής κακής του ποιότητας.
αρχίνημα = αρχίνισμα (αρχινισμένο = έχει αρχίσει, είναι στην αρχή, ξεκινημένο)
αρχόντοι = άρχοντες
αρωτώ = ερωτώ, ρωτώ
ασθενικιά = ασθενική
ασκεδίαστα = ασχεδίαστα
ασκέρι = 1. σώμα στρατού τακτικού ή άτακτου· 2. (μτφ.) πολυμελής ομάδα ή οικογένεια.
ασκημος, η, ο  = άσχημος, η, ο
ασκητάδες = ασκητές, μοναχοί
ασκηταριό = το [ασκητής]· η κατοικία του ασκητή.
ασουλούπωτος, η = ανοικοκύρευτος, η 1. αυτός που δεν έχει σουλούπι, δηλαδή καλή εξωτερική εμφάνιση, ο άκομψος, ο απεριποίητος· 2. (για πράγματα) ο κακοφτιαγμένος
αστενικός = ασθενικός (αστενικιά = ασθενικιά, ασθενική
αστράχα = το κενό μεταξύ κεραμιδιών και τοίχου
αστροπή = αστραπή
ασυλλογησιά = ανοησία, απρονοησία
ασυναίστητα = ασυναίσθητα
ατοί = εαυτοί («Να μετανοιώσετε ατοί σας…»)
αυγατίζω = αυξάνω, πολλαπλασιάζω
αυγινή = πρωϊνή
αυτουνού = αυτού του ανθρώπου
αφανίζω = εξαφανίζω (αφάνιζε = εξαφάνιζε)
αφαρπάζομαι = είμαι ευερέθιστος (αφαρπάζεσαι = αρπάζεσαι, γίνεσαι νευρικός, οξύθυμος, θυμώνεις)
αφιονίζω = ναρκώνω
αφιονισμένος = από το αφιονίζω [αφιόνι]· 1. ναρκώνω κάποιον με αφιόνι· 2. (μτφ.) α) αποπλανώ, εξαπατώ· β) εμποτίζω κάποιον με ορισμένες ιδέες, φανατίζω.
αφορκισμός = αφορισμός: 1. αξίωμα, ορισμός σύντομος και ακριβής· 2. εκκλησιαστική ποινή που σημαίνει την πρόσκαιρη ή ισόβια αποκοπή κάποιου πιστού από το σώμα της Εκκλησίας· || (αρχ.) διάκριση, ορισμός.
αχαΐρευτος = 1. όποιος δεν έκανε ή δεν είναι ικανός να κάνει χαΐρι, ο ανεπρόκοπος· 2. ο άτυχος, ο κακότυχος· 3. δύστροπος, κακός· 4. (για ζώα και φυτά) καχεκτικός, αδύνατος· 5. (το ουδ. ως ουσ.) (ευφημ.) το αχαΐρευτο· το γεννητικό όργανο.
αχαμνός, ή, ό = 1. πλαδαρός, μαλακός· 2. χαλαρός· 3. ασθενικός, αδύνατος· 4. αδύνατος, ισχνός· 5. άρρωστος· 6. βλαβερός· 7. (για λόγια) ασθενικός, σιγανός· || (νεοελλ.). Ι. (φρ.) «το αχαμνό μέρος»· γυναίκα ή ανύπαντρη κόρη που χρειάζεται προστασία· II. (το ουδ. ως ουσ.) 1. ατύχημα, κακό· 2. (πληθ.) α) οι όρχεις· β) η βουβωνική χώρα· III. (το ουδ. ως επίρρ.) αχαμνά· 1. χωρίς ένταση, ασθενικά· 2. χαλαρά· 3. (φρ.) «είμαι...» ή «βρίσκομαι αχαμνά»· είμαι άρρωστος.
άχνα = 1. αχνός, ατμός· 2. ελαφριά πνοή, αναπνοή· 3. (φρ.) «δεν βγάζω άχνα»· δεν μιλάω καθόλου, σωπαίνω.
άχνη = άχνα, μιλιά
αχνός = ο όρος σημαίνει κατά βάση ισχνός και δεν έχει σχέση με την άχνα, τον αχνό. («τ’ αχνό του πρόσωπο», λέει ο Κωστής Μπαστιάς, στον «Παπουλάκο», σελ. 127).
αχός = ήχος, βουητό
αχρόνιαγος = αχρόνιστος και αχρόνιαστος, -η, -ο· 1. αυτός που δεν χρόνισε, που δεν συμπλήρωσε ακόμη ένα έτος· 2. (σε κατάρα) εκείνος που μακάρι να μη χρονίσει, να πεθάνει πριν περάσει ο χρόνος.
άχτι = το· 1. επιθυμία για εκδίκηση· 2. σφοδρή επιθυμία, πόθος.
αψηφώ = περιφρονώ, δεν λαμβάνω υπόψη 
βαγγέλιο = Ευαγγέλιο
βαγένι = βαρέλι με κρασί
βαλαντωμένος = στενοχωρημένος συνήθως από ερωτική απογοήτευση
βαλμάς = 1. αυτός που τρέφει άλογα, γαϊδούρια, βόδια, βουβάλια κ.λπ. 2. εκείνος που τρέφει άλογα και τα νοικιάζει για αλώνισμα και άλλες γεωργικές εργασίες· 3. αυτός που κατευθύνει τ' άλογα κατά το αλώνισμα· 4. ο γκιόνης.
βάνω = βάζω
βαρειά = βαριάη· (Μ βαρέα)· βαρύ, μεγάλο σιδερένιο σφυρί.
βαρέλα = βαρέλι για νερό
βαριοπούλα = μικρή βαρειά
βαρυγόμια = βαρυγκόμια, δυσανασχέτηση, γογγυσμός
βαρυτόπι = ή βαρυτοτόπι: παιχνίδι που έπαιζαν με τόπι τυλιγμένο με κουρέλια. (Αρχαίο παιχνίδι, που μνημονεύει και ο Ιάκωβος Φάλκε στο έργο του: «Ελλάς»)
βασκανία = μάτιασμα (βλέπε λέξη βάσκανος)
βάσκανος  = (AM βάσκανος, -ον)· 1. κακός, κακεντρεχής, που έχει κακό μάτι («βάσκανος μοίρα»)· 2. (για μάτια) αυτός που φέρνει βασκανία, που ματιάζει· || (αρχ.) 1. κακολόγος, υβριστής· 2. συκοφάντης, διαβολεύς· 3. μάγος.
βαφτισιμιά = βαπτιστικιά, βαπτισμένο παιδί, πνευματικό τέκνο
βγάνω = βγάζω (έβγανε – έβγαζε)
βελέτζα = η  βελέντζα· βαρύ μάλλινο κλινοσκέπασμα με κρόσια, φλοκάτη.
βερεσέδια= χρέη [βερεσές ο· Ι. 1. αγορά με πίστωση, πίστωση· 2. (πληθ.) οι βερεσέδες ή τα βερεσέδια· χρέη που οφείλονται σε έμπορο από αγορά με πίστωση· II. (επίρρ.) βερεσέ· χωρίς πληρωμή, με πίστωση (φρ. «πήρα βερεσέ το λάδι»)· III. (μτφ.) «τ’ ακούω βερεσέ»· δεν τα λαμβάνω σοβαρά υπ’ όψιν μου.
βίκος =  ο (Α βικίον, το και βικία, η)· το φυτό vicia sativa, κατάλληλο για κτηνοτροφή.
βιός = περιουσία
βίτσα, η = (Μ βίτσα)· 1. λεπτή και ευλύγιστη βέργα από δέντρο ή θάμνο· 2. μαστίγιο από σκοινί δεμένο σε κοντό ξύλινο ραβδί· 3. (φρ.) α. «βίτσα που σου χρειάζεται»· ξύλο που σου χρειάζεται· β. «χλωρή γυρίζ' η βίτσα»· όσο είναι κανείς νέος έχει εύπλαστο χαρακτήρα.
βλαστημιά = βλασφημία
βλαφτικό = βλαπτικό
βλάφτω = βλάπτω
βλογημένος, η, ο = ευλογημένος, η, ο (βλογήσει = ευλογήσει)
βολά = φορά
βολεί = βολεύει
βόρβορος = βούρκος
βουβώνω = δεν μιλώ (βουβάσου = σταμάτα να μιλάς, μείνε άφωνος, βουβός).
βούκινο = το κέρατο που χρησιμοποιείται ως σάλπιγγα· || (νεοελλ.) (φρ.) «το κάνω βούκινο» ή «το βγάζω βούκινο»· διαδίδω ευρύτατα, διαλαλώ κάποιο μυστικό.
βουλοκέρι =  πλαστικό είδος σφραγίσματος επιστολών.
βουτσί = βαρέλι με κρασί
βρίσκουμαι = βρίσκομαι
βυζανιάρικο = παιδί που βυζαίνει, θηλάζει
γαλέτα = η· 1. είδος ψωμιού που έχει ψηθεί δυο φορές, παξιμάδι στρογγυλό ή τετράγωνο· 2. (ναυτ.) το άκρο τού καταρτιού σε σχήμα ρόμβου.
γάνωμα  = από το γανώνω : (AM γανόω, -ώ)· κασσιτερώνω, καλύπτω την εσωτερική επιφάνεια χάλκινων σκευών με ρευστό κασσίτερο.
γάστρα = και γάστρη, η)· 1. η γλάστρα· 2. τα μέρη τού σκάφους που βρίσκονται κάτω από την ίσαλο γραμμή, η πλεούσα || (νεοελλ.) πήλινο ή σιδερένιο ημισφαιρικό σκεύος με το οποίο σκεπάζουν φαγητό για να ψηθεί πάνω στη θράκα· || (αρχ.) το εξογκωμένο μέρος δοχείου ή αγγείου.
γδικιωθεί = εκδικηθεί
γειάνω = γίνομαι καλά, θεραπεύομαι (γειάνει = υγιαίνει, γίνεται καλά)
γεννήματα = συγκομιδή καρπών, συνήθως σιτηρών
γερόντοι = γέροντες
γητειά = και γητιά και γηθειά και γηθιά, η και γήτεμα, το [γητεύω]· 1. μαγική επωδή, ξόρκι· 2. τα μάγια, τα αντικείμενα που χρησιμοποιούνται για τα ξόρκια· 3. θέλγητρο, γοητεία.
γιάνανε = θεράπευσαν
γιάνω = γίνομαι καλά, θεραπεύομαι (έγιανε = έγινε καλά)
γιατίς = γιατί
γιδίσιο  = από γίδι
γινούμενα = γινόμενα, αυτά που γίνονται ή πραγματοποιούνται (γινούμενο = πραγματοποιούμενο)
γιόμα = απόγευμα
γιοματάρι =  το· κρασί από βαρέλι που ανοίχτηκε πρόσφατα.
γιομάτος = γεμάτος (γιόμισε = γέμισε)
γιούκος =  ρούχα στιβαγμένα το ένα πάνω στ’ άλλο.
γιουρούσι = 1. έφοδος, εφόρμηση· 2. κατάχρηση, σφετερισμός
γιούρτα = μακρύ φόρεμα χωρίς μανίκι.
γιοφύρι = γεφύρι
γιωργαλίτικο = γεωργαλίτικο, γρήγορο άλογο.
γκαστριά = γυναίκα σε εγκυμοσύνη(γκαστρώθη = γκαστρώθη(κε), έμεινε έγκυος).
γκλαβανή = και κλαβανή και κλιβανή, η· 1. οπαίο τής στέγης που κλείνει με κινητή πλάκα ή σανίδα και χρησιμεύει για φωτισμό, αερισμό ή έξοδο στο δώμα· 2. καταπακτή τού ισόγειου πατώματος που βρίσκεται πάνω από σκάλα και χρησιμεύει για την κάθοδο στο υπόγειο.
γκρεμνός = γκρεμός, κρημνός
γλέπω = βλέπω, τηρώ, παρατηρώ
γλήγορα = γρήγορα
γλίνα = η (Μ γλίνη)· 1. λίπος που βγαίνει από τον βρασμό κρεάτων και κυρίως χοιρινών· 2. στρώμα που σχηματίζεται στην επιφάνεια κρύου λιπαρού φαγητού ή μένει στα τοιχώματα τού μαγειρικού σκεύους· 3. χοιρινό λίπος στο οποίο συντηρούνται καρυκευμένα κρέατα (σύγγλινα)· 4. λίγδα· 5. γλοιώδης ζύμη πηλού· 6. αργιλότοπος (γλιστερός λόγω υγρασίας)· 7. άνθρωπος με γλοιώδη χαρακτήρα· 8. το φυτό ροκέλλη η φύκοψις, λειχήνα.
γλυκάδι = (Α γλυκάδιον, Μ γλυκάδιν)· 1. γλύκισμα· 2. (κατ’ ευφημισμό) το ξίδι· || (νεοελλ.) (πληθ.) τα γλυκάδια· 1. αδένες τού σφαχτού, κυρίως του λαιμού και τού παγκρέατος· 2. οι όρχεις.
γλυκοσαλιάσματα = σαλιαρίσματα
γνέμη = γνώμη
γογγύλι = το (Α γογγύλη και γογγυλίς, η· Μ γογγύλιν, το) [γογγύλος]· είδος λάχανου με στρογγυλό υπόγειο βλαστό.
γούβα = λακούβα
γουβί = τάφος («τούφτιαξε το γουβί του»)
γουρμιασμένο = και γουρμασμένο, ωριμασμένο
γούρμιο = ώριμο, γινωμένο.
γουρνοτσάρουχο = γουρουνοτσάρουχο: υπόδημα φτιαγμένο από  δέρμα χοίρου.
γουρουνίτσα = παιχνίδι που μοιάζει με το γκολφ
γροικώ = (α)γροικάω) 1. εννοώ, αντιλαμβάνομαι, καταλαβαίνω, αναγνωρίζω· 2. αισθάνομαι, νιώθω· 3. έχω την αίσθηση τής ακοής, ακούω· 4. υπακούω, πείθομαι.
γυναίκειες = γυναικείες
γυναικωνίτης = συνήθως το μέρος που λειτουργούνταν οι γυναίκες στην εκκλησία.
δαιμόνοι = δαίμονες
δανεικαριά = δανεικά
δαυλί = δαυλός
δέση = η (AM δέσις) [δω]· 1. το δέσιμο, η σύνδεση· 2. δέσμευση· 3. συναρμογή, συγκόλληση πολύτιμου λίθου σε κόσμημα· 4. πλοκή, σύνδεση δραματικού έργου· || (μσν.-νεοελλ.) 1. το σημείο όπου το νερό τού ποταμού διοχετεύεται στο μυλαύλακο· 2. ενότητα, σύνδεσμος· || (νεοελλ.) φράγμα ποταμού· || (αρχ.) 1. βαλάντιο· 2. (για φυτά) αρμός, άρθρωση.
δημοσιά = δημόσιος δρόμος
διαβατικός = διαβάτης, στρατοκόπος
διακονιάρης =  ζητιάνος
διάκοψε = διέκοψε
διάνεμα = και γιάνεμα, το [διανεύω]· 1. νεύμα, γνέψιμο· 2. σχήμα ή περίγραμμα αντικειμένου που κινείται· 3. φευγαλέα κίνηση, διαβατική μορφή.
διαφεντεύω = διαυθεντεύω, δηφενδεύω, δεφενδεύω, δεφεντεύω, διαφεδεύγω, διαφενδεύω, διαφεντεύω, διαφεντεύγω· 1. προστατεύω, υπερασπίζω, υποστηρίζω· 2. κυβερνώ, εξουσιάζω, διαχειρίζομαι.
δικριάνι = το δικράνι  ξύλινο ή σιδερένιο εργαλείο για λίχνισμα αχύρων στο αλώνι.
δίμιτος = 1. (για ύφασμα) αυτό που υφαίνεται με δύο μίτους, κλωστές· 2. (φρ.) «δίμιτη περιέλιξη», «δίμιτη συνδεσμολογία»· διάταξη με δύο μεμονωμένα, παράλληλα σύρματα που διαρρέονται από διαφορετικό ρεύμα. [Από τις λέξεις:  δι + μίτος  (= νήμα)].
διμούτσουνος η, -ο = αυτός που έχει δύο μουτσούνες (συνήθως για πυροβόλα με δύο κάννες, όπως το δίκαννο κυνηγετικό ή η δίκαννη πιστόλα που κυρίως λέγεται διμούτσουνη.
δίπατος = με δύο πάτους («δίπατο σπίτι» = σπίτι με δύο ορόφους).
δισάκκι = το (AM δισάκκιον)· 1. δύο μικροί υφασμάτινοι ή δερμάτινοι σάκκοι ενωμένοι στο στόμιο τους· 2. σάκκος, ταγάρι· || (νεοελλ.) (στρ.) διπλός ατομικός σάκκος ιππέων και πυροβολητών όπου τοποθετούν τα ατομικά τους είδη.
δισταχτικός = διστακτικός
δούλεψη = υπηρεσία [δουλώνεστε = (υπο)δουλώνεστε]
δραγατεύω = είμαι δραγάτης
δραγάτης = ο (θηλ. δραγάτισσα, η) (Μ δραγάτης)· αγροφύλακας και κυρίως αμπελοφύλακας  (βλ. δραγατεύω].
δράμι = και δράμιο, το (Μ δράμιον)· 1. μονάδα βάρους ίση με το ένα τεσσαρακοστό τής οκάς· το δράμι αντιστοιχεί σε 3,203 γραμμάρια· 2. ελάχιστη ποσότητα («δεν έχει δράμι μυαλό
δράμω = βαδίζω, πηγαίνω στο δρόμο (δράμει = πάει, προχωρήσει, περπατήσει  δράμανε = πήγανε στο δρόμο)
δρασκελίζω = και δρασκελώ (-άω) (Μ δρασκελίζω και δρασκελεύω και δρασκαλεύω) 1. διαβαίνω πάνω από κάτι έχοντας τα σκέλη ανοιχτά· 2. μετρώ απόσταση με διασκελισμούς
δριμόνι = και δριμόνι και δρομόνι, το [δέρμα]· κόσκινο με μεγάλες τρύπες για το καθάρισμα τών δημητριακών καρπών από ξένες ουσίες, αρολόγος
δρόλαπας = και δρολάπι, το· ραγδαία βροχή με παγωμένο άνεμο, ανεμοβρόχι, θύελλα.
δύνεται = δύναται
δυχατέρα = θυγατέρα
δώκαν = έδωσαν
έγνοια = έννοια
εδεκεί  = εκεί ακριβώς
εδώθε = προς τα εδώ
εδωπά = εδώ ακριβώς
εδωπέρα = προς τα εδώ, στη δική μας πλευρά
εκείθε = προς τα εκεί
ελόγου σου = εσύ ο ίδιος
εμπατή = και αμπατή, η· 1. είσοδος σε υπόγειο από την οροφή του, καταρράχτης· 2. υπόγειο.
εμπορευάμενος = είναι έμπορος (εμπορευάμενου  = εμπορευόμενου, εμπόρου)
έμπυο = πύον: υγρό, αδιαφανές, φλεγμονώδες εξίδρωμα, πλούσιο σε αλλοιωμένα πολυμορφοπύρηνα λευκοκύτταρα ύστερα από φαγοκυττάρωση στην εστία μιας φλεγμονής·
εναγώνια = εν αγωνία, με αγωνία («μ’ εναγώνια έκφραση»)
ενεργούμενο = πειθαρχημένο
ενού = ενός
έντογιας = νάτος
εξόν = εκτός
εργοχειριάστης· αυτός που κάνει χειρωνακτική εργασία.
εργοχειρίζω = κάνω χειρωνακτική εργασία
έρτουν = έρθουν
έρχουμαι = έρχομαι
ευγενεία σου = ευγένειά σου, καλοσύνη σου
ευκή = ευχή
ευτύς = ευθύς
εφτάγερος = πολύ γερός και δυναμωμένος (επτά φορές γερός)
εφτούνος = αυτός
εχτός= εκτός
ζα = τετράποδα ζώα
ζαγάρι = το ζαγάριον και ζαγάριν· κυνηγετικό σκυλί· || (νεοελλ.) 1. άνθρωπος αγροίκος, ευτελής· 2. ζώο κατοικίδιο ή μικρό ζώο που ζει στο δάσος.
