18/12/11 16:57 - Οι σχέσεις Ελλάδος και Ρωσίας (2)

Οι σχέσεις Ελλάδος και Ρωσίας (2)

Επειδή τα τελευταία χρόνια πολλά λέγονται και γράφονται για τις σχέσεις Ελλάδος και Ρωσίας, θα κάνουμε μια ιστορική αναδρομή για να δούμε τα υπέρ και τα κατά αυτών των διπλωματικών ή πολιτισμικών μας σχέσεων, με βάση μία διάλεξη που δώσαμε το 1985 στη «Νέα Φιλική Εταιρεία» και η οποία δημοσιεύθηκε σε επιφυλλίδες στην εφημερίδα «Εστία»!...

Ο Βλαδίμηρος βαπτίζεται Χριστιανός.

Όπως ήτο επόμενον, οι Έλληνες, μετά τα όσα επραγματοποιήθησαν, δεν ημπορούσαν να θεωρηθούν ξένοι, εντός της απεράντου αυτής χώρας. Οι διάδοχοι του Βλαδιμήρου συνέχισαν την τακτικήν του και οι γάμοι μεταξύ Ρώσων ηγεμόνων και Βυζαντινών πριγκηπισσών, που δεν ήσαν σπάνιοι, συνέσφιγγον ακόμη περισσότερο τους αδελφικούς δεσμούς.
Το 1174 μ.Χ. ο Έλλην ιστορικός αναφέρει ότι κάτι που δεν πρέπει να διαφύγη της προσοχής μας:

«Κατόπιν παρακλήσεως του Αυτοκράτορος του Βυζαντίου Μανουήλ και τη μεσολαβήσει του Στρατηγού αυτού Ανδρονίκου, ο Μέγας Δούξ των Ρώσων Γιαροσλάβ εκστρατεύει ομού μετά των Ελλήνων και κατατροπώνουν παρά την Ζεύμην τους Ούγγρους, οίτινες είχον αποβή τα μέγιστα ενοχλητικοί εις την Αυτοκρατορίαν….»3

Ως αποδεικνύεται από το γεγονός αυτό, η σύμπραξις αυτή απετέλεσε και την πρώτην συνεργασίαν Ελλάδος και Ρωσίας, επί στρατιωτικού επιπέδου, καθ’ όλην σχεδόν την διάρκειαν κατά την οποίαν ο ορθόδοξος σταυρός ίστατο υπεράνω των καμπαναριών των χριστιανικών εκκλησιών της Ρωσίας.

ΑΛΛ’ ο χρόνος περνά και στο διάβα του αφήνει πολλά αξιοσημείωτα ιστορικά γεγονότα. Γεγονότα τα οποία σφραγίζουν το Βιβλίον της Ιστορίας, την σελίδαν της οποίας γυρίζουμε στο θλιβερόν έτος 1453.
Η Κωνσταντινούπολις, η βασιλίς των πόλεων, απλώνεται απ’ τις ορδές των απίστων. Οι πάντες θρηνούν κι ενώ ο καταγάλανος ουρανός βάφεται μαύρος, χιλιάδες Έλληνες, μη αντέχοντας την πτώσιν του Βυζαντίου, διασπείρονται ανά τα έθνη του κόσμου εκ των οποίων πάμπολλοι καταφεύγουν εις την Ρωσίαν. Ο περήφανος δικέφαλος αετός της Μεγάλης Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, αφού επί αιώνες ίστατο υπεράνω της Πόλεως, εγκαθίσταται πλέον εις την Ρωσίαν και η Βασιλεύουσα μένει παντέρημη και μόνη.
Οι Ρώσοι ηγεμόνες αρχίζουν πλέον και επισήμως να θεωρούν τον εαυτόν τους ως κληρονόμους του Βυζαντίου και πολλών Ελλήνων τα βλέμματα έχουν αρχίσει να στρέφονται προς τον Βορρά, για να γεννηθούν αθάνατοι θρύλοι, περί αναγεννήσεως του Βυζαντινού Μεγαλείου!
Η θέσις του Οικουμενικού Πατριαρχείου είναι οικτρά. Οι Ρώσοι, προς το παρόν, δεν μπορούν αν τα βάλουν με την Οθωμανικήν αυτοκρατορίαν και περιορίζονται εις το να παράσχουν άσυλον εις τους καταφεύγοντας εις την Ρωσίαν Έλληνας εκπατρισθέντας, χωρίς, όμως να λησμονούν και το ματωμένο ράσο της Κωνσταντινουπόλεως. Για να γράψη ένας Έλληνας ιστορικός:
«Ο διάδοχος του Σελήμ Β΄, Μουράτ Γ΄ (1574 – 1595) επεδίωξεν αγαθάς σχέσεις προς την Ενετίαν, Ισπανίαν και Ρωσίαν και άλλα κράτη, εδόθη δ’ επ’ αυτού ευκαιρία εις την Ρωσίαν να ενισχύση την θέσιν και τα οικονομικά του Οικουμενικού Πατριαρχείου…»4