ζαλιά, η = φορτίο από ξύλα ή φρύγανα, το οποίο βαστάζει κάποιος στους ώμους, αλλιώς:  ζαλίκι.
ζαλούκα = καλλικούτσα (μεταφορά ανθρώπου στον ώμο συνανθρώπου)
ζαμάνι = το· (φρ.) «χρόνια και ζαμάνια»· πολύς καιρός, μεγάλο χρονικό διάστημα.
ζάφτι = και ζάπτι και ζάπι, το (Μ ζάφτι και ζάπτι)· 1. κατάληψη· 2. περιορισμός, «μέτρο», φειδώ· 3. (φρ.) «κάνω ζάφτι» ή «κάνω ζάπι»· καταβάλλω, δαμάζω, επιβάλλομαι, κάνω κάποιον υποχείριο.
ζεματισμένος, η, ο = καυτός, ή, ό.
ζεμένο = ζώο δεμένο (: ζωμένο) στο χωράφι. Προφανώς η λέξη είναι παραφθορά του ρήματα ζώνω (ζωσμένος > ζωμένος > ζεμένος)
ζεμπερέκι = και ζουμπερέκι, το· μπετούγια πόρτας που μοιάζει με μοχλό και υψώνεται με πίεση τού αντίχειρα.
ζερβός = αριστερός (ζερβά = αριστερά, ζερβί = αριστερό)
ζεστοκοπηθώ =ζεσταθώ.
ζευγάς: ο [ζεύγος] =  1. αυτός που έχει ζεύγος βοδιών που καλλιεργούν τη γη, ο ζευγολάτης· 2. (παροιμ.) «ή παπάς παπάς ή ζευγάς ζευγάς» ή «ή ζευγάς ζευγάς ή καθάριος μυλωνάς»· δεν πρέπει να περισπάται κάποιος σε ασυμβίβαστες ασχολίες.
ζέχνω = βρωμάω
ζητιανιά = επαιτεία
ζήτουλας = ζητιάνος, διακονιάρης, επαίτης
ζίλι = το· 1. ταμπούρλο· 2. κρόταλο χορευτή ή χορεύτριας· 3. (στον πληθ.) τα ζίλια· τα δύο χάλκινα στρογγυλά κρόταλα, με τον ήχο τών οποίων συνοδεύονται τα κάλαντα.
ζορίζω = δυσκολεύω (ζορίσουνε = δυσκολέψουνε)
ζουγράφος = ζωγράφος
ζουλάπι = και ζ'λάπι, το (Μ ζουλάπι[ν])· (νεοελλ.) 1. άγριο ζώο, ιδίως ο λύκος· 2. (υβριστ. για πρόσ.) βλάκας, χαζός· || (μσν.) φαρμακευτικό αφέψημα.
ζούλια = ζήλεια
ζύγι = και ζύγιο, το (AM ζύγιον, Μ και ζύγιν και ζυγίν)· 1. η εξακρίβωση και ο καθορισμός με σταθμά τού βάρους ενός σώματος, ζύγισμα, ζύγιασμα, ζυγοστάθμιση· 2. (στον πληθ.) τα ζύγια ή ζυγά· τα εγκάρσια καθίσματα που ενώνουν τις απέναντι πλευρές πλοίου ή λέμβου· || (νεοελλ.) 1. ποσότητα ομοειδών πραγμάτων που ζυγίζεται μ’ ένα ζύγισμα («ένα ζύγι κάρβουνα»)· 2. (μτφ.) η θεία θέληση, η ροπή τής τύχης («αν φέρουν οι καιροί που ‘ναι στο ζύγι απάνω και τελειωθούν οι χρόνοι μου στα ξένα», Ερωτόκρ.)· 3. το μικρό βάρος που αναρτάται από το νήμα τής στάθμης, η μολυβήθρα, το βαρίδι· 4. (στον πληθ.) τα ζύγια· α) τα βάρη τών επιμέρους ζυγισμάτων ομοειδών εμπορευμάτων που καθορίζονται σε σταθμά («έχω 100 ζύγια σταφίδα»)· β) τα δύο ή τρία μικρά νήματα με τα οποία ο χαρταετός προσδένεται στο νήμα ανυψώσεως· γ) (φρ.) (για τελωνειακούς υπαλλήλους) «υπηρετεί στα ζύγια»· υπηρετεί στο τμήμα όπου γίνεται ο έλεγχος τού βάρους τών δασμολογούμενων εμπορευμάτων· || (νεοελλ.-μσν.) 1. μικρός ζυγός, πλάστιγγα, ζυγαριά («κρατεί στην χέραν της... το ζύγιν», Ερωτόκρ.)· 2. (στον πληθ.) τα ζύγια· τα σταθμά, διάφορα μέτρα βάρους («ζύγια βενέτικα», «ζύγια πολίτικα», «ζύγια εγγλέζικα»· μέτρα βάρους με βασική μονάδα, αντίστοιχα, τη βενετική, κωνσταντινουπολίτικη ή την αγγλική λίτρα.
ζυγώνω = πλησιάζω
ζω, το= τετράποδο ζώο
ζωντανά, τα = ζώα (συνήθως τα γαϊδούρια, μουλάρια και άλογα)
ζωσμένος = κυκλωμένος, πολιορκημένος
ημεράδα = ηρεμία, νηφαλιότητα
ήρτες = ήρθες
θαλασσοδερνόταν =θαλασσοδέρνονταν
θάμα = θαύμα
θαματουργό = θαυματουργό
θαμποχαράζει = γλυκοχαράζει το πρωϊνό
θαρρετά = με θάρρος και παρρησία
θεληματικά = με τη θέληση, εκούσια
θέμε = θέ(λου)με.
θένε = θέ(λου)νε.
θεοτικό = που είναι του Θεού(«θεοτικά γράμματα» έλεγε ο Παπουλάκος σε αντίθεση με «τα άθεα γραμματα» τα οποία στηλίτευε).
θεριακλής = ο, θηλ. θεριακλού και θεριακλίδισσα· 1. αυτός που κάνει χρήση θηριακής, ο οπιομανής· 2. αυτός που αγαπά με πάθος κάτι, ο μανιώδης για κάτι («θεριακλής τού καφέ»).
θεριό = θηρίο
θέτε = θέ(λε)τε.
θημωνιά = και θημωνία και θεμωνιά (ΑΜ θημωνιά και στον Ησύχ. και θειμωνία και θημονιά) [θημών]· (νεοελλ.-μσν.) ο σωρός που σχηματίζεται από δεμάτια θερισμένων σιτηρών ή χόρτων· || (αρχ.) κάθε σωρός.
θλίβουμαι = θλίβομαι
θροφή = τροφή
ιγέ!.. =  και υγέ: επιφώνημα εκπλήξεως (ενδεχομένως η λέξη να είναι παραφθορά του όρου υγεία)
ινάτι =γινάτι και γενάτι,  το· 1. πείσμα, ισχυρογνωμοσύνη· 2. αντιπάθεια που προέρχεται από πείσμα, εχθρική διάθεση, μίσος («τόν πιάσανε τα γινάτια»)· 3. (παροιμ.) «το γινάτι βγάζει μάτι»· το πείσμα οδηγεί σε απάνθρωπη συμπεριφορά ή βλάπτει τον ίδιο τον πείσμονα.
ίσκα = και ήσκα και ύσκα: 1. κοινή ονομασία μύκητα που αναπτύσσεται κυρίως πάνω σε οξιές, βαλανιδιές και καρυδιές· 2. η ξεραμένη σάρκα τού ομώνυμου μύκητα η οποία χρησιμοποιείται ως προσάναμμα.
ισκιερός = που έχει ίσκιο, δροσερός
ιστοράει = ιστορεί, διηγείται, αφηγείται
κα = κάτω
καβαλίνες = περιττώματα ζώων, ιδίως
καβαλλαρέοι = καβαλλάρηδες, ιππείς
καδένα = η (Μ καδένα)· 1. αλυσίδα λεπτή (ρολογιού κ.λπ.) ή χοντρή (βαποριού)· 2. δεσμά, φυλακή· 3. περιδέραιο, κόσμημα· 4. αλυσίδα που κλείνει την είσοδο λιμανιού· || (μσν.) δοκάρι που συνδέει τις πλευρές καραβιού στο μέγιστο πλάτος του.
καζάρμα, η = στρατώνας.
καζούρα η =πείραγμα, φάρσα για γελοιοποίηση κάποιου.
καθάριο  = στάρινο αλεύρι.
καθενού = καθενός
κάθικο = καθίκι, είδος δοχείου
κάθισμα = συνήθως υπαίθριος χώρος αναπαύσεως ποιμένων στα βουνά.
κάθουμαι = κάθομαι, αναπαύομαι
κακάβι= χωριάτικο καζάνι που καλείται και λεβέτι.
κακάρισμα = το λάλημα των πετεινών // και καρκαρίζω (Μ κακαρίζω)· 1. (για κότες) κράζω κα-κα-κα· 2. (μτφ.) φλυαρώ θορυβωδώς.
κακόπαθος = βασανισμένος
κακορίζικος= χωρίς καλή μοίρα, άμοιρος
κακοτυχιά = κακοτυχία
καλαπόδι = σιδερένιο εργαλείο επισκευής υποδημάτω.
καλιβώνω = καλιγώνω: ο καλιβωτής: αυτός που έχει ως επάγγελμα να καλιγώνει, πεταλωτής, αλλιώς  αλμπάνης.
καλογερίστικο =  αυτό που ανήκει ή ταιριάζει σε μοναχό
καλοζωϊσμένος = που κάνει καλή ζωή, καλοφαγωμένος
καλοστεκάμενος = καλοστεκούμενος
κάλπης = ο, θηλ. κάλπισσα· κίβδηλος άνθρωπος, απατεώνας, ψεύτης.
καλυτέρεμα = καλλιτέρευση
καλυτέρεψη = καλυτέρευση
κάμαρη – κάμαρα, δωμάτιο
καματερός = 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον κάματο, καματάρικος, ο κατάλληλος για κοπιαστική δουλειά («άλογα καματερά»)· 2. (το θηλ. ως ουσ.) η καματερή· εργάσιμη μέρα, καθημερινή· 3. (το ουδ. ως ουσ.) το καματερό· α) βόδι κατάλληλο για όργωμα· β) οι μεταξοσκώληκες· γ) το πεύκο· || (νεοελλ.) φιλόπονος, προκομμένος, εργατικός· || (μσν.) 1. (το ουδ. ως ουσ.) τo καματερόν· γη καλλιεργήσιμη με άροτρο, χωράφι· 2. (για φορτηγά πλοία) κατάλληλος για φόρτωμα («καράβια καματερά», που λέει ο ποιητής)
καμπόσοι = αρκετοί
καμωμένη = φτιαγμένη, κατασκευασμένη
καμώνεται = προσποιείται, τάχα μου, τάχα μου(καμώθηκε = προσποιήθηκε, υποκρίθηκε, καμονόνταν = προσποιούνταν)
κάνιστρο = και κανίστρι, το (Α κάνιστρον και κάνιτρον και κάναστρον και κάνυστρον και κάναυστρον)· ευρύ και αβαθές καλάθι πλεγμένο από καλάμι ή λυγαριά, κανίσκι, πανέρι· || (αρχ.) πήλινο αγγείο, πινάκιο με σχήμα κανίστρου.
καντηλέρι  =καντήλι
καντούνι, το = καντόνιον, γωνία· || (νεοελλ.) στενό δρομάκι.
κάπελας = ταβερνιάρης
καπότα, η = είδος πανωφοριού, που έφτιαχναν από μαλλί γίδας. Την ράβανε και την ρίχνανε στη νεροτριβή.
κάποτες = κάποτε (καπότες = κάποτε)
καραμούτζα = η καραμούζα (και καρλαμούζα)· (νεοελλ.)· ζουρνάς· || (μσν.) γκάιντα.
καραούλι = 1. φρουρά, φυλάκιο, βάρδια· 2. φρουρός, σκοπός, φύλακας· 3. (συνεκδ.) παρατηρητήριο, σκοπιά, βίγλα· 4. (φρ.) «κρατώ καραούλι» ή «φυλάω καραούλι»· α) φρουρώ, φυλάγω· β) ενεδρεύω, παραμονεύω, στήνω καρτέρι.
καρδάρα = καρδάρι: δοχείο για το άρμεγμα τών ζώων, μικρή καρδάρα
καρύτζαφλος = το καρύδι  του λαιμού. Στα χωριά των Καλαβρύτων, όταν έσφαζαν τα γουρούνια, το πρώτο πράγμα που έκαναν ήταν να βγάζουν το καρύδι του λαιμού του χοιρινού, που πολλοί το λένε «καρύτζαφλο» και να το ψήνουν στη φωτιά. Ακόμη και σήμερα πολλοί λένε: «θα του στρίψω το καρύδι» ή «θα σου βγάλω τον καρύτζαφλο»
κασέλα, η = κιβώτιο επίμηκες και βαθύ όπου φυλάγονται κυρίως τα είδη ρουχισμού, σεντούκι, μπαούλο· || (νεοελλ.) (στα ελαιοτριβεία) δοχείο μέσα στο οποίο χύνεται από το πιεστήριο το λάδι ανάμικτο με νερό.
κασόνι: μέρος που τοποθετούν διάφορα είδη
καταλαγιάζω =και καταλλαγιάζω· 1. κάνω κάποιον να ησυχάσει, κατευνάζω, καταπραΰνω· 2. (αμτβ.) ησυχάζω, ηρεμώ· 3. (για πρόσ.) κατακλίνομαι, αναπαύομαι.
κατάματα = κατ’ ευθείαν στα μάτια
κατάπληχτος = κατάπληκτος
καταπλούμιστος = γεμάτος στολίδια, πλουμισμένος
καταρράχτης = συνήθως το ειδικό άνοιγμα στο ταβάνι της οικίας.
κατάσπρα = κάτασπρα, ολόλευκα
κατάφατσα = πρόσωπο με πρόσωπο
καταφέρνουνται = καταφέρονται
καταφονιαστηκε = βρυκολάκιασε ( περίπτωση νεκροφάνειας)
καταφρόνια, η  =  1. καταφρόνηση, περιφρόνηση· 2. ταπείνωση, εξευτελισμός
καταχωνιάζω = 1. χώνω βαθιά, κατακαλύπτω με χώμα, θάβω· 2. κρύβω, εξαφανίζω («πού τό καταχώνιασες πάλι το βιβλίο μου;»)· 3. καταπίνω, καταβροχθίζω
καταχωνιασμένος = ενταφιασμένος
κατεβασιά = τα ορμητικά νερά χειμάρρου ή άλλου ξεροπόταμου που έρχονται κατόπιν μεγάλης βροχής.
κατζίκι = κατσίκι
κατηγόραε = κατηγορούσε
κατηγόρια = κατηγορία
κατρουλήθρα = είδος χόρτου που χρησιμοποιόταν για σκούπισμα των αλωνιών
κατσιαβός = κατσιασμένος, ισχνός.
κατσικοπόδαρος = 1. αυτός που έχει πόδια κατσίκας, τραγοπόδαρος· 2. (σκωπτικός χαρακτηρισμός ανθρώπων) αυτός που έχει πολύ ισχνές κνήμες· 3. (το αρσ. ως ουσ.) ο κατσικοπόδαρος· α) ο καλικάντζαρος· β) ο διάβολος· 4. (το αρσ. και το θηλ. ως ουσ.) ο κατσικοπόδαρος, η κατσικοπόδαρη· άνθρωπος που φέρνει κακοτυχία, γρουσούζης.
κατσιφάρα = η καταχνιά (και καταχνία και κατεκνιά)· ομίχλη, ομιχλώδης καιρός· || (νεοελλ.) 1. (μτφ.) ζάλη· 2. θλίψη, μελαγχολία· || (μσν.) σκοτούρα, φροντίδες.
κατσούλα = είδος καπέλου το οποίο κάλυπτε όλο το πρόσωπο, για να προφυλάσσονται οι χωρικοί από το κρύο.
κατσούλι = το γατί, μικρή γάτα, γατάκι
κάτσω = κάθομαι (κάτσει = καθίσει)
κατώι = κατώγι: και κατώι και κατώγειο, το (Μ κατώγαιον και κατώγειον και κατώγιν)· το διαμέρισμα σπιτιού που είναι κτισμένο κάτω από την επιφάνεια τής γης, το υπόγειο που χρησιμεύει συνήθως ως αποθήκη· || (νεοελλ.) 1. (για διώροφη αγροτική κατοικία) το ισόγειο που χρησιμεύει ως αποθήκη ή ως στάβλος· 2. (παροιμ.) α) «ο Μανώλης με τα λόγια χτίζει ανώγια και κατώγια»· για ανέργους που υπεραισιοδοξούν· β) «μαντζουράνα στο κατώγι, γάιδαρος στα κεραμίδια»· για ασυνάρτητη ομιλία· γ) «το κατώι σαν αδειάσει, τα σφαλάγγια τό γιομίζουν»· όπου υπάρχει φτώχεια υπάρχουν και πολλά δεινά.
κατώφλι = και κατώφλιο και κατώφιλιο, το (Μ κατώφλιον και κατώφλιν)· το ξύλινο ή λίθινο κομμάτι που συνδέει τις πλευρές θύρας ή παραθύρου στο κάτω μέρος τους || (νεοελλ.) 1. στάθμη, όριο, κρίσιμο σημείο μετά από το οποίο αρχίζει ή εκδηλώνεται κάτι (α. «το κατώφλι τών γηρατειών»· β. «κατώφλιο ακουστότητας»)· 2. (φρ.) α) «δεν έχει πατήσει το κατώφλι τού σπιτιού μου»· δεν ήλθε ποτέ στο σπίτι μου· β) (ψυχολ.) «κατώφλιο συνειδήσεως»· ο ελάχιστος βαθμός έντασης εξωτερικού ερεθισμού ο οποίος απαιτείται για να γίνει αντιληπτός ως αίσθημα. («παραστάδα τής πόρτας»).
κατωχωριό = το κάτω χωριό.
καφοκούτι = κουτί του καφέ.
καφουρντιστήρι = ειδικό εργαλείο που έψηνε κόκκους καφέ στη φωτιά.
κει = εκεί («άστο κει χάμου»: άστο εκεί κάτω)
κείνος = (ε)κείνος
κεμέρι, το = 1. δερμάτινη ζώνη μέσα στην οποία οι χωρικοί φύλαγαν τα χρήματά τους· 2. (συνεκδ.) βαλάντιο, κομπόδεμα, αποταμιευμένα χρήματα.
κεχαγιάς = και κεαγιάς, ο (Μ κεχαγιάς)· (στην Οθωμανική Αυτοκρατορία) 1. τιτλούχος τής σουλτανικής Αυλής· 2. γραμματέας ανώτατου αξιωματούχου· 3. αξιωματικός τού οθωμανικού ιππικού· 4. οικονόμος ή φροντιστής μεγάλης οικογένειας· 5. επίτροπος, προϊστάμενος, επιτηρητής.
κηρύχνω = κηρύττω
κινάω = (ξε)κινάω
κιντυνεύω = κινδυνεύω (κιντυνέψει = κινδυνεύσει, κινδυνέψει)
κιοτεύω [κιοτής] = 1. δειλιάζω· 2. κάνω κάποιον να δειλιάσει τρομάζοντάς τον.
κιτάπι, το = βιβλίο ή τετράδιο σημειώσεων («γιά να δούμε τί γράφουν τα κιτάπια»).
κλαδευτήρι = το (Α κλαδευτήριον, Μ κλαδευτήρι) [κλαδεύω]· όργανο που χρησιμεύει στο κλάδεμα· || (αρχ.) στον πληθ.) τὰ κλαδευτήρια· εορτή κατά την εποχή τού κλαδέματος τών δέντρων.
κλεφτουργιά = κλεφτουριά: το σύνολο τών κλεφτών, επί τουρκοκρατίας, το κλεφτικό, η κλεφτιά.
κληματσίδα = και κλεμαξίδα:· κληματόβεργα, κληματίδα.
κλιέβω = κλέβω
κόβουνται = κόβονται
κοζιά = μαλλί αιγών (γιδιών)
κόζινο = ύφασμα από μαλλί αιγών (γιδιών)
κοιλογύρισμα = πονόκοιλος
κοκκκιναπιδιά = αχλαδιά με κόκκινα αχλάδια
κοκκολόϊ = καρποί δένδρων (συνήθως καρύδια ή κάστανα), που μαζεύονται μετά το ράβδισμά τους.
κοκκότα = καρύδι
κολάζω = κάνω κάποιον αμαρτωλό  (κολάζομαι – αμαρτάνω)
κολατσιό = πρόχειρο φαγητό (κολάτσισε = έφαγε κάτι πρόχειρο)
κολέγας = βλέπε κολήγος.
κόλλυβα = βρασμένο σιτάρι, ανάμικτο με ζάχαρη, σταφίδες, αλεύρι, ρόδι και άλλα αρτύματα, το οποίο, σύμφωνα με τη χριστιανική συνήθεια, φέρεται στην εκκλησία κατά την τέλεση μνημοσύνου· || (αρχ.) 1. νόμισμα μικρής αξίας, κόλλυβος· 2. (στον πληθ.) μικρές στρογγυλές πίτες. Βλέπε: σπερνά.
κολόστρα = κολάστρα:  βλέπε πυτία
κονάκι = το (Μ κονάκι[ν])· 1. κατάλυμα, κατοικία· 2. (φρ.) «κάνω κονάκι»· καταλύω, σταθμεύω· || (νεοελλ.) 1. το κτηριακό συγκρότημα τού ιδιοκτήτη σ’ ένα τσιφλίκι· 2. (στην Τουρκία) διοικητήριο.
κονεύω μένω σε κάποιο κονάκι προσωρινά, ξενυχτώ [κονέψει = μένει (συνήθως ξενυχτά) στο κονάκι (σπίτι)]
κόνισμα = εικόνισμα
κονοστάσι = εικονοστάσι
κόπανος = ο (ΑM κόπανος)· (νεοελλ.) 1. κόπανο· 2. το πίσω μέρος τού κοντακιού τών όπλων, υποκόπανος· 3. μικρό σφυρί που χρησιμοποιούν οι βαρελάδες και οι καλαφάτες, ματσόλα· 4. εργαλείο που χρησιμοποιείται για την ισοπέδωση τού εδάφους· 5. παλαιό χειρωνακτικό εργαλείο για το αλώνισμα τών δημητριακών· 6. (μτφ.) άνθρωπος ανόητος ή άξεστος· || (μσν.) είδος βάρκας· || (αρχ.) είδος ψαριού τής οικογένειας τού θύννου, αλλ. σκέπανος.
κοπιάζω = έρχομαι, («κόπιασε: πλησίασε, καλώς όρισες…»)
κόπιλλα = εύφλεκτα ξύλα για το άναμμα της φωτιάς
κοπρίζω = από την κόπρο: Ι. ρίχνω κοπριά στα χαράφια για λίπασμα, λιπαίνω με κοπριά  2. αφοδεύω, αποπατώ· 3. (μτφ.) κατασπιλώνω, καταρρυπαίνω· || (αρχ.) (για φυτά) ενεργώ ως κοπριά.
κοπρώνας = 1. τόπος όπου αποπατούν, αποχωρητήριο, αφοδευτήριο· 2. τόπος όπου συσσωρεύονται ακαθαρσίες και δύσοσμες ύλες.
κορνιαχτός = κουρνιαχτός και κορνιακτός· σκόνη, κονιορτός.
κόρσα =  εργαλείο κοπής θάμνων
κόρυζα = η (ΑM κόρυζα)· 1. ρινικός κατάρρους, κρυολόγημα με καταρροή, συνάχι· 2. η βλέννα τής μύτης, η μύξα.
κορύτος, ο = και κορύτα, η· ξύλινη σκάφη από σκαμμένο κορμό δένδρου η οποία χρησιμεύει για πότισμα ζώων.
κόσκινο = 1. σκεύος με κυκλική ξύλινη ή μετάλλινη στεφάνη και λεπτό πλέγμα, διάτρητη πλάκα ή δέρμα, το οποίο χρησιμοποιείται για τον αποχωρισμό ξένων στοιχείων, ή κόκκων μεγαλύτερων από τις οπές τού πλέγματος, από υλικά σε μορφή σκόνης ή κόκκων.
κοτάω  = τολμάω
κοτούλα = μικρή όρνιθα
κούδα = το κάτω μέρος της φούστας, που έραβαν κατά τέτοιον τρόπο ώστε να δείχνει φουντωτό,  πεταχτό.
κουζουλός -ή, -ό (Μ κουζουλός, -ή, -ό)· 1. τρελός, ζουρλός· 2. κουλός, ανάπηρος στο ένα ή και στα δύο χέρια
κουκί = και κουκκί, το (Μ κουκίον και κουκίν)· 1. ο καρπός τού φυτού κύαμος, τής κουκιάς· 2. κόκκος, σπυρί, κουκούτσι· || (νεοελλ.) 1. (σκωπτικά) (στον πληθ.) τα κουκιά· οι ψήφοι ή οι ψηφοφόροι· 2. (φρ.) «κουκιά μετρημένα»· λέγεται για πράγματα που μπορούν να υπολογιστούν με ακρίβεια· 3. (παροιμ.) α) «κουκιά τρως, κουκιά μαρτυράς» ή «κουκιά τρως, κουκιά μολογάς»· λέγεται για αφελή άνθρωπο που δεν εμβαθύνει στην ουσία τών πραγμάτων· β) «καλημέρα, Γιάννη! — Κουκιά σπέρνω»· λέγεται για πρόσωπα που δεν μπορούν να συνεννοηθούν και απαντούν άλλα αντ' άλλων. [ΕΤΥΜΟΛ. < μσν. κουκίν (αντί κουκαί) < κοκκίον (με κώφωση τού -ο- < κόκκος].
κουλλούρα αλωνιού = εργαλείο με μορφή και σχήμα μεγάλου κρίκου, που έβαζαν στο στιχερό (= κεντρικό στύλο) του αλωνιού.
κουλούντρα = χοντράδι
κουμάσι = το (Α κουμάσιον)· ορνιθώνας, κοτέτσι· || (νεοελλ.) 1. μικρό σπιτάκι για κατοικίδιο ζώο, κυνοστάσιο ή χοιροστάσιο· 2. (για πρόσ.) ευτελής, φαύλος.
κουμπάνια = 1. τα αποθηκευόμενα τρόφιμα στα πλοία για το ταξίδι· 2. εφοδιασμός με τρόφιμα, προμήθεια τών αναγκαίων.
κουμπούρα = 1. βραχύκαννο πυροβόλο όπλο, πιστόλα· 2. άνθρωπος καθυστερημένος, παλαιών αντιλήψεων και αμόρφωτος, μπουμπούνας· 3. κακός μαθητής, μαθητής συνεχώς αδιάβαστος· 4. (φρ.) «τό έσκασε κουμπούρα»· α) έφυγε κρυφά· β) δεν πλήρωσε το χρέος του.
κούπα =  1. είδος χαρτιών τής τράπουλας στα οποία απεικονίζεται κόκκινο καρδιόσχημο σύμβολο και, παλαιότερα, απεικονιζόταν ποτήρι· 2. είδος παιχνιδιού με τράπουλα· 3. (φρ.) «γίναμε από κούπες» ή «τά κάναμε από κούπες»· φιλονικήσαμε, μαλώσαμε· 4. το φυτό λάγυνος η κοινή· || (νεοελλ.-μσν.) 1. ποτήρι, κύπελλο· 2. βαθύ πιάτο· 3. η περιεκτικότητα ενός κυπέλλου («έβαλα στο γλυκό δύο κούπες ζάχαρη»)· || (μσν.) 1. αγγείο, μεγάλο δοχείο· 2. λύχνος, ποτήρι καντήλας· || (αρχ.) θολωτή τάφρος, τάφος. || η τύφλωση («αυτός ο άνθρωπος είναι κούπα»)
κούργιαλο = κρύσταλλο χιονιού
κουρελού = ύφασμα που το έφτιαχναν στον αργαλειό με κουρέλια
κουρνιάζω = 1. (για όρνιθες και γεν. για πνηνά) κοιμάμαι στην κούρνια, αναπαύομαι κατά τη νύχτα· 2. (για ανθρώπους) βρίσκω κατάλυμα, διανυκτερεύω, βρίσκω καταφύγιο· 3. κοιμάμαι νωρίς.
κούρος = το κούρεμα των αιγοπροβάτων.
κουσελού = από το κουσελεύω [κουσέλι]· διαβάλλω, συκοφαντώ, κακολογώ, κουσκουσουρεύω κάποιον.
κουτάβι = το μικρό σκυλί, σκυλάκι
κουτούλα = πέτριχη υποδοχή νερού πηγής ή βρύσης
κούτουλο =  συνήθως το κέρατο (από το  κούτελο = μέτωπο)
κουτουράδα = ανοησία
κούτσουρο = και κουτσούρι, το· 1. κορμός δένδρου κομμένος ή κλαδεμένος· 2. χοντρό ξύλο που χρησιμεύει συνήθως ως καυσόξυλο· 3. κορμός αμπελιού· 4. κομμάτι χοντρού κορμού πάνω στο οποίο ο κρεοπώλης κόβει το κρέας· 5. (μτφ.) αμόρφωτος, αγράμματος· 6. (για μαθητή) αμελής, αδιάβαστος («έμεινε στην ίδια τάξη γιατί ήταν κούτσουρο»)· 7. (παροιμ.) «το ποτάμι κάθε μέρα κούτσουρα δεν κατεβάζει»· κάθε μέρα δεν παρουσιάζονται ευκαιρίες για κέρδος.
κουφάλα = ευρυχωρία κορμού δένδρου
κουφάρι = πτώμα
κραίνω =  κραιαίνω και κρααίνω (Α)· (ποιητ. ρ.) 1. φέρω εις πέρας, τελειώνω, εκτελώ
κρένω = και κραίνω· λέγω, μιλώ· || (νεοελλ.) απευθύνω τον λόγο προς κάποιον.
κρησάρα = η (Α κρησέρα, ιων. τ. κρησέρη, ελεατ. κραάρα)· λεπτό κόσκινο με το οποίο καθαρίζεται το αλεύρι από τα πίτουρα, αλλ. σήτα.
κριματισμένος = ο άνθρωπος που έχει κρίματα, αμαρτήματα. [κριματίζω: Μ. κριματίζω [κρίμα]· 1. (ενεργ.) κάνω κάποιον να αμαρτήσει, κολάζω κάποιον· 2. (μέσ.) κριματίζομαι· αμαρτάνω, πέφτω σε αμαρτία, κολάζομαι· 3. (η μτχ. παθ. παρακμ. ως επίθ.) κριματισμένος, -η, -ον· αμαρτωλός].
κρύβουνται = κρύβονται
κυβερνημένος = ελεγχόμενος, κατευθυνόμενος
κωλοσάρα = κατηφορικό μέρος όπου τα παιδιά αρέσκονται να κατέρχονται καθισμένα άνευ υποστηριγμάτων.
λαγαρός = καθαρός, ξάστερος, κρυστάλλινος
λαγοκοιμισμένος = αυτός που κοιμάται με κάθε επιφύλαξη (λαγοκοιμόταν = κοιμόταν σαν τον λαγό, με κάθε προφύλαξη)
λαγούμι = και λαούμι, το· 1. υπόνομος, οχετός, βόθρος, καταβόθρα· 2. γαλαρία, στοά μεταλλείου ή υπόγειο όρυγμα που ανοίγεται για να τοποθετηθούν εκρηκτικές ύλες που προορίζονται για ανάφλεξη.
λάζος  = είδος σουγιά που η λεπίδα του μαζεύεται στη λαβή.
λάθεια = λάθη
λαθεμένος = λανθασμένος, πεπλανημένος
λαθεύομαι = κάνω λάθος
λαιμαργιά = η λαιμαριά: το περιλαίμιο τής σαγής τών ζώων, το περιαυχένιο.
λαϊνα = λαγήνι, λαγούμι
λακίζω = το βάζω στα πόδια, τρέχω (λάκισε = τόβαλε στα πόδια)
λάλημα = το (AM λάλημα) [λαλώ]· ομιλία, λόγος, φλυαρία· || (νεοελλ.) 1. κελάδημα ή φωνή πτηνού («τού πετεινού το λάλημα»)· 2. ήχος μουσικού οργάνου, πνευστού ή έγχορδου· 3. (στον πληθ.) τα λαλήματα· τα λαλούμενα, δηλ. τα μουσικά όργανα που απαρτίζουν μικρή λαϊκή ορχήστρα.
λαλιά = μιλιά
λαμπικαρίζω = γυαλίζω, καθαρίζω (λαμπικαρίστηκαν = γυαλίστηκαν, καθαρίστηκαν)
λαμπόγυαλο = το γυαλί της λάμπας.
λανάρι = εργαλείο με το οποίο ξαίνεται και καθαρίζεται το μαλλί πριν από το κλώσιμο. (λαναρίζω = ξαίνω μαλλί με τη λανάρα)
λάτα = 17 κιλος τενεκές.
λάτρα = η· 1. φροντίδα, περιποίηση, υπηρεσία· 2. καθαριότητα, καθάρισμα, συγύρισμα, μέριμνα για τις δουλειές τού σπιτιού («νερό για λάτρα»· νερό μη πόσιμο, κατάλληλο μόνο για πλύση, καθαριότητα και κάθε άλλη χρήση στο σπίτι).
λαχαίνω =  λαγχάνω  και λαχάνω: περιέρχομαι σε κάποιον με κλήρο, πέφτω στον κλήρο
λεβέτης  =  λέβητας, καζάνι
λειψός = ελλιπής, λιγοστός 
λεσιά = μέρος συνήθως δίπλα σε ρέμα (=ξεροπόταμο)
λεφτά =  χρήματα
λεφτό = λεπτό, νόμισμα
λησμονάω = ξεχνώ
λιακωτό = και ηλιακωτό, το· χώρος τού σπιτιού εκτεθειμένος στον ήλιο είτε απευθείας είτε διά μέσου υαλοπινάκων
λιγδιάρης = γεμάτος λίγδα, χοιρινό λίπος (λιγδιάρικα = γεμάτα λίγδα)
λιγοθυμώ = λιποθυμώ
λιοψημένος = (η)λιοψημένος
λιχνάω =  λιχνίζω: αποχωρίζω το άχυρο από το σιτάρι με το λιχνιστήρι, λικμίζω
λογιάζω = λογαριάζω (λογαριαζούμενος = αυτός που λογαριάζεται
λογιώ = λογιών, ειδών
λουμίνι = 1. φιτίλι καντηλιού· 2. ο κάλυκας τού φυτού βαλλωτή, ο οποίος χρησιμοποιούνταν ως φιτίλι καντηλιού.
λουσέρνα = είδος λυχναριού με λάδι.
λυχνάρι = το (Α λυχνάριον, Μ λυχνάριν) [λύχνος]· (νεοελλ.-μσν.) λύχνος· || (μσν.) πολύτιμος λίθος, ρουμπίνι· || (αρχ.) μικρή λυχνία.
λωβιασμένος = ο λωβιάρης: λεπρός || (νεοελλ.) 1. (για καρπό) κακής ποιότητας, ελαττωματικός· 2. (για πρόσ.) α) αδύνατος· β) ανάπηρος· γ) ανάξιος λόγου, ασήμαντος.
μάγγανο = και μάγκανο και μαγγάνι, το και μάγγανος, ο, και μαγγάνη, η (AM μάγγανον)· 1. βαρούλκο, γερανός· 2. (στο Βυζάντιο) α) ονομασία διαφόρων πολεμικών μηχανών οι οποίες είχαν ως κοινό χαρακτηριστικό στοιχείο τον τροχό· β) η αφετηρία στον ιππόδρομο κατά την ιππάφεση· γ) (φρ.) «κουράτορες τών μαγγάνων»· οι μαγγανάριοι· || (νεοελλ.) 1. (τεχνολ.) α) χειροκίνητο κλωστικό εργαλείο που χρησιμεύει στη μεταφορά και περιτύλιξη τού νήματος σε καρούλια ή μασούρια, αλλ. ροδάνι ή σβίγα· β) το μαγγανοπήγαδο· γ) απλό μηχάνημα με το οποίο έλκεται η μεταξωτή κλωστή από τα βομβύκια και τυλίγεται σε ανέμη ή σε μασούρι· δ) ορθογώνιο ή στρογγυλό πλαίσιο στο οποίο τεντώνεται το ύφασμα για να κεντηθεί, αλλ. κεντητικός ιστός· || (αρχ.) 1. αλυσιδωτό σύστημα με κάδους για την ανέλκυση βαρών· 2. (φρ.) «τον νου σου μη σέ πιάσει ο μάγγανος»· πρόσεξε μη σέ πιάσει η καταδιωκτική δικαστική αρχή· || (νεοελλ.-μσν.) κάθε χειροκίνητο ή ζωοκίνητο συμπιεστικό μηχάνημα, πιεστήριο ελαιοτριβείου ή οινοποιείου, σφιγκτήρας, συσφιγκτήρας· 3. κυλινδρικό πιεστήριο που χρησιμοποιείται στην υφαντουργική για τη λείανση και στίλβωση υφασμάτων, κυρίως μεταξωτών· || (μσν.) δόκανο, παγίδα· || (αρχ.) 1. κάθε μέσο με το οποίο μαγεύει, θέλγει ή γοητεύει κάποιος, μαγικό φίλτρο· 2 (κατά τον Ησύχ.) «γάγγαμον», αλιευτικό δίκτυο· 3. βάλανος μοχλού θύρας, μάνδαλος, μάνταλο.
μαγκάνι = ή μαγγάνι, όργανο σύσφιξης ή σύνθλιψης (μαγκανοπήγαδο ή μαγγανοπήγαδο)
μαγκανίζω = μαγγανίζω 1. βάζω ή σφίγγω κάτι στο μάγγανο, περνώ κάτι από το μάγγανο· 2. συνθλίβω, συμπιέζω, συσφίγγω, μαγγώνω· 3. (μτφ.) στενοχωρώ, βασανίζω
μαγκούφης = ανύμφευτος (ανύπαντρος), εργένης
μάειδε = μα είτε
μαζώματα = συγκεντρωμένα πράγματα
μαζώνω = συγκεντρώνω (μάζωξε = μάζεψε, συμμάζεψε μαζώχτηκαν = συγκεντρώθηκαν)
μαϊνάρω = 1. αφήνω ελεύθερο το σχοινί, χαλαρώνω· 2. κοπάζω, γαληνεύω («μαϊνάρισε ο αέρας»).
μαλαγανιά = κατεργαριά, πονηριά
μαλακωμένος = πιο ήρεμος και νηφάλιος («Μαλακωμένος ο Βυτινιώτης τον κοίταξε και του τούπε:…»)
μαλαματικό = μαλαματένιο
μαλλινάρισα =  συνήθως απηύδησα
μανέστρα = Σε ορισμένα Καλαβρυτοχώρια, όπως το Βεσίνι, μανέστρα ονομάζουν τις χυλοπίτες, ενώ άλλοι μιλούν για ένα είδος ζυμαρικού, όπως το κριθαράκι.
μανιάζομαι = καταλαμβάνομαι από μανία
μανιάζουν = καταλαμβάνονται από μανία
μανουάλια = μανάλια
μάνταλλο = και μάνδαλο, το· ο μάνταλος, η αμπάρα, ο σύρτης.
μαντανία =  η μπατανία· μάλλινο κλινοσκέπασμα, κουβέρτα
μαντάτο = νέο, μήνυμα
μαρτίνα = το μαρτίνι: 1. οικόσιτο αρνί, θρεφτάρι· 2. είδος πτηνού, νήσσα
μάσια =  και  μασιά ή μασά, η· 1. εργαλείο για το σκάλισμα τής φωτιάς, τσιμπίδα· 2. είδος λαϊκού μουσικού οργάνου στη Θράκη.