ΟΠΩΣ και να το κάνουμε, η αλήθεια από την στιγμήν που
αναγνωρίζεται μέχρι την στιγμή που επικρατεί, μεσολαβεί πάντοτε ένα χάος, που, όχι σπάνια, γεμίζει με πτώματα!
Τα αθάνατα αυτά λόγια του Πολυβίου Δημητρακόπουλου καταφθάνουν στην μνήμη μου καθώς αναλογίζομαι τα χρόνια εκείνα μέχρι το έτος 1711 μετά Χριστού Γεννήσεως. Και συγκεκριμένα στις 23 Μαρτίου του 1711.
Τι γίνεται σ’ όλο αυτό το διάστημα, «Όμορφα» πράγματα θα έλεγε όποιος μπορεί να παίξη με τον πόνο ενός Λαού και μάλιστα ενός λαού που βογκάει κάτω απ’ τον βαρύ Τουρκικό ζυγό. γυναίκες βιάζονται, παιδιά αρπάζονται, χριστιανοί βάφουν με το αίμα της Πίστεώς των τα μνήματά τους και τα πτώματα των Ελλήνων Χριστιανών γεμίζουν τα νεκροταφεία του Ελληνισμού.
Ο Ελληνισμός όλος κείται σ’ ένα μνήμα! Αλλά, όμως και στο μνήμα ακόμη υπάρχει το καντήλι που φέγγει, έτσι και στις ψυχές των Ελλήνων υπήρχε η άσβεστος εκείνη φλόγα, που αναπτέρωνε το ηθικό των υποδούλων χριστιανών. Ένα ηθικό, που το αναπτέρωναν οι κλέφτες και οι αμαρτωλοί. Οι γενναίοι εκείνοι πολεμιστές που προλείαναν το έδαφος για το γκρέμισμα της τούρκικης αυτοκρατορίας. Του οθωμανικού εκείνου τέρατος, που έβαφε με αίμα τον Ελληνισμό.
Ώσπου μια μέρα, εκατόν δέκα ολόκληρα χρόνια, προ της Εκρήξεως της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821, στις 23 Μαρτίου 1711, μία προκήρυξις του Μεγάλου Πέτρου της Ρωσίας ρίχνει λάδι στο καντήλι του μνήματος του Ελληνισμού.
Τι έλεγε αυτή η Προκήρυξις;

Όπως είναι γνωστόν η μορφή το Μεγάλου Πέτρου υπήρξε για ορισμένους μορφή αμφιλεγόμενη. Στην προκειμένη, όμως, περίπτωσι ο Μέγας αυτός Ρώσος, που δεν έπαυσε επί στιγμή να εκπολιτίζη την Ρωσίαν, μέσα στα νάματα του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού, σκέφθηκε να κάνει κάτι και για τον υπόδουλον Ελληνισμό. Και τούτο διότι, όπως αναφέρουν οι Φιλέλληνες Ρώσοι, κάποτε ακούσθηκε να λέη σε πιστόν συνεργάτην του:
«Οι Έλληνες είναι ο μεγαλύτερος λαός που είδε ποτέ η υφήλιος! Σ’ αυτούς οφείλομεν τα πάντα. Αν δεν ήσαν αυτοί οι κόσμος όλος θα ήτο τυφλός. Δεν έχομεν το δικαίωμα να αφήνωμεν και σήμερον τους απογόνους του Μεγάλου Αλεξάνδρου, του Πλάτωνος, του Αριστοτέλους, τους πρώτους των Χριστιανών, εις τους όνυχας της μαύρης δουλείας! Η απελευθέρωσις των Ελλήνων είναι ένα από τα πρώτα προβλήματα τα οποία πρέπει να λύσωμεν το ταχύτερον. Δεν δύναμαι να βλέπω περισσότερον τα βάσανα των Ελλήνων. Καταραμένος νάναι εκείνος ο Ρώσος ο οποίος θα αδικήση ποτέ έναν Έλληνα!!»