μάστορης = μάστορας, τεχνίτης
μάσω = μαζεύω («θα μάσεις = θα μαζέψεις»)
μάτα = ξανά
ματαγίνω = ξαναγίνω
ματάδε = ξανάδε , είδε εκ νέου
ματαδώ = ξαναδώ
ματακούσω = ξανακούσω
ματανταμώνουμε = ξανανταμώνουμε («θα μαντανταμωθούμε» =  θα ξανασυναντηθούμε)
ματαπάρω = ξαναπάρω
ματαπιάνω= ξαναπιάνω
ματαράτσι = χοντρό ύφασμα
ματαρθώ = ξανάρθω (ματάρθω= ξανάρθω (ματάρχουμαι = ξανάρχομαι, ματάρχουνται =  ξανάρχονται)
ματαρχίζω = ξαναρχίζω
ματασταθώ = ξαναστηθώ  (από το μετά + στήνω)
μάτιασμα = βασκανία, βλαπτική επίδραση που δέχονται πρόσωπα, ζώα ή αντικείμενα από εξωτερική ενέργεια, η οποία προέρχεται από κάποιο πρόσωπο που πιστεύεται ότι έχει έμφυτη προδιάθεση γι' αυτό· || (αρχ.) κακολογία, φθόνος. Βλέπε λέξη βάσκανος
ματσούκι =  1. ρόπαλο· 2. πέος.
μαυλίζω = μιμούμαι φωνή (μαύλισμα = μίμηση φωνής ( «μαύλα τα γουρούνια να φάνε»), εκμαυλίζω
μελίγκρα = και μελίγρα, η· (ζωολ.) κοινή ονομασία τών αφιδών, μικροσκοπικών φυτοφάγων εντόμων που προσβάλλουν κατά την άνοιξη τα φυτά απομυζώντας τους χυμούς ή το πλάσμα τών κυττάρων και επιφέρουν την πλήρη αποξήρανση ολόκληρων οργάνων.
μερδικό = μερτικό, μερίδιο
μερεύω = ηρεμώ, γαληνεύω («θα μερέψουνε» = «θα ηρεμήσουν»)
μεριάζω = [μεριά]· 1. παραμερίζω, μετακινούμαι, υποχωρώ από τον τόπο μου («μέριασε, βράχε, να διαβώ», Βαλαωρ.)· 2. μετακινώ, απομακρύνω, παραμερίζω κάτι.
μερωμένος – ημερωμένος, γαληνεμένος
μεσάντρα = ξύλινο χώρισμα δωματίων.
μεσιανός = μεσαίος, μεσιανή = μεσαία («μεσιανή πόρτα»)
μεσιτεύω = και μεσιτεύγω και μισιτεύγω· (ΑM μεσιτεύω) [μεσίτης]· 1. ενεργώ ως μεσίτης, παρεμβαίνω ή μεσολαβώ μεταξύ δύο προσώπων ή ομάδων για να τούς συμβιβάσω, να τούς συμφιλιώσω ή για να συνάψουν συμφωνία· 2. ενεργώ για σύναψη αγοραπωλησίας, μίσθωσης ή συνοικεσίου, κάνω τον μεσάζοντα· || (νεοελλ.-μσν.) παρακαλώ για κάποιον· || (μσν.) 1. χρησιμοποιώ κάτι ως μέσο για την επιτυχία ενός σκοπού· 2. σώζω· 3. (το αρσ. μτχ. ενεστ. ως ουσ.) ό μεσιτεύων· αιρετός δικαστής· || (αρχ.) 1. ενεχυριάζω κτήμα, υποθηκεύω· 2. μεσιδιώ· 3. προσθέτω ως τρίτο συστατικό· 4. (για χρήματα) έχω κατατεθεί σε μεσιτοφύλακα· 5. βρίσκομαι στο μέσο ή κατέχω τη μεσαία θέση.
μεταγυρεύω =  ξαναγυρεύω
μετακουνηθώ ή ματακουνηθώ = ξανακουνηθώ απ’ την θέση μου
μετάληψη = Θεία κοινωνία
μεταμπαρωθώ  ή ματαμπαρωθώ = ξαναμπαρωθώ
μετανίζω= κάνω μετάνιες
μετανιωμός = μετάνιωμα, μεταμέλεια
μηγαρίς =  μήγαρις και μήγαρι και μηγάρις και μηγάρι και μήγαρ (Μ μήγαρι και μήγαρις και μηγάρις)· (διστακτικό μόριο) μήπως, μήπως τυχόν, μπας και, σάμπως («μήγαρις έχω τίποτε άλλο στον νου πάρεξ ελευθερία και γλώσσα;», Διούσιος Σολωμός).
μηδά = από το μηδέ και μηδαμά ή μηθαμά (Α)· (επίρρ.) 1. (χρόνου) ποτέ, μηδέποτε· 2. (τρόπου) με κανέναν τρόπο
μηνίγγια = μηλίγγια, από το  μηλίγγι και μελίγγι, το (Α μηνίγγιον)· η μήνιγγα· || (αρχ.) υποκορ. τού μήνιγξ.
μηνύω = διαμηνύω, στέλνω μήνυμα (του μήνυσε = διαμήνυσε, έστειλε μήνυμα)
μιανής = μίας  γυναίκας, που δεν προσδιορίζεται
μιλιούνια =  από το μιλιούνι και μελεούνι, το (Μ μιλιούνι και μιλούνιν)· εκατομμύριο· || (νεοελλ.) (στον πληθ.) μιλιούνια· πολυάριθμο, ανυπολόγιστο πλήθος, απροσδιόριστος αριθμός («οι μύγες ήταν μιλιούνια»).
μισεμός = και μισευμός, ο (Μ μισεμός και μισσεμός και μισευμός) [μισεύω]· 1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού μισεύω, η αναχώρηση κάποιου από την πατρική εστία και η διαμονή του σε ξένο τόπο, η ξενιτιά, η αποδημία, ο εκπατρισμός («τού μισεμού σου κατόπι αποζήτησα κάποιο σημάδι κάπου να βάλω», Παλαμ.)· 2. (μτφ. για αστέρα) δύση· 3. (μτφ.) αναχώρηση από τη ζωή, θανάτος· 4. απόπλους πλοίου και όλες οι εργασίες και οι χειρισμοί που σχετίζονται με αυτόν («το σινιάλο τού μισευμού»).
μισεύω, μισσεύω και μισεύγω (Μ μισεύω και μισσεύω και μισεύγω)· 1. (γενικά) αναχωρώ από έναν τόπο, ξενιτεύομαι  2. (ειδικά) αποδημώ, εκπατρίζομαι, ξενιτεύομαι («σαν τούς αποχαιρέτησε κι εμίσσευγε», Ερωτόκρ.)· 3. εγκαταλείπω κάποιον αβοήθητο· 4. απομακρύνομαι, φεύγω, αναχωρώ· 5. αποσύρομαι, αποχωρώ· 6. διαφεύγω, ξεφεύγω· 7. (για τον χρόνο) περνώ, τελειώνω· 8. (για οργανική βλάβη) θεραπεύομαι· 9. (για πλοίο) αποπλέω· 10. (μτφ.) α) πεθαίνω· β) εκλείπω, εξαφανίζομαι.
μισογόμι = ισομερές φόρτωμα, στη μέση
μισοστρατίζω = βρίσκομαι στα μισά της στράτας, του δρόμου
μιστός = μισθός, αμοιβή
μνέσκω = μένω (μνέσκανε = μένανε)
μνημονέψω = μνημονεύσω
μνημούρι = και μνημόρι, το (ΑΜ μνημόριον, Μ και μνημόρι και μνημούρι και μνημούριν)· τάφος, μνήμα, τύμβος· || (νεοελλ.) φέρετρο· || (μσν.) ταφικό μνημείο.
μοβόρος = (αι)μοβόρος, αιμοδιψής
μοιρολογήστρα = γυναίκα που τραγουδάει μοιρολόγια, όπως οι Μανιάτισσες.
μοίρομαι =  κλαίω τη μοίρα μου (μοίρεται – κλαίει τη μοίρα της, τα μοιρινά της)
μολεύω = μολύνω (μολεύονται = μολύνονται)
μολογάω = ομολογώ, αναφέρω (μολόγησε = ομολόγησε, ανέφερε)
μονέδα = νόμισμα, νομισματική μονάδα· || (νεοελλ.) (φρ.) α) «κόβω μονέδα»· κερδίζω πολλά χρήματα· β) «δεν περνά η μονέδα σου»· (για ψευδολόγο ή απατεώνα) δεν ισχύει ο λόγος σου, δεν γίνεσαι πιστευτός· γ) «κάλπικη μονέδα»· απατεώνας· || (μσν.) 1. (συνεκδ.) χρήματα· 2. (φρ.)«κάμνω ή ποιώ μονέδα»· κόβω νόμισμα.
μονιασμένος = που έχει ομόνοια,  αδελφωμένος
μουγγανίζω = μουγκρίζω  (μουγγανίζει = μουγκρίζει)
μουγκός = βουβός
μούλαχε = μου έλαχε
μούλικο = παιδί, που γεννήθηκε ως καρπός παράνομης σχέσης
μούλος = -α, -ικο· αυτός που προέρχεται από μη νόμιμο γάμο, νόθος, μπάσταρδος («και τόν ακολουθούσανε πολλοί, μούλες και μούλοι», Γρυπ.)
μουρλός = τρελός
μουρχούτα = είδος πιάτου.
μόχτος = μόχθος, κόπος
μπαζίνα = χωριάτικο φαγητό με αλεύρι καλαμποκιού και τραχανά, που γίνεται σαν χυλός.
μπακίρι = χάλκινο σκεύος(μπακίρια  = τα χάλκινα μαγειρικά σκεύη, αλλιώς  τα μπακιρικά)
μπαλάσκα = δερμάτινη σάκκα.
μπαλάτζα =  είδος ζυγαριάς
μπαλάτζα = παλάτζα, ζυγαριά
μπάλιασμα = χόρτα τα οποία έδεναν σε ειδικό κιβώτιο.
μπαμπέσης· 1. η ιδιότητα τού μπαμπέση, δολιότητα, υπουλότητα· 2. πράξη η οποία γίνεται με ύπουλο και δόλιο τρόπο («τόν χτύπησε με μπαμπεσιά»).
μπανταβός = ζουρλός, ανόητος
μπαούλο = ξύλινο ή μεταλλικό κιβώτιο που χρησιμοποιείται για τη φύλαξη κυρίως ενδυμάτων αλλά και, γενικά, οικιακών σκευών, σεντούκι, κασέλα
μπασιά = βλέπε πορειά.
μπάσταρδος = ο, θηλ. και μπαστάρδα και μπαστάρδισσα (Μ μπάσταρδος και μπαστάρδος και πάσταρδος και παστάρδος, θηλ. μπαστάρδα και παστάρδα)· αυτός που προέρχεται από μη νόμιμα παντρεμένους γονείς, ο νόθος· || (νεοελλ.) (μτφ.) τετραπέρατος («τά κατάφερε πάλι ο μπάσταρδος»).
μπάτσος = σκαμπίλι, χτύπημα δια της παλάμης στο μάγουλο
μπεζαχτάς = ο· 1. πρόχειρο τραπέζι που χρησίμευε ως ταμείο σε παντοπωλείο ή οινοπωλείο· 2. συρτάρι όπου φύλαγε ο παντοπώλης τα κέρδη του, πρόχειρο χρηματοκιβώτιο.
μπελερίνα = πλεχτό ρούχο.
μπερκέτι = από το μπερεκέτι, μπερικέτι και μπερκέτι· αφθονία αγαθών, μεγάλος πλούτος.
μπέσα = λόγος ευθύς, ειλικρινής  κι όχι μπαμπέσικος
μπεσαλής = αυτός που σέβεται το λόγο του, έχει μπέσα
μπεσίκι = κούνια μωρού
μπέσικος = χασομέρης, ελεύθερος
μπιστευμένος = (ε)μπιστευμένος, μπιστικός («αυτός με έχει μπιστευτεί»)
μπληγούρι = και μπλιγούρι. Βλέπε πλιγούρι
μπλοκάρισμα το· 1. αποκλεισμός τής εξόδου, περικύκλωση, πολιορκία· 3. δέσμευση χρημάτων («έγινε μπλοκάρισμα τού λογαριασμού του στην τράπεζα»)· 4. δυσλειτουργία συσκευής λόγω παρεμβολής ή παύση λειτουργίας μηχανήματος λόγω εμπλοκής.
μπλοκαρισμένος = αποκλεισμένος
μπόγης = σκληρόκαρδος υπάλληλος(βλέπε μπόγιας)
μπόγιας = 1. δήμιος· 2. (υβριστ.) υπάλληλος σκληρόκαρδος που καταδιώκει συστηματικά τους κατωτέρους του και κάνει κακό στους συνανθρώπους του· || (νεοελλ.) αστυνομικός ή δημοτικός υπάλληλος που περισυλλέγει από τους δρόμους τα αδέσποτα σκυλιά.
μπόγος =  δέμα από ρούχα ή άλλα πράγματα τυλιγμένα μαζί σε κομμάτι υφάσματος· 2. (συνεκδ.) το τετράγωνο κομμάτι υφάσματος με το οποίο τυλίγεται το δέμα αυτό· 3. είδος ιστιοφόρου, μικρού βυθίσματος τής εποχής τού 1821· 4. (μτφ.) (ειρων.) άνθρωπος παχύς και κοντός.
μποδίζω = (ε)μποδίζω
μπόδιο = (ε)μπόδιο
μπολιάζω 1. κάνω εμβόλιο σε κάποιον, εμβολιάζω· 2. εγκεντρίζω δένδρο· 3. μεταδίδω μολυσματική νόσο σε κάποιον· 4. (μτφ.) μεταφέρω και ενσωματώνω ένα στοιχείο σε άλλο.
μπόλκα = είδος ζακέτας κοντής.
μπομπότα = ψωμί ζυμωμένο με αλεύρι από καλαμπόκι
μπόρεση = δυνατότητα (από το ρήμα μπορώ, δύναμαι)
μπότσα =η (Μ μπότσα και μπότζα)· (νεοελλ.) μέτρο χωρητικότητας υγρών, ιδίως τού μούστου, ίσο με δύο οκάδες, δηλ. δυόμισυ περίπου χιλιόγραμμα· || (μσν.) εξόγκωμα, προεξοχή σε μια επιφάνεια.
μπουγάτζα = μπουγάτσα (συνήθως την έφτιαχναν με αλεύρι και γλυκίσματα)
μπουγέλο =δοχείο (συνήθως με νερό)
μπούγιο = το· 1. μεγάλος όγκος· 2. (μτφ.) μεγάλη εντύπωση, δυσανάλογη όμως με την αξία («δεν ήταν πολλοί, αλλά με τις φωνές έκαναν μπούγιο»)· 3. (φρ.) «έχω μπούγιο» ή «κάνω μπούγιο»· α) καταλαμβάνω πολύ χώρο· β) προκαλώ εντύπωση.
μπούλα = 1. γυναίκα με σκεπασμένο το πρόσωπο· 2. Τουρκάλα/ Η ετυμολογία της λέξεως εμφανίζει και τον όρο μπαμπούλα με ανομοιωτική αποβολή. Κατ’ άλλους η λέξη συνδέεται με το μπόλια/ Στα Καλαβρυτοχώρια όταν είχαμε Αποκριές πολλοί μασκαρευόντουσαν και τους αποκαλούσαμε: μπούλες, ενώ αυτός που φορούσε προσωπείο (μάσκα) τον φωνάζεμε: μπούλα.
μπουλούκι = το· 1. (επί τουρκοκρατίας) μικρό στρατιωτικό σώμα, αποτελούμενο ιδίως από ατάκτους· 2. ασύντακτο πλήθος ανθρώπων, συρφετός, στίφος· 3. περιπλανώμενος θεατρικός θίασος
μπουνταλοσύνη = από τη λέξη μπουνταλάς, θηλ. μπουνταλού· 1. ανόητος, κουτός· 2. χοντρός· 3. αδέξιος· 4. νωθρός, οκνηρός· 5. αγαθούλης, αφελής.
μπούσι = δαιμόνιο, ξωτικό
μπουσουλάω, ώ = περπατώ με τα τέσσερα, όπως το μωρό.
μπόχα = αποπνικτική δυσοσμία
μπρός = εμπρός
μπρούσκο = -α, -ο· (για κρασί) δριμύς στη γεύση, στυφός.
μυλαύλακο = το νερό του αυλακιού που οδηγείται στο νερόμυλο
μυρίζουμαι = μυρίζομαι
μυρώνια = είδος χόρτου που τρώγεται στο χωριό.
να τόνε = να τον
ναίσκε = ναι,  βεβαίως
ναπολεόνι(ο) το = παλαιότερο χρυσό γαλλικό εικοσόφραγκο που κόπηκε για πρώτη φορά το 1805 και ονομαζόταν επίσης λουδοβίκειο, κν. λουίζι.
νέμα = και γνέμα: το νήμα // το γνέψιμο
νεροσυρμή= 1. φυσικό αυλάκι που σχηματίζεται από τα νερά τής βροχής τα οποία κατεβαίνουν από την πλαγιά όρους ή λόφου· 2. ορμητικό ρεύμα ποταμού.( πρβλ. ανεμο-συρμή).
νήστεια = νηστεία
νιόφερτος = νεοφερμένος
νιτερέσιο = νιτερέσο το· το συμφέρον, το οικονομικό ενδιαφέρον.
νογάω = εννοώ, καταλαβαίνω (νογούσε = εννοούσε, καταλάβαινε_
νοματαίοι = άτομα (συνήθως με κάποια επιφάνεια)
νομάτοι = άτομα
νοτίζω = υγραίνω, νοτίσει = υγράνει («δάκρυ δεν είχε ποτές νοτίσει το μάτι του»)
νταής = 1. άνθρωπος γενναίος και ικανός για θαρραλέες πράξεις, παλικαράς· 2. (συν. με ειρωνική σημ.) άτομο που παριστάνει τον γενναίο, ψευτοπαλικαράς.
νταϊλίκια =  ψευτοπαλικαριές
ντελάλης = τελάλης
ντηριέται = (συν)τηριέται // διστάζει, επιφυλλάσσεται.
ντιπ = τελείως(«αυτός είναι ντιπ για ντιπ παλαβός»)
ντόμπρος = α, -ο· 1. ειλικρινής, απροσποίητος, ανυπόκριτος· 2. σαφής, ευθύς, χωρίς διφορούμενα, κατηγορηματικός· 3. (το θηλ. ως ουσ.) η ντόμπρα· παλιό μουσικό όργανο στη Ρωσία από το οποίο προήλθε η μπαλαλάικα. Επίρρ. ντόμπρα· με ειλικρίνεια, με θάρρος.
ντρίτσα = ψάθινο καπέλλο
νυχτέρι = νυχτερινή εργασία, ξενύχτι
νωματαρχαίοι = ενωματάρχες
ξαγκιστρώνω = .βγάζω το αγκίστρι από κάτι, απαγκιστρώνω· 2. (σχετικά με άγκυρα) ανασπώ, σηκώνω, ξεγαντζώνω· 3. (μτφ.) (ενεργ. και μέσ.) γλιτώνω, ξεφεύγω από δύσκολη και περίπλοκη κατάσταση.
ξαγναντεύω = παρατηρώ από ψηλά και μακριά, επισκοπώ από μακριά και αντίκρυ, αγναντεύω.
ξάγναντο = το· υψηλός τόπος απ' όπου μπορεί κάποιος να επισκοπεί τα γύρω, να κοιτάζει μακριά, περίοπτο μέρος.
ξαγορεύω = εξαγορεύω· 1. αποκαλύπτω μυστικό, εκμυστηρεύομαι υπό εχεμύθεια· 2. (για πνευματικό) εξομολογώ· 3. λέω φανερά, αποκαλύπτω με σαφήνεια· 4. αποκαλύπτω κάτι μελλοντικό· 5. (μέσ.) εξαγορεύομαι· εξομολογούμαι τις αμαρτίες μου· || (μσν.) υπαγορεύω τη διαθήκη μου
ξαδιάντροπος = ξεδιάντροπος, χωρίς ίχνος ντροπής
ξακολουθώ = (ε)ξακολουθώ
ξαλάφρωση = χωρίς βάρος, απαλλαγμένος από ενοχές ή τύψεις
ξαμολώ = ελευθερώνω, αφήνω  (ξαμολύθηκαν = έτρεξαν γρήγορα ξαμολύσαν = ξαμόλυσαν, λευτέρωσαν)
ξαναμμένος = φουντωμένος
ξανεμίζω = (ε) ξανεμίζω  [ξανεμιστούν =(ε)ξανεμιστούν ξανεμίστηκαν = εξανεμίστηκαν)
ξαπλώθη = (ε)ξαπλώθη,  ξαπλώθη(κε)
ξαποδώ = ο Εξαποδώ,  διάβολος
ξαποσταίνω = ξεκουράζομαι, αναπαύομαι («θα ξαποστάσει» = θα ξεκουραστεί, θα αναπαυθεί)
ξαστόχησα = απέτυχα στο στόχο
ξαφανίζομαι = (ε)ξαφανίζομαι [ξαφανίστηκα = (ε)ξαφανίστηκα]
ξαφτέρυγο = εξαπτέρυγο
ξεθάρρεμα [ξεθαρρεύω] =  1. το αποτέλεσμα τού ξεθαρρεύω, ανάκτηση θάρρους, αναθάρρηση· 2. αποθράσυνση. (ξέθαρρες = γυναίκες με θάρρος)
ξεθεμελιωτικός = καταστροφικός από τα θεμέλια (σύριζα)
ξεκοκκισμένος = χωρίς κόκκους
ξεκολνώ = ξεκολλάω ( «αυτός δεν ξεκολνούσε από το τόπο του»)
ξεκουμπίζω - 1. διώχνω κάποιον με βάναυσο τρόπο· 2. (συν. το μέσ.) ξεκουμπίζομαι· παύω να ενοχλώ κάποιον με την παρουσία μου, απομακρύνομαι («ξεκουμπίσου γρήγορα από μπροστά μου
ξεμάτιασμα = απαλλαγή από «το μάτι» ( = βασκανία. Βλέπε λέξη).
ξεμοναχιάζω = 1. απομονώνω, παίρνω κάποιον κατά μέρος («περίμενε να τήν ξεμοναχιάσει για να τής αποκαλύψει τα αισθήματά του»)· 2. απομονώνομαι («τ' αγέρι εθόλωσε, ξεμοναχιάζει», Βαλαωρίτης).
ξεπεταλονίδι =νεοσσός
ξεπιτούτου = επί τούτου
ξεπλανεύω = αποπλανώ, διαφθείρω.
ξεπορτίζω = 1. εξαναγκάζω ή αφήνω κάποιον να φύγει από το σπίτι· 2. φεύγω από το σπίτι μου, ιδίως κρυφά. (ξεπόρτισε = βγήκε έξω από την πόρτα)
ξεπροβοδίζω =συνοδεύω μέχρι την πόρτα  (ξεπροβόδισε = συνόδευσε)
ξερακιανός = και ξεραγκιανός και ξηραγκιανός, -ή, -ό· (για πρόσ.) πολύ ψηλός και λιγνός, λιπόσαρκος.
ξεροκόματο = ξερό κομμάτι ψωμί
ξερολιθιά η [ξερολίθι] = τοίχος που χτίζεται με λίθους χωρίς συνδετικό κονίαμα, χωρίς λάσπη, ξηρολιθοδομή.
ξεσαμαρώνω = απαλλάσσω το ζώο από το σαμάρι του (ξεσαμάρωμα)
ξεστραβώνω 1. καθιστώ ίσιο ένα στραβό αντικείμενο, ισιάζω· 2. βοηθώ κάποιον να ανακτήσει την όρασή του· 3. (μτφ.) παρέχω σε κάποιον τη δυνατότητα να μορφωθεί, να αντιλαμβάνεται και να κρίνει με ορθό τρόπο, μορφώνω· 4. (παθ.) ξεστραβώνομαι· απαλλάσσομαι από την πλάνη ή την αμάθεια.
ξεστρατίζω = παίρνω άλλο δρόμο, όχι τον σωστό
ξεστρατισμένος = παραστρατημένος
ξεσυνερίζομαι = 1. βρίσκομαι σε άμιλλα με κάποιον, συναγωνίζομαι κάποιον· 2. δυσφορώ, ερεθίζομαι, συγχύζομαι με τα λεγόμενα ή με τις πράξεις κάποιου, τόν παίρνω στα σοβαρά, τόν λαμβάνω υπ’ όψιν («μην τόν ξεσυνερίζεσαι, δεν ξέρει τί λέει»)· 3. τρέφω κακία για κάποιον, μνησικακία εναντίον κάποιου, αντιδικώ με κάποιον· 4. αποδίδω εριστική πρόθεση στα λόγια κάποιου («μην τά ξεσυνερίζεσαι τα λόγια του»).
ξετάζω = (ε)ξετάζω
ξεφαντώνω = γλεντοκοπώ, παίρνω μέρος σε μεγάλο γλέντι, ιδίως με χορούς και τραγούδια.
ξεφαντωτής = γλεντοκόπος
ξεχειλώνω = ξεχειλίζω (ξεχειλούσε =ξεχείλιζε)
ξηγιέμαι = εξηγούμαι [ξηγήσει = (ε)ξηγήσει, ξηγώντας = (ε)ξηγώντας]
ξιάλα = κοφτερό εργαλείο για ξύλα
ξιαλίζω = πελεκώ
ξινόγαλα = γάλα ξινό
ξόδι =  1. εκφορά νεκρού, κηδεία· 2. θρήνος, οδυρμός, ολοφυρμός για τον θάνατο προσφιλούς προσώπου.
ξοδιάζω = ξοδεύω (ξοδιάζουνε = ξοδεύουν)
ξολοθρεμός = εξολόθρευση
ξύγκι = χοιρινό λίπος
ξυλιάζω [ξύλο] = 1. γίνομαι σκληρός και άκαμπτος σαν το ξύλο («ξύλιασαν τα πόδια μου από το κρύο»)· 2. καθιστώ κάποιον ή κάτι σκληρό και άκαμπτο όπως το ξύλο («το ξεροβόρι μού ξύλιασε τη μύτη»)· 3. ξυλοκοπώ, δέρνω.
ξυλίκι = το· 1. κοινή ονομασία τού φυτού λύκιον· 2. είδος παιδικού παιχνιδιού που παίζεται με δύο ξύλα, το τσιλίκι.
ξυπάζω = και ξυπώ· 1. φοβίζω, τρομάζω κάποιον, κάνω κάποιον να τρομάξει· 2. (ενεργ· και μέσ.) φοβίζομαι, τρομάζω, σκιάζομαι· 3. (μτφ.) ξαφνιάζω, εκπλήσσω· 4. (μέσ.) ξυπάζομαι· υπερηφανεύομαι, επαίρομαι, κομπάζω («πώς συνεννοείσαι με αυτόν τον ξυπασμένο;»)
ξυπνάδα = (ε)ξυπνάδα
ξυπνός = ξύπνιος
ξυπνός, ή, ό = ξύπνιος, α, ο («πιο ξυπνά» = πιο ξύπνια ή: «οι ψυχές ήταν πιο κοιμισμένες και τα πάθεια πιο ξυπνά»)
ξώθυρο = εξώθυρο
ξωπίσω = από πίσω
ξώρασο = έξω από το ράσο
ξωτικό = δαιμονικό
οβρηοί = Οβραίοι (Εβραίοι)
ογλήγορα = γρήγορα
όγοιος = όποιος («όγοιος κι όγοιος είν’ αυτός;»)
ογρός = υγρός, νοτισμένος, βρεγμένος
ολάκερος = ολόκληρος
ολόγιομα =  όλο γεμάτο
ολονυχτία = ολονύκτια εκκλησιαστική ακολουθία.
ολονών = σε όλους
ολότελα = εντελώς
ολούθε = από παντού
ολόφτυστος = ολόϊδιος, ίδιος κι απαράλλακτος
ολόχαρος = όλος χαρά
ολπίδα = ελπίδα
οματιά = είδος φαγητού στο φούρνο με εντόσθια χοίρου, στάρι, σταφίδες, πορτοκάλι κλπ.
όξω = έξω
οριά = οργιά και οργυιά· μονάδα μήκους ίση με την απόσταση τεντωμένων χεριών από το ένα άκρο μέχρι το άλλο και η οποία είναι 6 περίπου πόδια· || (νεοελλ.) αγγλικό μέτρο μήκους ίσο με δύο γιάρδες, δηλ. 1,83 μέτρα·
ορμήνεια =συμβουλή (ορμηνεύω = συμβουλεύω)
ορμηνεύω = συμβουλεύω
όσοι θέτε = όσοι θέ(λε)τε
ούλος = όλος, ολόκληρος, ολάκερος
οχλοβουή = οχλοβοή, βοή του όχλου, φωνή του πλήθους
οχτρεύεστε = εχθρεύεσθε
οχτρός = εχθρός
παγαίνω = πηγαίνω («πάγαινε  από δω»). 
πάθια = πάθη
παιδεμός = ταλαιπωρία
παίνεμα =  επαίνεμα:  επαινετικός λόγος, έπαινος.
παλαβομάρα = ανοησία, ηλιθιότητα
παλαβός = 1. ανισόρροπος, τρελός· 2. ανόητος, ασύνετος· 3. παράτολμος, ριψοκίνδυνος· 4. παράφορα ερωτευμένος. Επίρρ. παλαβά· με παλαβό τρόπο.
παλαιϊκά = παλαιά
παλλακίδα = η (ΑΜ παλλακίς, -ίδος)· γυναίκα που συμβιώνει με άνδρα χωρίς επίσημο γάμο, σε αντιδιαστολή και προς τη νόμιμη σύζυγο και προς την εταίρα .
πανθέρα = άγνωστη λέξη. Ίσως προέρχεται από τον όρο πανθερός, πενθερός, πεθερός, θηλ. πανθέρα. Ίσως κάποιο ζώο ή δηλητηριώδες ερπετό «Η πανθέρα πνίγηκε στο αίμα των χριστιανών που είχε ρουφήξει…» )
πάνωθε = από πάνω
πανωκαμήλαυκο = πάνω καμηλαύχι
παπαδικό = του παπά
παπούτζι = παπούτσι, υπόδημα
παραγιός = θετός γιος, ψυχοπαίδι· 2. νεαρός μαθητευόμενος ή βοηθός τεχνίτη· 3. νεαρός υπηρέτης.
παραδέρνω  = παραδέρω 1. δέρνω πάρα πολύ· 2. (κυρίως για πλοίο) χτυπιέμαι από τα κύματα, κλυδωνίζομαι («βαρκούλα μέσ’ στις θάλασσες παράδερνε μονάχη», Βιζυην.)· 3. κινούμαι πέρα δώθε· 4. (μτφ.) παλεύω με αντίξοες περιστάσεις, βασανίζομαι, ταλαιπωρούμαι, δεινοπαθώ, κατατυραννιέμαι· 5. (συν. η μτχ. παθ. παρακμ.) παραδαρμένος, -η, -ο· πολύπαθης, ταλαίπωρος· 6. (το θηλ. μτχ. παθ. παρακμ. ως ο υ σ.) η παραδαρμένη· (σκωπτικά) η κοιλιά· 7. (φρ.) «παραδέρνει το μυαλό του»· δεν έχει σταθερές γνώμες ή ιδέες, αμφιταλαντεύεται· || (μσν.) ταλαιπωρώ· || (αρχ.) γδέρνω.
παρακαλεστικός = παρακλητικός, γεμάτος παράκληση
παρακατιανός = και παρακατινός, -ή, -ό· 1. αυτός που βρίσκεται σε χαμηλότερη θέση· 2. ο κατώτερος ως προς την αξία, ικανότητα ή ποιότητα· 3. (για πρόσ. με υποτιμ. σημ.) αυτός που ανήκει στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα· 4. (μτφ.) φτηνός, ταπεινός, ασήμαντος.
παράκλησες = παρακλήσεις
παραλυμένος = παράλυτος, εξαθλιωμένος
παράς = χρήμα
παραστάθηκε = συμπαραστάθηκε
παρασταίνω = παρίσταμαι, υποκρίνομαι («αυτός του παράστησε…»)
παραστέκω = συμπαραστέκομαι («αυτός του παραστέκει»)
παρατσούκλι = ειρωνικό ή σκωπτικό παρωνύμιο, παρανόμι, παράνομα, παρωνυμία ή απλός χαρακτηρισμός ενός προσώπου χωρίς σκωπτική σημασία.
παράχω = παραέχω («έχει και παράχει»)
πασκάζω = πασχάζω (από το Πάσχα)· εορτάζω το Πάσχα· || (νεοελλ.) 1. σταματώ να νηστεύω, τρώγω πασχαλινά φαγητά· 2. (παροιμ.) «πάσχασ' ο καλόγερος πάλι κουκιά μαγείρευε»· λέγεται για τους φτωχούς οι οποίοι ακόμη και τις πασχαλινές ημέρες τρώνε νηστήσιμα φαγητά.
πασκίζω = πασχίζω  («πάσκιζαν συνέχεια να τον βρουν…»)
παστό = παστός, -ή, -όν, ΝΜΑ [πάσσω]·. πασπαλισμένος με αλάτι, αλατισμένος· 2. αυτός που διατηρείται στο αλάτι ή σε άλμη, αλίπαστος, παστωμένος (α. «αντζούγιες παστές»· β. «παστός ιχθύς», Διοκλητ.)· || (νεοελλ.) 1. (το ουδ. ως ουσ.) το παστό· κάθε εδώδιμο που διατηρείται σε άλμη ή στο αλάτι· 2. (φρ.) «τόν έκανε παστό στο ξύλο»· τόν έδειρε ανηλεώς· || (αρχ.) 1. αυτός που πασπαλίζεται· 2. (το ουδ. ως ουσ.) καθετί τριμμένο ή κοπανισμένο ώστε να γίνει λεπτή σκόνη, άχνη· 3. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα παστά· είδος πολτώδους μαγειρικού παρασκευάσματος από άλφιτα/ Συνήθως με τον όρο παστό στα Καλαβρυτοχώρια εννοούμε το διατηρηθέν χοιρινό κρέας.
παστρικός = 1. ο χωρίς βρομιές, καθαρός· 2. (μτφ.) αγνός, άσπιλος, άψογος («έχει το μέτωπο παστρικό»)· 3. (μτφ. ειρωνικά) κακοήθης, φαύλος («παστρικό υποκείμενο»)· 4. (το θηλ. ως ουσ.) η παστρική· πόρνη που δεν πάσχει από αφροδίσιο νόσημα· 5. (το θηλ. ως ουσ.) η παστρικιά· γυναίκα ελευθέριων ηθών.
πατερίτζα = πατερίτσα, μαγκούρα
πάτερο = ή πατερό: δοκός σπιτιού (συνήθως από καστανιά ή κυπαρίσσι).
πατητήρι = το πατητήριον, ΝΑ· ο ληνός, κατασκευή ξύλινη ή κτιστή όπου πατιούνται τα σταφύλια.
πατικώνω = συμπιέζω προς τα κάτω, στον πάτο
πατρογονικός  = κληρονομικός
πατσιάς = πατσάς, ο, και πατσά, η· (και υποκορ. το πατσαδάκι και η πατσίτσα)· 1. το στομάχι, η κοιλιά και τα ποδαράκια τών ζώων που σφάζονται· 2. (συνεκδ.) το φαγητό που παρασκευάζεται από αυτά και στο οποίο συνήθως προσθέτουν και το κεφάλι· 3. (μτφ.) (για γυναίκα) πλαδαρή, άσχημη, ρυτιδωμένη.
πάψανε = παύσανε
πεδούκλι = αντικείμενο δεσίματος των ποδώνν των τετραπόδων στα χωράφια, για να μη φύγουν // παλούκι.
πεζεύω = πεζεύγω και πεζέφνω Ν [πεζός]· (νεοελλ.-μσν.) κατεβαίνω από το άλογο, αφιππεύω, ξεκαβαλικεύω· || (νεοελλ.-αρχ.) 1. βαδίζω πεζός, οδοιπορώ· 2. ταξιδεύω διά ξηράς· || (μσν.-αρχ.) (κυρίως για τον Ξέρξη όταν πέρασε τη γέφυρα στον Ελλήσποντο) περνώ πεζός τη θάλασσα σαν να είναι ξηρά· || (αρχ.) 1. (για πτηνά) κατεβαίνω στο έδαφος και περπατώ 
πεζούλα = τεμάχιο χωραφιού
πεζούλι = 1. λίθινο τοιχίο στο προαύλιο ενός οικοδομήματος που χρησιμοποιείται κυρίως ως κάθισμα, αλλά και ως σημείο ίππευσης και αφίππευσης· 2. μικρός τοίχος που συγκρατεί το χώμα σε κατωφερές έδαφος, ανάλημμα, αναβαθμίδα.
περβάζι = και πρεβάζι, το· 1. πλαίσιο θύρας ή παραθύρου από ξύλο ή μέταλλο· 2. το κάτω τμήμα τού πλαισίου ενός παραθύρου.
περικαλιέμαι = παρακαλούμαι // κάνω δεήσεις στο Θεό, προσεύχομαι.
περιπαίζω = περιγελώ, κοροϊδεύω («αυτός την περίπαιζε την γυναίκα του»)
περίχαρης = περιχαρής
περονιάζω = Ν [περόνη]· 1. τρυπάω, καρφώνω έδεσμα με το πιρούνι· 2. (για κρύο ή υγρασία) διαπερνώ («μέ περόνιασε το κρύο απόψε»)· 3. θίγω βαθύτατα κάποιον, τόν κάνω να λυπηθεί πολύ («τα λόγια μου τόν περονιάζουν»).
περσευούμενο = περισσευόμενο
περσεύω = περισσεύω (πέρσευε = περίσσευε)
περσότερο = περισσότερο
πεσκέσι = το, Ν· 1. δώρο σε τρόφιμα ή ποτά· 2. (φρ.) α) «τού ήρθε πεσκέσι»· πήρε, απροσδόκητα, κάτι καλό ή, ειρωνικά, τού συνέβη απροσδόκητα κάτι κακό· β) «διαόλου πεσκέσι» ή «για το διάολο πεσκέσι»· πονηρός και δόλιος άνθρωπος.
πετιμέζι = και πετμέζι, το, Ν· 1. το σταφιδόμελι, το γλυκό παχύρρευστο υγρό που παράγεται από τον μούστο με παρατεταμένο βράσιμο σε σιγανή φωτιά· 2. (μτφ.) καθετί που είναι πάρα πολύ γλυκό.
πετούμενο = πουλί που πετά στον ουρανό
πιθυμάω = επιθυμώ
πιθυμία = (ε)πιθυμία (πιθυμιά = επιθυμία, πόθος)
πιλάλα = τρεχάλα
πινακωτή = 1. σανίδα με χωρίσματα ὁπου τοποθετείται το ψωμί για να μεταφερθεί στον φούρνο· 2. ονομασία παιδικού παιχνιδιού με επανάληψη τής φράσης πινακωτή πινακωτή, απτάλλο μου ταφτί γιατίναι η μάννα μου κουφή.
πιότερο = περισσότερο
πίπιζα = αερόφωνο λαϊκό μουσικό όργανο, είδος πρωτόγονου όμποε που κατασκευάζεται από σκληρό και στεγνό ξύλο, συνήθως καρυδιάς ή οξιάς, αλλ. ζουρνάς.
πιστάγκωνα = οπισθάγκωνα 1. με τους αγκώνες προς τα πίσω· 2. (φρ.) «δένω κάποιον πισθάγκωνα»· δένω τα χέρια κάποιου με τους καρπούς και τους αγκώνες ενωμένους πίσω από τον κορμό του.
πιστολή = (ε)πιστολή
πιστρόφια = (εκ του ρ. επιστρέφω):  το έθμο της επιστροφήςτων νεονύμφων στο πατρικό σπίτι της νύφης μετά τον γάμο.
πίσωθε = από πίσω
πιτήδειος = επιτήδειος
πιτσούνι το, = θηλ. πιτσούνα, Ν· 1. μικρό περιστέρι, νεοσσός περιστεριού· 2. (το θηλ.) η πιτσούνα· (ως θωπευτική προσφώνηση) α) όμορφο κοριτσόπουλο ή παχουλό κορίτσι· β) θηλυκό μωρό· 3. (στον πληθ.) τα πιτσούνια· είδος παιδικού παιχνιδιού· το πέταγμα πεταλίδων στην επιφάνεια τής θάλασσας ή λίμνης με τρόπο ώστε μόλις τήν αγγίζουν να αναπηδούν μία ή και περισσότερες φορές.
πιχειρώ = (ε)πιχειρώ (πιχείρησα = (ε)πιχείρησα)
πλάκες = συνήθως οι σχιστόλιθοι («το σπίτι αυτό είναι με πλάκες»).
πλανέματα = μαγέματα
πλανταγμένος = καταστενοχωρημένος
πλαντάζω =και πλαντώ / πλαντῶ, -άω, ΝΜ· αισθάνομαι μεγάλη στενοχώρια, οργή, αγανάκτηση, ταραχή, σκάω από το κακό μου («σκάσε καρδιά μου, πλάνταξε, γίνου χίλια κομμάτια», δημ. τραγούδι)· || (νεοελλ.) 1. προκαλώ μεγάλη στενοχώρια· 2. (φρ.) α) «επλάνταξε η φωτιά»· κοντεύει να σβήσει ή έσβησε η φωτιά εξαιτίας τής έλλειψης αέρα· β) «να σκάσεις και να πλαντάξεις»· λέγεται ως κατάρα.
πλεμάτι = το, Ν· καθετί που έχει πλεχθεί, πλέγμα, δίχτυ («στο κρεμαστό μεσόκλωνο, πλεμάτι τής αράχνης», Γρυπ.)· 2. (ειδικά) α) αλιευτικό δίχτυ· β) δικτυωτός σάκος.
πλεμόνι = πνευμόνι
πλερώνω = πληρώνω («αυτός έχει πλερώσει πολλά κρίματα»)
πλήθεια = πλήθη
πλιάτσικο = λαφυραγωγία, διαρπαγή
πλιγούρι = και μπληγούρι και μπλιγούρι και μπλογούρι και πλουγούρι και μπλουγούρι και μπουλγούρι και πνιγούρι, το, Ν· 1. χονδροαλεσμένο ή χονδροκοπανισμένο σιτάρι που χρησιμοποιείται για την παρασκευή σούπας ή άλλων φαγητών· 2. το φαγητό που παρασκευάζεται από χονδροαλεσμένο ή χονδροκοπανισμένο σιτάρι.
πλύμα -ατος, = το πλύσμα, ΝΑ [πλύνω]· 1. νερό μέσα στο οποίο έχει πλυθεί κάτι, απόπλυμα· 2. (μτφ.) άνοστο και νερόβραστο φαγητό· | (νεοελλ.) βρόμικο νερό που προέρχεται συνήθως από πλύσιμο μαγειρικών σκευών· 2. νερό μαζί με πίτυρα που δίνεται ως τροφή στους χοίρους· || (αρχ.) 1. νερό ανακατεμένο με αλεύρι, χυλός, κουρκούτι· 2. προϊόν παράγωγο τού κινναβάρεως· 3. (μτφ.) πόρνη.
πνέμα = πνεύμα
πνεματικός = πνευματικός, εξομολόγος
ποδάρι = πόδι
ποδένω = Ν· 1. φορώ σε κάποιον τα υποδήματα του· 2. προμηθεύω σε κάποιον υποδήματα, τού αγοράζω υποδήματα· 3. (μέσ.) ποδένομαι· φορώ τα παπούτσια μου.
πόμπεμα = διαπόμπευση (εκ της πομπής) («αυτή τη γυναίκα την έχει πομπέψει»)
πορειά = και ποριά, η, Ν· 1. διάβαση, πέρασμα («στης Νερομάννας την ποριά ομορφονιά διαβαίνει», Κρυστ.)· 2. το μέρος από το οποίο εισέρχεται κάποιος σε κήπο, αμπελώνα, κ.λπ., η μπασιά· 3. (παροιμ.) «άνοιξες πορειά; πες πως άνοιξες δρόμο»· αυτός που πρώτος επιχειρεί κάτι ακολουθείται από άλλους πολλούς. // Στα χωριά μας πορειά λέγαμε την αυλόπορτα
πορεύουμαι = προχωρώ (πορεύουνται = πορεύονται, προχωρούν).
πορπατησιές = περπατησιές
πορπατώ = περπατώ (πορπατάτε = περπατάτε).
πορτόνι = η αυλόπορτα.
ποτές = ποτέ
πουγγί = το πουγγίον και πουγγίν, ΝΜ· 1. είδος πορτοφολιού, σακούλι («και τον πατριάρχην χάριν δέκα πουγγία απέστειλε», Καισάρ.)· 2. (συνεκδ.) χρηματικό απόθεμα, κομπόδεμα.
πούθε – από πού
πουλακίδα = μικρή κόττα
πουλάρι = μικρό μουλάρι
πούναι = που είναι
πουντιάζω = κρυώνω (πούντα =κρύωμα) (πούντιασμα= κρυολόγημα, πλευρίτιδα).
πουρί = το, Ν· (άκλ.) 1. πορώδες ασβεστολιθικό πέτρωμα, πωρόλιθος· 2. ασβεστούχο υπόλειμμα που επικάθεται ως επίστρωμα σε δόντια, σε δοχεία βρασμού ή σε σωλήνες, ίζημα.
πουριασμένο = γεμάτο πουρί 
πουρνειά = πορνεία
πουρνό = 1. πρωί, πρωινό· 2. (φρ.) «πουρνό πουρνό»· (με επιρρμ. σημ.) πολύ νωρίς το πρωί.
πούσι = 1. ομίχλη, καταχνιά· 2. θολούρα, σκοτεινιά· 3. στρώμα από ξερά φύλλα πεύκου ή καλαμποκιού. Συνήθως οι παλιοί χωρικοί γέμιζαν με πούσια τα στρώματά τους λόγω ελλείψεως μαλλιών αιγοπροβάτων
πούταν = που ήταν
πραματευτής = έμπορος (συνήθως γύριζε στα χωριά κουβαλώντας το εμπόρευμά του πάνω σε ζώα).
πρεπούμενο = το πρέπον, το ορθό.
πριχού = και πρίχου Ν· (επίρρ.) (κυρίως στον Ερωτόκρ.) (με χρον. σημ.) πριν, προτού («να τσι ξεράνει το δενδρό, πρίχου να τό φυτέψει», Ερωτόκρ.). (Κωστής Μπαστιάς: «Παπουλάκος»: «Η μυρωδιά του φτάνει πριχού φτάσει ο ίδιος» σελ. 130)
προαίστημα = προαίσθημα
προκάμω = προκάνω, προλάβω
προκήρυξες = προκηρύξεις
προκόβω = κάνω προκοπή
προμηνώ = προβλέπω, προλέγω
προσάναμμα = εύφλεκτο υλικό για άναμμα φωτιάς
προσβάλνω = προσβάλλω (πρόσβελναν = προσέβαλαν)
προσήλιο = μέρος που το βλέπει ο ήλιος
προσκυνητάρι =  το προσκυνητάριον· βιβλίο το οποίο περιέχει περιγραφές ιερών προσκυνημάτων («το προσκυνητάρι τού Αγίου Τάφου»)· || (νεοελλ.) 1. (εκκλ.) έπιπλο ορθόδοξου ναού σε σχήμα αναλογίου, μαρμάρινο, ξυλόγλυπτο ή μεταλλικό, με ή χωρίς κιβώριο, μπροστά στο τέμπλο ή δίπλα στην είσοδο, πάνω στο οποίο τοποθετείται για προσκύνηση το Ευαγγέλιο ή εικόνα τής εορτής ή τών εορταζόμενων αγίων ή τού αγίου προς τιμήν τού οποίου ιδρύθηκε ο ναός· 2. έπιπλο τών καθολικών εκκλησιών στο οποίο γονατίζουν οι πιστοί κατά την προσευχή τους· 3. τόπος όπου γίνεται η προσκύνηση, προσκυνητήριο· 4. μικρό κτίσμα από πέτρα ή τούβλα στο πλάι τού δρόμου, στο οποίο τοποθετείται η εικόνα αγίου τού οποίου η εκκλησία βρίσκεται εκεί κοντά.
προστατεμένος = προστατευμένος (προστατεμένη = προστατευμένη προστάτεψε = προστάτευσε)
προσταχτικά = προστακτικά
πρόστεσε = πρόσθεσε (προστέσει = προσθέσει)
προσυνάματα =  προσανάμματα, υποδαυλίσεις)
προσφάϊ = το προσφάγι ή  προσφάγιον και προσφάι· καθετί που τρώγεται με ψωμί ως συμπλήρωμά του.
προσφέρνω =προσφέρω
πρόσφορο = ο άρτος που προσφέρεται στην Εκκλησία για την Θεία Ευχαριστία.
προφτάξω = προγθάσω (προφτάξανε = προφθάσανε)
πρωτάγια = εορτή παραμονής των Φώτων, με αγιασμό οικιών και χωραφιών.
πρωτερνός =  πρωτερινός, προηγούμενος
πυροστιά = η, Ν· 1. είδος τριγωνικού ή κυκλικού μεταλλικού τρίποδα κατάλληλου να υποβαστάζει χύτρα ή λέβητα πάνω σε φωτιά, αλλ. πυροστάτης· 2. κάμινος με πυροστάτη· 3. (ως κύριο όν.) η Πυροστιά· ονομασία τού αστερισμού τού Ηνιόχου/ Κατά μία άποψη, η λ. πυροστιά προέρχεται από το αρχ. πυρεστία, ενώ κατ' άλλους, από συμφυρμό τών πυροστάτης και παρεστία // βλέπε  και λ. σιδεροστιά.
πυτιά = πυτία η, ΝΜΑ, και πυτιά Ν, και πυετία και δ. γρφ. πιτύα Α· ένζυμο τού γαστρικού υγρού που επιτρέπει την πήξη τού γάλακτος με καθίζηση τής καζεΐνης· || (νεοελλ.) ό,τι απομένει στις αλυκές μετά την αποβολή τού αλατιού· || (αρχ.) 1. το πρώτο μετά τον τοκετό γάλα τών ζώων, κολάστρα· 2. είδος γλυκύσματος.
ρεγάλα = από το ρεγκάλ Ν· (μουσ.) μικρό φορητό υδραυλικό όργανο που έχει, συνήθως, μία μόνο σειρά από αυλούς.
ρεγάλο = και ριγάλο, το, Ν· φιλοδώρημα, δώρο.
ρέμα = ξεροπόταμος, Ν· 1. το ρεύμα, η κοίτη χειμάρρου· 2. χαράδρα, ρεματιά· 3. (φρ.) α) «τον πήρε το ρέμα»· καταστράφηκε οικονομικά ή ηθικά· β) «μπρός γκρεμός και πίσω ρέμα»· υπάρχει αδιέξοδο και οι δύο επιλογές είναι δυσάρεστες.
ρετσίνα = 1. η ρητίνη· 2. (συνεκδ.) ελληνικό κρασί που παρασκευάζεται αποκλειστικά στην Ελλάδα από γλεύκος διαφόρων σταφυλιών στο οποίο προστίθεται κατά την έναρξη τής ζύμωσης 2%-3% ρετσίνι πεύκων για τη δημιουργία τής ιδιαίτερης γεύσης του («ρετσίνα μου αγνή, αγάπη μου ξανθιά, κεχριμπαρένια»).
ρημάζω = μένω έρημος, ερημώνω (ρημάζει = ερημώνει,  γίνεται ρημαδιό)
ριζό = ριζά, ρίζα («στο ριζό ενός πλατάνου»)
ρόκα,  η =  1. εργαλείο για το γνέσιμο τού μαλλιού, ραβδί με ειδικά διαμορφωμένη άκρη ώστε να στερεώνεται το μαλλί ή το βαμβάκι που προορίζεται για γνέσιμο· 2. (φρ.) «κάνε ρόκα σου» ή «η ρόκα σου να γνέθει»· κοίτα τη δουλειά σου, μην ανακατεύεσαι σε ξένες υποθέσεις.
ρότα = 1. η πορεία τού πλοίου· 2. μεσαιωνικό έγχορδο όργανο.
ρουμάνι =έκταση με πυκνή θαμνώδη βλάστηση. Στα Καλαβρυτοχώρια ρούμανα λέμε τα  χορτάρια που μοιάζουν με χαμομήλι.
σαβανότρα = η γυναίκα που σαβανώνει τον νεκρό.
σαλάγη = και σαλαγή, η, Α· (κατά τον Ησύχ.) θόρυβος, κραυγή, βοή. («σαλάγα τα πρόβατα»).
σαλάγιασμα = από το σαλαγιάζω  = 1. α) ησυχάζω, καταλαγιάζω· β) (ιδίως για υγρή έκταση) ηρεμώ· 2. (μτβ.) κάνω κάποιον να ησυχάσει.
σαλαχοουρά = (σελάχι + ουρά): δερμάτινη ζώνη με πτυχές στο μπροστινό μέρος, η οποία χρησίμευε ως θήκη για φορητά όπλα.
σαλεύω = κινούμαι, αναδεύομαι (σαλεύει = κινείται, αναδεύει)
σαματάς = φασαρία
σαράφης = ο, θηλ. σαράφισσα, Ν· αργυραμοιβός.
σάσμα = κλινοσκέπασμα φτιαγμέο από μαλλί γίδας.
σβώλος = βώλος
σγόρτσα = το δέρμα του χοίρου, που το έβραζαν αφαιρώντας τις τρίχες του.
σειέμαι = σείομαι, κουνιέμαι, σειέται = σείεται («σειόταν και λυγιόταν»). 
σεκλέτι και σικλέτι, το, Ν· στενοχώρια, βάσανο, μαράζι, ιδίως από έρωτα («τόν έφαγε το σεκλέτι»).
σεκλετίζομαι = έχω στενοχώρια, βάσανο, μαράζι, ιδίως από έρωτα («με έφαγε το σεκλέτι»).
σελάχι = 1. δερμάτινη ζώνη με πτυχές στο μπροστινό μέρος, η οποία χρησίμευε ως θήκη για φορητά όπλα.
σέμπρος = ο επίμορτος καλλιεργητής, αυτός που καλλιεργεί ξένα κτήματα ή εκτρέφει ξένα ζώα με σύμβαση που τού εξασφαλίζει μερίδιο από τα εισοδήματα, κολήγος.
σεντούκι = το σεντούκιν, ΝΜ· κιβώτιο για φύλαξη ενδυμάτων, ιδίως ασπρόρουχων, αλλ. μπαούλο, κασέλα.
σεντούκι = το σεντούκιν, ΝΜ· κιβώτιο για φύλαξη ενδυμάτων, ιδίως ασπρόρουχων, αλλ. μπαούλο, κασέλα.
σεργιάνι = και σεριάνι και σιργιάνι και σιριάνι, το, Ν· περίπατος, βόλτα («πρώτ· η Φροσύνη τό 'βαλε και βγήκε στο σιργιάνι», δημ. τραγούδι).
σεργιανίζω = σιργιανίζω, σεργιανώ,  σεριανώ, -άω και σιργιανώ, -άω, Ν [σεργιάνι / σιργιάνι]· 1. κάνω βόλτα, κάνω περίπατο· 2. (μτβ.) βγάζω κάποιον για σεργιάνι, τόν πηγαίνω περίπατο. («σεργιάνισες, σεργιάνισες και ύστερα μ’ απαράτησες»)
σερνάμενος  = συρόμενος κατά γης
σερνικό = αρσενικό.
σηκώθη = (ε)σηκώθη, σηκώθη(κε)
σήντα = όταν («σήντα πας πουρνό-πουρνό για το μύλο»)
σήτα = βλέπε κρησάρα.
σιαδώ = ίσια εδώ, προς τα εδώ
σιακεί = ίσια εκεί
σιαπέρα = ίσια πέρα, προς τα πέρα
σιατέρι = στατέρι, στατήρας: όργανο ζύγισης.
σιγουρεμένος = σίγουρος,  βεβαιωμένος
σιδεροστιά = σιδερένια τσιμπίδα με τα οποία συνδαύλιζαν τα κάρβουνα Η λέξη προφανώς είναι σύνθετη (σίδερο + εστία).
σιμώνω = πλησιάζω (σιμώνει =έρχεται σιμά, κοντά, πλησίον)
σιουρίχτρα = σφυρίχτρα
σκαλτσούνι = κάλτσα (σκαλτσούνια = κάλτσες)
σκαμνομουριά = δένδρο μορέας (μουριάς), που κάνει μεγάλες μαύρες  μούρες.
σκανταλίζω = σκανδαλίζω
σκάνταλο = σκάνδαλο
σκαπετίζω και σκαπετώ Ν· =  1. γίνομαι άφαντος τρέχοντας, δραπετεύω, τό σκάω· 2. εξαφανίζομαι περνώντας την κορυφή υψώματος· 3. (γενικά) διαφεύγω κίνδυνο, ξεφεύγω, γλυτώνω
σκαπέτισμα το, Ν [σκαπετίζω]· = 1. διαφυγή, δραπέτευση· 2. εξαφάνιση κάποιου πίσω από ύψωμα καθώς αυτός φεύγει· 3. αποφυγή κινδύνου, διάσωση.
σκαρπίνι = το, Ν· είδος χαμηλού υποδήματος που αφήνει ακάλυπτους τους αστραγάλους, σε αντιδιαστολή με το άρβυλο ή την μπότα.
σκαρώνω = φτιάχνω, δημιουργώ
σκατογένης = ο  άνθρωπος που έχει λερωμένα τα γένεια του (συνήθως για τον Διάβολο).
σκαφίδι = ξύλινη σκάφη, που κατασκευαζόταν ενιαία από κορμό δένδρου.
σκεδιάζω = σχεδιάζω
σκέδιο = σχέδιο
σκερπάνι = σκεπάρνι
σκηταριό = (α)σκηταριό, σκήτη
σκισμή = σχισμή
σκλήθρα = Ν· 1. το σκλήθρο· 2. πελεκούδι.
σκολειό = σχολείο (σκολνούσε = σχολούσε, τελείωνε την εργασία του)
σκολνάω = σχολάω
σκοτίζομαι = ο όρος έχει διάφορες έννοιες: 1. σκοτίζομαι· α) ενδιαφέρομαι, νοιάζομαι για κάτι· β) συγχύζομαι, ζαλίζομαι, πονοκεφαλιάζω («τί κάθεσαι και σκοτίζεσαι γι' αυτό το παλιόπαιδο;»)· γ) αγωνιώ, ανησυχώ· 3. (φρ.) α) «μη μέ σκοτίζεις»· μη μέ ενοχλείς· β) «σκοτίστηκα!» ή «πολύ που σκοτίστηκα» ή «δεν σκοτίζομαι»· αδιαφορώ εντελώς, δεν μέ νοιάζει· || (αρχ.) (παθ.) 2. σκοτίζομαι· α) γίνομαι σκοτεινός· β) σκυθρωπάζω· γ) τυφλώνομαι· δ) ζαλίζομαι, παθαίνω σκοτοδίνη.
σκούζω = φωνάζω (σκουξίματα = φωνές οδυρμού)
σκούνα, η = κοινή ονομασία τών ιστιοφόρων πλοίων που είναι γνωστά ως πάρωνες, κν. μπρίκια, ή μυοπάρωνες, κν. γολετόμπρικα.
σκουντάω = σκουντώ, ακουμπώ, ενοχλώ (συνήθως γίνεται σε άνθρωπο που λαγοκοιμάται ή που είναι ανυποψίαστος)
σκουτέλ(λ)ι  = το  σκουτέλλιον, ΝΜΑ, και σκούτλιον και σκουτλίον, Α· πιάτο, πινάκι, μικρή γαβάθα.
σκουτί = ρούχο (σκουτιά = ρούχα)
σκύβαλο = 1. απόβλημα, απομεινάρι, σκουπίδι 2. (μτφ.) άνθρωπος χωρίς καμιά αξία, χαμηλού ποιού, τιποτένιος (α. «αυτός έχει καταντήσει σκύβαλο»· 3. κάθε άχρηστο πράγμα· 2. (στον πληθ.) τα σκύβαλα· αποκοσκινίδια δημητριακών και ιδίως τού σιταριού· || (αρχ.) περίττωμα, κοπριά.
σκυθρωπάζω = είμαι σκυθρωπός, βλοσυρός (σκυθρώπαζαν = σκυθρώπιαζαν
σουβαντίζω = σοβατίζω και σοβαντίζω και σουβατίζω και σουβαντίζω και σουβαδίζω Ν· επιχρίω επιφάνεια τοίχου με σοβά.
σούμελλε = σου έμελλε
σούρανε = έσυραν
σουραύλι = λαϊκό πνευστό όργανο, συγγενικό με τη φλογέρα.
σούρει = σύρει
σουρνάμενος = συρόμενος κάτω στο χώμα
σούρνεται = σύρεται κάτω στο χώμα
σούρνω = σέρνω, σύρω (σούρνανε = τον έσερναν)
σούρουπο = το λυκόφως, η μετά την δύση τού ηλίου και πριν από την νύχτα ώρα, σουρούπωμα, σύθαμπο, μούχρωμα («ρόδινο σούρουπο, ώρα μυροφόρα», Μαβίλ.).
σουρούπωσε = νύχτωσε 
σούσουρο = 1. ψίθυρος· 2. υπόκωφος θόρυβος· 3. (μτφ.) α) δυσφήμιση, διασυρμός· β) σκάνδαλο («έγινε μεγάλο σούσουρο γύρω από το όνομά της»).
σούστειλε = σου έστειλε
σπαρτά = σπαρμένα χωράφια
σπερνά = βρασμένο στάρι με ρόδα και ζαχαρωτά, που τα πηγαίνουν οι γυναίκες στον εσπερινό, ιδίως τα ψυχοσάββατα . Ο όρος σπερνά  προφανώς είναι παραφθορά της λέξεως εσπερινά.
σπιγούνος = ο σπιούνος, θηλ. σπιούνα, Ν· 1. αυτός που παρακολουθεί τις ενέργειες κάποιου και τόν καταδίδει, καταδότης, χαφιές, ρουφιάνος· 2. αυτός που διαβάλλει κάποιον, ραδιούργος.
σπιτικό = του σπιτιού, της οικογένειας  («αυτός έχει καλό σπιτικό», είναι από οικογένεια)
σταλάζω = αφήνω υγρό να στάξει, να πέσει κάτω σταγόνα σταγόνα (α. «τού στάλαξε φαρμάκι στο κρασί του»
στάλισμα = σταλίζω: Ν [στάλος / σταλός]· 1. (μτβ.) οδηγώ το κοπάδι σε σκιερό μέρος το μεσημέρι για ανάπαυση· 2. (αμτβ.) (για ζώα) αναπαύομαι, σταλιάζω· 3. (συνεκδ.) (μτφ.) παραμένω κάπου.
στανικά = με το στανιό
στανιό = 1. (ως επίθ.) ακούσιος, αυτός που γίνεται παρά τη θέληση κάποιου («στανιό στεφάνι»· γάμος ακούσιος, με εξαναγκασμό)· 2. εξαναγκασμός, καταναγκασμός, ζόρι· 3. (φρ.) «με το στανιό»· ακούσια, με τη βία, καταναγκαστικά.
στανοτόπι = τόπος της  στάνης
στάρι = σιτάρι («να καθαρίσουμε  την ήρα από το στάρι»)
σταυροκοπήθη = (ε)σταυροκοπήθη, σταυροκοπήθη(κε)
σταυρωτής = 1. αυτός που σταυρώνει, που προσηλώνει κάποιον σε σταυρό· 2. (μτφ.) α) βασανιστής, υπερβολικά ενοχλητικός· β) (ιδίως στον πληθ.) οι σταυρωτήδες· παλαιά χλευαστική προσωνυμία για τους χωροφύλακες («τόν έπιασαν οι σταυρωτήδες και τόν κατέβασαν στην πόλη»).
σταχτοφούρνι = χώρος τζακιού ή φούρνου για τη στάχτη.
στέκουνται = στέκονται
στέρνα =  1. κτιστή δεξαμενή νερού που είναι κατασκευασμένη με τη βάση της στο έδαφος· 2. (ζωολ.) γένος λαρόμορφων πτηνών.
στερνό = τελευταίο.
στηλώνω=  κρατώ κάτι κατακόρυφα σαν στήλη («μα η Ροδόπη ξέφωτη στηλώνει την κορφή της / μεσουρανίς», Ι. Γρυπάρης).
στηλωτικός = από το στηλώνω (βλέπε στηλώνω)
στημόνι = το / στημόνιον, ΝΑ [στήμων, -ονος]· (νεοελλ.) 1.(υφαντ.) το κατά μήκος τού αργαλειού εκτεινόμενο νήμα που διαπλέκεται με το υφάδι για τη δημιουργία τού υφάσματος, ο στήμονας· 2. (φρ.) α) «πού φάδια, πού στημόνια»· δηλώνει ότι δεν μπορεί να συγκριθούν δύο πράγματα που διαφέρουν ολοφάνερα· β) «τά 'φερε ίσια υφάδι ίσια στημόνι»· λέγεται για εκείνους που σπατάλησαν μεγάλα ποσά ή και την περιουσία τους για έναν σκοπό· 3. (παροιμ.) «ολά 'ναι φάδια τής κοιλιάς και το ψωμί στημόνι, / και το καημένο το κρασί στύλος κι αντιστυλώνει»· δηλώνει ότι το ψωμί είναι μια από τις βασικότερες τροφές, ενώ το κρασί είναι απαραίτητο τονωτικό συμπλήρωμα.
στια = εστία (στα Καλαβρυτοχώρια στια ή σιδηροστιά λέγαμε την σιδερένια τριγωνική βάση, πάνω στην οποία τοποθετούσαμε την κατσαρόλα και μαγειρεύαμε το φαγητό πάνω στη φωτιά)
στο έμπα = μπαίνοντας στην αρχή
στοιχειό = το δαιμόνιο, που  προέρχεται από λαογραφικές δοξασίες για την ύπαρξη πονηρών πνευμάτων μεταξύ ουρανού και γης που ζητούν λόγο από τις ψυχές τών νεκρών και συνάπτουν έριδες με τους αγγέλους που συνοδεύουν τις ψυχές.
στοιχερός = κεντρικός στύλος αλωνιού
στόνομα = στο όνομα
στόπα = στο είπα, (στόπε = στο είπε)
στόχα = στο είχα
στραπάτσο = το, Ν· 1. (σχετικά με πράγμ.) ζημιά, φθορά, κακοποίηση· 2. (σχετικά με πρόσ.) προπηλακισμός, εξευτελισμός («έπαθε μεγάλο στραπάτσο»)
στράτα =  ηστρωμένη οδός, δρόμος· || (νεοελλ.) 1. πορεία, διαδρομή, («καλή στράτα»· ευχή σε εκείνους που ξεκινούν για ταξίδι)· 2. (μτφ.) τρόπος («με πόσες στράτες μάς γελά [ενν. ο έρωτας]», Ερωτόκρ.)· 3. στρατούλα, περπατούρα· 4. (φρ.) α) «κάνω στράτα ή στράτες»· (για νήπιο) κάνω τα πρώτα μου βήματα· β) «κακή στράτα»· (με μτφ. σημ.) δρόμος έξω από τους κανόνες τής ηθικής· γ) «στράτα-στράτα» και «στράτα στρατούλα»· ενθαρρυντική φράση για νήπια που κάνουν τα πρώτα τους βήματα· || (μσν.) (φρ.) «κατά στράταν»· κατά τη διάρκεια τού ταξιδιού (πάπ.)· || (αρχ.) (φρ.) α) «κατά στράταν»· καθ’ οδόν (πάπ.)· β) «δια στράτας»· ανυπερθέτως.
στρατί = μονοπάτι
στριγκλίζω =φωνάζω υστερικά (στρίγκλισε = φώναξε υστερικά)
στριμώνεται = στριμώχνεται (στριμωνόταν = βρισκόταν σε δύσκολη θέση (από το στριμώνω)
στριφτό = παιχνίδι με νομίσματα που έστριβαν στον αέρα.
στρογγυλοκάθουμαι = κάθομαι αναπαυτικά («στρογγυλοκάθισε κι ήπιε τον αργιλέ του»)
στρωσίδια = διάφορα υφάσματα που στρώνονται στο σπίτι
συγενικό = συγγενικό. Λέγεται σαν κατάρα: «συγενικό να σε πιάσει», επειδή το μίσος των συγγενών είθισται να είναι πιο μεγάλο από των άλλων ανθρώπων.
συγκάθια = είδος φαγητού,  που είχε ως κύρια βάση το αλεύρι από καλαμπόκι και την κρέμα βουτύρου.
συγκαλά = σύγκαλα, τα, Ν· (άκλ.) 1. καλή φυσιολογική κατάσταση και, ιδίως, διανοητική ισορροπία («δεν είναι στα σύγκαλά του»)· 2. (φρ.) «έλα στα σύγκαλά σου»· σκέψου λογικά.
σύγνεφο = σύννεφο
συγνοφιά = συννεφιά
συγυρίζω = τακτοποιώ (συγύρισα – τακτοποίησα, νοικοκύρεψα)
συθέμελα = συνθέμελα, από τη βάση
συναγείρω  = συνεγείρω
συναγμένο = μαζεμένο, συγκεντρωμένο
συνάζονται = μαζεύονται (συνάχτηκε = μαζεύτηκε, συναθροίστηκε)
συνάζω = μαζεύω, συγκεντρώνω
σύναξη = μάζωξη
συναπάντημα = συνάντηση πολλών ανθρώπων σε ένα σημείο
συνοδεμένος = συνοδευμένος
συνταιριάζω = συνδυάζω, σμίγω
συντριμμένος = συντετριμμένος
συντύχω = συμπέσω (συντύχανε = συμπέσανε, συνέπεσαν)
συφορά = συμφορά
συφοριαμένοι = οι έχοντες υποστεί συμφορά, συνήθως οι «διαολεμένοι»
συχαρίκια =  τα συγχαρίκια, ΝΜ, και συγχαρίκεια Μ· = 1. δώρο σε αυτόν που φέρνει ευχάριστα νέα· || (νεοελλ.) 1. (κατ’ επέκτ.) ευχάριστα νέα, ευχάριστες ειδήσεις· 2. συγχαρητήρια· 3. (φρ.) «πάρ’ τη σκούφια μου συχαρίκια» ή «βγάλε το σκουλαρίκι σου και δώσ’ το για τα συχαρίκια»· (ειρων.) λέγεται για ασήμαντη ή εντελώς αδιάφορη είδηση.
συχάσει = (η)συχάσει
συχνοπατιέται = συχνοπερπατιέται
συχώρεση = συγχώρηση
σφαλερή = με σφάλματα
σφάλιξε = σφάλισε
σφαλίστε = εξα(σφαλίστε)
σφάντζικια = σφάντζικα η, Ν· παλαιό αυστριακό νόμισμα που κυκλοφορούσε στην Ελλάδα επί Καποδίστρια και ισοδυναμούσε με 95 χρυσά λεπτά.
σφαχτάρι = 1. σφάγιο, σφαχτό· 2. είδος φτυαριού χρησιμοποιούμενο για ανακίνηση τών ξύλων που καίγονται στον κλίβανο.
σφοντύλι = το σφονδύλιον, ΝΜΑ, και σπονδύλιον ΜΑ, και σφονδύλειον Α· (νεοελλ.) 1. είδος πτηνού· 2. (φρ.) «τού ‘ρθε [ή τού φάνηκε] ο ουρανός σφοντύλι»· ζαλίστηκε τόσο από δυνατό χτύπημα ή αναπάντεχο πάθημα που νόμισε ότι ο ουρανός γυρίζει σαν το σφοντύλι στο αδράχτι· || (νεοελλ.-μσν.) βαρύ στρογγυλό εξάρτημα που προσαρμόζεται στην άκρη τού αδραχτιού και ρυθμίζει την περιστροφική του κίνηση, αλλ. σφόνδυλος ή σπόνδυλος·
σφουράω = σφυρίζω («σφούραγε στα πανηγύρια»).
σχεδιαζούμενο = σχεδιαζόμενο
σχώρα με = συγχώρησέ με
σχώρα με = συχώρεσέ με, συγχώρησέ με
σχωρεμένος = συγχωρεμένος, αυτός που συγχωρήθηκε
σχώριο = συχώριο, συγχώρηση
σχωρνώ = συγχωρώ, σχωρνάς – συγχωρείς
σώνομαι = σώζομαι // αδυνατίζω πολύ.
σωσμός = σώσιμο, διάσωση, σωτηρία
σωστικό = σωτήριο(σωστικά = σωτήρια)
τ’ αποθαμένα = τα πεθαμένα
τάβλα = σανίδα
ταβούλι = και νταβούλι, και ταούλι, το (Μ νταούλι και ταβούλι)· 1. (μουσ.) είδος παραδοσιακού οργάνου με χαρακτηριστικό βροντερό ήχο, το οποίο μοιάζει με τύμπανο αλλά είναι μεγαλύτερων διαστάσεων, αποτελείται από έναν ξύλινο κύλινδρο καλυμμένο στις δύο παράλληλες βάσεις του με δέρμα τεντωμένο με σχοινί και παίζεται με δύο ειδικά φτειαγμένα ξύλινα πλήκτρα· 2. (φρ.) «έγινα νταούλι»· (μτφ.) πρήστηκα.
ταγάρι = υφασμάτινο σακίδιο
ταιριασμένα = φτιαγμένα, συμφωνημένα («τάχες ταιριασμένα μαζί τους για να ρουφάς το αίμα των χριστιανών»)
τάμπαζε = τα έβαζε
ταμπάκαλη = είδος βραστού φαγητού με πατάτες και λάχανα.
τάπατε = τα είπατε
τάχε = τα είχε
ταχιά = αύριο πρωί, στο άμεσο μέλλον.
ταχτικό = τακτικό
ταχτοποιώ = τακτοποιώ.
τέζα = Ν·(άκλ. επίθ. και για τα τρία γένη ή σε επιρρμ. χρήση) 1. τεντωμένος, αλύγιστος (α. «έδεσε τέζα το σχοινί»· β. «το σχοινί είναι τέζα»)· 2. ο τελείως γεμάτος, ο υπερπλήρης (α. «γέμισες τέζα το σακί»· β. «το λεωφορείο ήταν τέζα»)· 3. (φρ.) α) «έπεσε τέζα» ή «έμεινε τέζα»· λιποθύμησε ή έπεσε νεκρός· β) «τήν έκανα τέζα»· (ενν. την κοιλιά) παράφαγα, φούσκωσα· γ) «είναι [ή έγινε] τέζα στο μεθύσι»· ήπιε πολύ, μέθυσε ώσπου έχασε τις αισθήσεις του.
τειάφισμα = θειαφίζωκαι θειαφώνω [τειάφι = θειάφι]· 1. ρίχνω θειάφι στα φύλλα φυτού· 2. εκθέτω κάτι, για απολύμανση, στον καπνό θειαφιού που καίγεται («θειαφίζω τα βαρέλια μου»).
τελέγραφος = ο τηλέγραφος (ενδεχομένως να ήταν γνωστός την εποχή του Παπουλάκου, αφού ο πρώτος τηλέγραφος με χειριστήριο, που δόθηκε σε κοινή χρήση και κατέκτησε τον κόσμο, ήταν αυτός που εφευρέθηκε από τον Αμερικανό Σάμουελ Μορς το 1837 και τελειοποιήθηκε από τον ίδιο το 1843).
τελεύω = τελειώνω (τελέψω =τελειώσω, τελέψει = τελειώσει, τέλευε = τελείωνε)
τελώνιο =  το τελώνιον, ΝΜΑ· (νεοελλ.-μσν.) δαιμόνιο, στοιχειό, αερικό, πονηρό πνεύμα (α. «σαν το τελώνιο το παμπόνηρο τού μύθου», Ζερβ.· β. «αναφερόμενοι ευρίσκουσι τελώνια φυλάττοντα... την άνοδον», Αμάρτ. Γ.)· || (νεοελλ.) (στον πληθ.) τα τελώνια· (ναυτ.) τα φώτα τών Διοσκούρων, δηλαδή φωσφορίζον πυρ που εμφανίζεται σε περίπτωση θύελλας στα άκρα τών ιστών και τών κεραιών· || (αρχ.) 1. ο τόπος όπου πληρώνονται τα τέλη, τελωνείο· 2. ο τελωνειακός δασμός.
τερτίπι 1. τέχνασμα για παραπλάνηση, κόλπο· 2. (κυρίως στον πληθ.) τα τερτίπια· επιτηδευμένη συμπεριφορά, καμώματα, νάζια.
τέσα=  χάλκινο δοχείο που βάζουνε μέσα συνήθως το γάλα.
τέτζερης =  και τέντζερης: Ν· 1. χάλκινη χύτρα· 2. (στον πληθ.) οι τεντζερέδες και τα τζεντζερέδια και τεντζέρια· το σύνολο τών μαγειρικών σκευών ενός σπιτιού· 3. (παροιμ. φρ.) «κύλησε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι»· (με αρνητική σημ. και με ειρωνική χροιά) λέγεται για ανθρώπους με τον ίδιο χαρακτήρα ή το ίδιο ποιόν οι οποίοι συνδέονται στενά μεταξύ τους.
τετραβάγγελο = και τετραβάγγελο και τετραβγάγγελο: βιβλίο που περιέχει ολόκληρα τα τέσσερα ευαγγέλια
τετράποδο = οικόσιτο ζώο
τεψί = ταψί
τζακόπανο = τα πανί γύρω από το τζάκι
τζαναμπέτης = ο, θηλ. τζαναμπέτισσα, Ν· 1. άτομο δύστροπο, κακότροπο· 2. (κολακευτ.) πονηρούλης.
τζολεύω = ενοχλώ
τηγανίδα = τηγανίτα («του έδωσαν να φάει τηγανίδες»)
τηράω, τηρώ = κοιτάω, βλέπω, αντικρίζω («τήραξε μακριά και τον είδε»)
της άμμος = της άμμου
τοιμάζω = (ε)τοιμάζω
τορνίθι = το (Α ορνίθιον) [όρνις, -ιθος]· μικρή όρνιθα, κοτόπουλο· || (νεοελλ.) (σκωπτικά) (για πρόσωπο) αφελής άνθρωπος, αντικείμενο εκμετάλλευσης από τους άλλους, κουτορνίθι· || (αρχ.) μικρό πτηνό.
τόσπειρα = το έσπειρα
τότες = τότε
τουλούπα = το μαλλί της ρόκας
τούμπανο = τύμπανο («Ο κόσμος τόχει τούμπανο κι εμείς κρυφό καμάρι»)
τούπε = του είπε
τούχε = του είχε
τραβήχτη = τραβήχτη(κε)
τράμπα = η, Ν· 1. ανταλλαγή, αντιπραγματισμός («έκανε τράμπα πέντε κιλά κρασί με πέντε κιλά λάδι»)· 2. (συνεκδ.) αντάλλαγμα· 3. (φρ.) «με σκατά τράμπα δεν γίνεται»· δηλώνει ότι το αντάλλαγμα πρέπει να είναι ανάλογο με το προσφερόμενο είδος ή πράγμα.
τρανεύω = μεγαλώνω («αυτό το τσουπί τράνεψε»)
τρανός, ή, ό = μεγάλος
τράστο = είδος ταγαριού, που γίνεται στον αργαλειό
τραχανομανέστρα = φαγητό με τραχανά και χυλοπίτες, που το βράζουν ακόμη και στο … τηγάνι, για να γίνει πιο νόστιμο!..
τραχανός = τραχανάς
τριβελίζουν = στροβιλίζουν
τριβόλι = το / τριβόλιον, ΝΜ, και τριβόλιο και τριβούλι και τρίβουλο Ν [τρίβολος]· είδος παλαιού αλωνιστικού οργάνου, που αποτελούνταν από χοντρές συνενωμένες σανίδες οι οποίες είχαν στο κάτω μέρος μπηγμένους αιχμηρούς πυριτολίθους και συρόταν από υποζύγια πάνω στα απλωμένα στο αλώνι σιτηρά, αλλ. δοκάνη και δοκάνα ή ντοκάνα· || (νεοελλ.) 1. το ζιζάνιο φυτό τρίβολος, αλλ. κολλητσίδα· 2. γένος κολεόπτερων εντόμων τής οικογένειας tenebrionidae, τα οποία προκαλούν καταστροφές στα σιτηρά.
τριγυρνός = από τους  τριγύρω.
τριφτιάδες = φαγητό με τριμμένα ζυμαρικά.
τρομπόνι = και τρουμπόνι, το, Ν· 1. (στρ.) παλαιό φορητό βραχύκαννο εμπροσθογεμές πυροβόλο όπλο τού οποίου η κάννη είχε σχήμα χοάνης ή σάλπιγγας και το οποίο έβαλλε πολλά σφαιρίδια· 2. (μουσ.) χάλκινο πνευστό μουσικό όργανο· 3. (συνεκδ.) μουσικός που παίζει το παραπάνω όργανο, τρομπονίστας.
τσαμπίδι = μικρό τσαμπί:  1. βότρυς σταφυλιού («το κλήμα είχε πολλά τσαμπιά»)· 2. (συνεκδ.) κάθε καρπός που μοιάζει με βότρυ. // Στα χωριά μας τσαμπίδια εννοούσαμε τα απομεινάρια σταφυλιών μετά τον τρύγο
τσαμπουνώ = 1. παίζω την τσαμπούνα· 2. (μτφ.) α) κλαψουρίζω· β) μωρολογώ, φλυαρώ.
τσανάκι = το, Ν· 1. πήλινο πιάτο, γαβάθα· 2. άνθρωπος ανήθικος, αχρείος και κόλακας («ξέρεις τί τσανάκι είναι αυτός;»)· 3. (στην Ύδρα και σε άλλα νησιά) κοινή ονομασία τής νόσου λεϊσμανίαση· 4. (φρ.) «χωρίζω τα τσανάκια μου»· α) διαμοιράζω τα υπάρχοντα που έχω κοινά με κάποιον και, γενικά, αποσαφηνίζω τις σχέσεις μου μαζί του· β) παίρνω διαζύγιο.
τσαντήλα = πολύ λεπτό ύφασμα που βάζουν το γιαούρτι.
τσαπέλα = αρμαθιά ξηρών σύκων // τσαπέλες: ώριμα (συνήθως μαύρα)  σύκα, που τα έβαζαν να ξεραθούν από τον ήλιο στις στέγες των σπιτιών και τα διατηρούσαν σε λαγούμια με πετιμέζι.
τσαρούχι = 1. είδος ελαφρού και χαμηλού υποδήματος, από ακατέργαστο ή ημικατεργασμένο δέρμα, το οποίο φορούσαν παλαιότερα οι χωρικοί· 2. το ειδικό υπόδημα τών ευζώνων, με κύριο χαρακτηριστικό την κόκκινη φούντα που φέρει στο πρόσθιο άνω μέρος.
τσέλιγκας = και τσέλιγγας, ο, Ν· ιδιοκτήτης τσελιγκάτου, ιδιοκτήτης μεγάλου κοπαδιού («εγώ είμαι κόρη τού βουνού και τσέλιγκα κοπέλλα», Κρυστ.). τσελιγκόσπιτα = σπίτια τσελιγκάδων
τσεμπέρι = και τσιμπέρι, το, Ν· μαντίλι για το κεφάλι, κεφαλόδεσμος, φακιόλι.
τσιγαρίδες = κομμάτια χοιρινού κρέατος, που το διατηρούν και το φτιάχνουν συνήθως με αυγά στο τηγάνι.
τσιγκέλι = και τσιγγέλι και τσεγγέλι, το, Ν· 1. σιδερένιο άγκιστρο, ιδίως για το κρέμασμα κρεάτων σε κρεοπωλείο· 2. σιδερένιο εργαλείο με πολλά αγκίστρια για την ανέλκυση αντικειμένων που έχουν πέσει σε πηγάδι ή σε μεγάλο βάθος νερού· 3. (φρ.) «με το τσιγκέλι τού παίρνεις την κουβέντα [ή τού τά βγάζεις]»· λέγεται για άνθρωπο που είναι υπερβολικά ολιγόλογος ή που αρνείται πεισματικά να μιλήσει για κάτι.
τσιμπίδα  = η μάσια (βλέπε λέξη)
τσιμπλόλαμπα =  δοχείο φωτισμού με πετρέλαιο
τσιράκι = 1. μαθητευόμενος τεχνίτης· 2. βοηθός τεχνίτη· 3. (συνεκδ.) αρχάριος· 4. (μτφ.) α) αυτός που ακολουθεί, που μιμείται την συμπεριφορά ή τις μεθόδους κάποιου, πιστός οπαδός· β) (συνεκδ.) υπηρέτης· 5. (φρ.) «τόν έβγαλε τσιράκι του»· τόν έκανε όμοιό του
τσοπαναρέοι  = τσοπάνηδες.
τσότρα = και τσιότρα, η, Ν· ξύλινο δοχείο κρασιού ή νερού, αλλ. τσίτσα.
τσουκάλι = 1. πήλινη ή και μεταλλική χύτρα· 2. ουροδοχείο.
τσουκαλόκαφτο = βρασμένο κρασί με ζάχαρι στο τσουκάλι.
τσούπα = κοπέλλα
τσούπρα = κορίτσι
τυλώνω  = από το τυλώ, -όω, ΝΜΑ [τύλη/τύλος]· (νεοελλ.) γεμίζω κάτι έως επάνω, υπερπληρώνω («τήν τύλωσε»· [ενν. την κοιλιά] έφαγε μέχρι σκασμού)· 2. (μτφ.) καθιστώ μια γυναίκα έγκυο, γκαστρώνω· || (μσν.-αρχ.) καθιστώ κάτι τυλώδες, τό γεμίζω με τύλους, σκληρύνω («τυλοί το στόμα ο χαλινός», Ξεν.)· || (αρχ.) κάνω σε κάτι, κυρίως σε ράβδο ή σε ρόπαλο, κόμπους ή μεγάλα εξογκώματα.
τυραγνάω = τυραννώ, βασανίζω, ταλαιπωρώ, καταδυναστεύω («αυτός την τυραγνούσε νύχτα και  μέρα»_
τυροκομειό = τυροκομείο το, ΝΑ [τυροκομῶ]· (νεοελλ.) το εργαστήριο τού τυροκόμου· || (αρχ.) αγγείο ή μικρό καλάθι για τη φύλαξη τού νωπού τυριού.
υποτάζομαι = υπακούω, πειθαρχώ.
υποταχτικός = υποτακτικός, υπηρέτης.
υστερνά = στερνά, τελευταία (συνήθως για ετοιμοθάνατους).
υφάδι = το υφάδιον, ΝΜΑ, και φάδι ΝΜ· το σύνολο νημάτων ενός υφάσματος που είναι κάθετα προς την ούγια του και προς τα νήματα τού στημονιού, αλλ. κρόκη.
φάγνα = τροφή ζώων
φαμελιά = οικογένεια
φαμελίτης = οικογενειάρχης (φαμελιά, φαμίλια = οικογένεια)
φαράσι = είδος μικρού μεταλλικού φτυαριού για τα σκουπίδια (σήμερα υπάρχει και πλαστικό φαράσι)
φεγγαρονυχτιά = νύχτα με φεγγάρι
φέγω = φεύγω
φελάω = ωφελώ (φελάνε = ωφελούν)
φελέκι = συνήθως υβριστική λέξη («γ…ώ το φελέκι σου»)
φευγατίζω = διώχνω (φευγατίσανε = κάνανε φευγάτο, διώξανε)
φευγάτισμα = γρήγορη αποχώρηση
φευγάτος = έτοιμος να φύγει
φιλεύω Ν [φίλος]=  1. προσφέρω ποτό ή φαγώσιμο, κερνώ, τρατάρω («μέ φίλεψε ένα γλυκό»)· 2. δίνω μικρό φιλοδώρημα· 3. (για γαμπρό ή παράνυμφο) δίνω δώρο στην νύφη.
φιλήσαν = φίλησαν
φιλιώνω = συμφιλιώνω, γίνομαι φίλος, αγαπώ (φίλιωση = συμφιλίωση, φιλιωθήκανε = συμφιλιωθήκανε)
φίμωτρο = το φίμωτρον, ΝΜΑ, και φίμετρον Α· (νεοελλ.) πλέγμα με το οποίο περιβάλλεται το ρύγχος τών ζώων για να μην μπορούν να δαγκώνουν ή να τρώνε· || (μσν.-αρχ.) (γενικά) όργανο με το οποίο φράζεται ή κρατείται κλειστό κάτι.
φκιάνω = φτιάχνω.
φκιασίδι = φτιασίδι, στόλισμα.
φλάμπουρο = 1. φλάμμουλο· 2. (γενικά) πολεμική σημαία.
φλέμα = φλέγμα
φλουσκούνι = το φλησκούνι και φλισκούνι και φλυσκούνι και φλασκούνι και φλουσκούνι, το, Ν· (βοτ.) κοινή ονομασία τών ελληνικών ειδών τού γένους μίνθη ή μέντα τής οικογένειας τών χειλανθών και ιδίως τού είδους Μentha pulegium.
φόρτωμα = συνήθως το φόρτωμα που γινόταν στα ζώα
φουμάρω = καπνίζω
φούμος ο, και φούμο, το, Ν· 1. καπνιά· 2. είδος μαύρης μπογιάς· 3. (φρ.) «τού 'ριξα φούμο»· (μτφ.) τόν καταψήφισα.
φουντάρω = Ν· 1. βυθίζω πλοίο· 2. βυθίζομαι, καταποντίζομαι· 3. ρίχνω άγκυρα, αγκυροβολώ· 4. (μτφ.) αποτυγχάνω πλήρως, καταστρέφομαι. 
φούρκα = 1. διχαλωτός πάσσαλος, δικράνι· 2. αγχόνη, κρεμάλα· || (νεοελλ.) 1. οργή, θυμός που δεν έχει εκδηλωθεί έμπρακτα, μνησικακία («η φούρκα του δεν περιγράφεται»)· 2. (φρ.) α) «τόν έχω φούρκα»· τόν έχω μανία, είμαι εξοργισμένος εναντίον του· β) «μέ πιάνει φούρκα»· εξοργίζομαι, θυμώνω· 3. (παροιμ.) «όπου φούρκα και παλούκι και τού σκοτωμένου η μάννα»· λέγεται για συμμορία τυχοδιωκτών και αλητών
φουρκίζω = πνίγω κάποιον με φούρκα
φουσάτο = το φουσσάτον, ΝΜ, και φόσσατον και φο(σ)άτον και φώσατον και φωσάτον και φώσσατον Μ· στράτευμα («είχε φουσσάτα δυνατά», Ερωτόκρ.)· || (μσν.) 1. χαράκωμα· 2. περιχαρακωμένο στρατόπεδο.
φουχτιάζω = φουχτώνει
φταμηνίτικο = επταμηνίτικο παιδί, με πρόωρο τοκετό.
φτιαστό = φτιαχτό, κατασκευασμένο
φτονερός = φθονερός
φτόνος = φθόνος
φτώμα = πτώμα
φυλάγουμαι = φυλάγομαι
φυλάκους = φύλακες
φυλακώνω = φυλακίζω (φυλακώσανε = φυλακίσανε)
φυραίνω =1. ελαττώνομαι σε βάρος ή σε όγκο· 2. μαζεύω, ζαρώνω· 3. (φρ.) «φύρανε το μυαλό του»· (μτφ.) έχει χάσει τις πνευματικές του ικανότητες.
φυσούνα η, = φυσερό με το οποίο θειάφιζαν.
φχαριστημένος = ευχαριστημένος, ικανοποιημένος
φχαριστώ = ευχαριστώ (φχαρίστησε = ευχαρίστησε)
φώλος =  το φώλι [φωλιά]· 1. γνήσιο ή τεχνητό αβγό το οποίο τοποθετούν μέσα στη φωλιά κότας για να προσελκύεται και να γεννά αβγά, ψεύτικο αυγό για να γεγελιέται η κόττα και να γεννάει αυγά.
χαγιάτι == το, Ν· (άκλ.) 1. μακρόστενος εξωτερικός σκεπασμένος εξώστης λαϊκής κατοικίας· 2. προθάλαμος αγροτικού σπιτιού.
χαϊμαλί, το = 1. φυλαχτό, περίαπτο· 2. (στον πληθ.) τα χαϊμαλια· (ειρων.) πολλά και άκομψα κοσμήματα («τί μού φόρεσες αυτά τα χαϊμαλιά;»).
χαΐρι = 1. προκοπή, ευδοκίμηση («δεν θα κάνει χαΐρι αυτό το παιδί»)· 2. νοικοκυροσύνη· 3. (φρ.) «χαΐρι και προκοπή να μη δεις»· (ως κατάρα) να δυστυχήσεις στη ζωή σου· 4. (παροιμ.) «στραβά πας, κάβουρα, μα δες και το χαΐρι σου»· δηλώνει ότι οι στρεψόδικοι δεν πετυχαίνουν αυτά που θέλουν. χαίρουμαι =χαίρομαι
χαλινός = χαλινάρι
χαμοκέλα, η  = το χαμόσπιτο. Στα χωριά μας συνηθίζαμε να αποθηκεύουμε κυρίως τα άχυρα 
χάμου = χάμω, κάτω . Εκ της λέξεως αυτής και ο όρος «χαμουτζής»
χανατζής = ιδιοκτήτης χανιού, ξενώνα, ξενοδοχείου
χάραμα =  το φως της αυγής
χαραμίζομαι = πάω χαράμι, χάνομαι
χαραμίζω = από το χαράμι: 1. ξοδεύω ή καταναλώνω κάτι ανώφελα, χωρίς αποτέλεσμα ή εκτελώ κάτι ζημιώνοντας κάποιον άλλο· 2. πουλώ κάτι σε πολύ χαμηλή τιμή· 3. (μέσ.) χαραμίζομαι· δεν χρησιμοποιούμαι αξιοκρατικά, ανάλογα με τις ικανότητες και με τα προσόντα μου, αδικούμαι.
χαρόνια = φασόλια, μικρά στο μέγεθος.
χασκογελώ και χασκογελάω Ν· 1. γελώ με το στόμα ανοιχτό κάνοντας πολύ θόρυβο· 2. γελώ χωρίς να υπάρχει σημαντικός λόγος, χαχανίζω.
χασομέρι = το, Ν· 1. το να περνά κανείς τον καιρό του χωρίς να εργάζεται· 2. (ειδικότερα) απώλεια εργάσιμου χρόνου· 3. χρονοτριβή, καθυστέρηση.
χασομερώ -= χάνω τη μέρα μου, χάνω το χρόνο μου
χάφτω = και  χάβω:καταπίνω λαίμαργα την τροφή («αυτός κάθεται και χάφτει μύγες») // πιστεύω εύκολα ό,τι μου λένε.
χάψη = η φυλακή.
χειμωνιάτικο =  δωμάτιο με τζάκι για το χειμώνα
χειμωνικός = -ή, -ό / χειμωνικός, -ή, -όν, ΝΑ [χειμών, -ώνος]· (νεοελλ.) αυτός που γίνεται κατά τη διάρκεια τού χειμώνα· 2. (το ουδ. ως ουσ.) το χειμωνικό· το καρπούζι· 3. (παροιμ.) α) «δύο χειμωνικά σε μια μασχάλη»· λέγεται για όσους καταπιάνονται συγχρόνως με δύο δυσχερή έργα· β) «στο χειμωνικό χερούλι δεν κολλάει»· i) δηλώνει ότι δεν στέφονται με επιτυχία οι προσπάθειες που αντιβαίνουν στη φύση· ii) δηλώνει ότι δεν γίνονται πιστευτές συκοφαντίες που στρέφονται εναντίον ευυπόληπτου προσώπου· γ) «γυναίκα και χείμωνικό η τύχη τά διαλέγει»· δηλώνει ότι πολλά πράγματα στη ζωή είναι ζήτημα τύχης· || (αρχ.) 1. (για ενδύματα) κατάλληλος για τον χειμώνα· 2. σφοδρός, θυελλώδης
χειρόγραμμα = γράμμα γραμμένο στο χέρι, χειρόγραφο.
χεριάζω = περνώ από χέρι
χερικό = με το χέρι,  εργόχειρο.
χερόβολο = το χειρόβολον και χερόβολον, ΝΜ· δέσμη από σιτηρά ή από στελέχη άλλων φυτών, όσα μπορεί να κρατήσει η χούφτα· || (νεοελλ.) (παροιμ.) «εσύ κακό χερόβολο και εγώ κακό δεμάτι»· λέγεται για ανταπόδοση κακού, για εκδίκηση.
χεροδικάω = χειροδικώ (χεροδικήσει = χειροδικήσει)
χερόμυλος = εργαλείο που ΄΄αλεθε στα χέρια τους ψημμένους κόκκους καφέ. 
χέρσο = χωράφι ακαλλιέργητο
χηρευάμενος = χήρος, χωρίς γυναίκα
χινόπωρο = φθινόπωρο
χλίψη = θλίψη (χλίβομαι = θλίβομαι)
χνάρι =  αχνάρι
χόβολη = θερμή τέφρα φωτιάς, ζεστή στάχτη.
χοιρομέρι = κρέας χοιρινού
χολωμένος = στενοχωρημένος, μελαγχολικός
χορτάτος = χορτασμένος
χουγιάζω = φωνάζω δυνατά, ιδίως από απόσταση («χούγιαξε τα πρόβατα να φύγουν από τον δρόμο»)· 2. (μτφ.) επιπλήττω κάποιον μεγαλόφωνα («τόν χούγιαξε και τόν τρόμαξε»).
χουγιατό = μεγάλη φωνή
χουζούρι = το, Ν· 1. ανάπαυση, ραχάτι· 2. (συνεκδ.) νωθρότητα, τεμπελιά· 3. απόλαυση.
χουλιάρι το, = 1. κουτάλι (συνήθως ξύλινο)· 2. (μτφ.) πρόσωπο που αναμιγνύεται σε ξένες υποθέσεις με κακή διάθεση ή άνθρωπος κουτσομπόλης και συκοφάντης (χουλιάρα = μεγάλο κουτάλι, κουτάλα  χουλιαριά = η ποσότητα που χωρεί σε ένα χουλιάρι, κουταλιά).
χουνέρι = το, Ν· απρόοπτο και δυσάρεστο πάθημα, κάζο.
χράμι = και χρέμι και χιράμι, το, Ν· 1. χοντρό μάλλινο ύφασμα που κατασκευάζεται στον αργαλειό· 2. μάλλινο κροσσωτό κλινοσκέπασμα ή στρωσίδι.
χρέγια = χρέη
χρεία = ανάγκη
χρειαζούμενος = χρήσιμος
χρονώ = χρόνων, ετών («πόσο χρονώ είσαι;»)
χτες = εχθές
χτήματα = κτήματα, περιουσίες
χτηματικές = κτηματικές
χτικιό = 1. η φυματίωση· 2. (μτφ.) βάσανο, ταλαιπωρία («είναι χτικιό να πλένεις αυτές τις βρομιές»).
χτιστάδες = κτίστες
χτοήχι = ή οχταήχι : Οκτάηχος ή Οκτώηχος 1. αυτός που αποτελείται από οκτώ ήχους ή που ψάλλεται κατά οκτώ ήχους· 2. (το θηλ. ως κύριο όν.) η Οκτώηχος· (εκκλ.) λειτουργικό βιβλίο τής Ορθόδοξης Εκκλησίας, το οποίο περιέχει οκτώ πλήρεις αναστάσιμες ακολουθίες Κυριακών και τροπάρια σύμφωνα με το ισχύον μοναχικό τυπικό· || (μσν.) (το αρσ. ως ουσ.) Η Οκτώηχος· είδος βασιλικού παιχνιδιού.
χυλοπίτες =μακαρωνοτά
χωρατό = το, Ν· 1. αστείο, αστεϊσμός· 2. άκακο πείραγμα· 3. (το ουδ. πληθ. ως επίρρ.) χωρατά· στ’ αστεία («μήν τό παίρνεις σοβαρά, χωρατά τό’πα»).
χωροφυλάκους = χωροφύλακες
ψαχουλεύουν = ψάχνουν
ψες =  ε(ψές), εχθές το βράδυ
ψεύστης = ψεύτης
ψευτογραμματισμένοι = ψευτοδιανοούμενοι, ψευτοκουλτουριάρηδες
ψευτομαμή = γυναίκα που εκτελούσε και χρέη μαμής, χωρίς δίπλωμα
ψηφιά = ψηφία (συνήθως τα 24 γράμματα της ελληνικής αλφαβήτου)
ψιλολογάω= λεπτολογάω  
ψουνίζω = ψωνίζω
ψοφίμι = συνήθως νεκρό ζώο ή πτηνό
ψυχογιός =  θετός γιος, υιοθετημένος
ψυχοκόρη = θετή κόρη, υιοθετημένη

-------
 
ΥΓ. Το ως άνω Λεξιλόγιο τουνΠαπουλάκουνείναι εμπλουτισμένο και διανθισμένο με πολλές άλλες λέξεις, που θα δουν το φως της δημοσιότητας, πρώτα ο Θεός, στην 2η έκδοση του βιβλίου μας: "Παπουλάκος: Άγνωστες Προφητείες και Θαύματα".