Πράγματι, κατά τις ιστορικές πηγές, ο Μέγας Πέτρος κατέστρωσε ένα σχέδιον απελευθερώσεως της Ελλάδος, συμπράττων, εις την εκπόνησιν αυτού του σχεδίου, όχι μόνον με Ρώσους, αλλά και μ’ Έλληνες, οι οποίοι υπηρετούσαν στο ρωσικό στρατό. Κατά τον Έλληνα ιστορικόν Κ. Παπαρρηγόπουλο, ο Μεγάλος αυτός Τσάρος εστόχευε να πραγματοποιηθή η απελευθέρωσις της Ελλάδος ταυτοχρόνως με την προβλεπόμενην σύρραξιν μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας.
Κατ’ αυτόν τον τρόπον, στις 23 Μαρτίου 1711 θέτει εις κυκλοφορίαν την Προκήρυξίν του προς τον υπόδουλον Ελληνικό λαόν. Αξίζει, όμως να δούμε δύο μόνον αποσπάσματα απ’ αυτήν:

«… Προς πάντας τους πιστούς και πάντας τους μητροπολιτάδες οπού μας αγαπούν, και τους βοϊβοδάδες και τους σερβάριδες και τους προεστούς των κλεφτών και τους καπετάνιους, και τα άξια παλληκάρια, και πάντας τους χριστιανούς όπου είναι εις την πίστιν μας και πάντας τους παπάδες…»

«… Με την δύναμιν του σπαθίου μου να εύρετε ησυχίαν και να γλυτώσετε από τους Τούρκους…» «… Δια την λύτρωσίν σας εμπαίνω εις τα βάσανα και θέλω να με βοηθήσετε και μετά ταύτα θέλει σας δώσει ο Θεός το πάσα καλό και θελετε εύρη εκ μέρους μου τιμήν και ευσπλαχνίαν….»5

ΕΙΝΑΙ γεγονός ότι εις την αυλήν του Μεγάλου Τσάρου εκπαιδεύθησαν πολλοί Έλληνες και μάλιστα από τα πρώτα έτη της δημιουργίας του ρωσικού στόλου, υπηρετούν εις αυτόν αρκετοί Αξιωματικοί, οι οποίοι ήσαν τολμηροί έξυπνοι, ριψοκίνδυνοι, για ν’ αποσπάσουν την αγάπην του δημιουργού του Ρωσικού Πολεμικού Ναυτικού, αφού, όπως ομολογούν οι Έλληνες ιστορικοί, τους αποκαλούσε «οι Γραικοί μου». Και δεν είχε άδικον, δεδομένου ότι οι Έλληνες, εκ της φύσεώς τους – καταγωγή γαρ – είχαν αυτήν την ροπήν προς την θάλασσα και γι’ αυτό αποτελούσαν το στολίδι του νεαρού ρωσικού στόλου.
Αξίζει, όμως, να διαβάσουμε εδώ και μία περικοπή από μια ιστορική μαρτυρία, που ευρίσκεται σ’ ελληνικές εκδόσεις:

«Οι εν Ρωσία από της αλώσεως και εντεύθεν ιδίως εγκαταστηθέντες ου μόνον ως ορθόδοξοι εγένοντο ασμένως δεκτοί, αλλά και παρεσχέθησαν εις αυτούς πάσα εργασία και υποστήριξις, εξ ων ενωρίς προσεκτήσαντο περιουσίας και ίδρυσαν ιδίας κοινότητας, ων τινες και προνομιούχοι, ως η της Νίζνιν, κατέστησαν, και μετά την λεγομένην επανάστασιν του Ορλώφ (1769 – 1774) ομαδικώς εις Ρωσίαν, ως προστάτιδα των ορθοδόξων, καταπλέοντα πλοία εκ τε των νήσων του Αιγαίου της Ανατολικής Θράκης και του Πόντου, πλήρη οικογενειών ελληνικών, εδέχοντο και παρείχαν τα πρώτα μέσα εγκαταστάσεως. Οι Έλληνες ούτοι, ων τα τέκνα εισήγοντο εις τας υπό του Μ. Πέτρου και της Αικατερίνης της Β΄ ιδρυθείσας στρατιωτικάς, ναυτικάς, εμπορικάς και γεωργικάς σχολάς, εξερχόμενοι τούτων κατετάσσοντο εις τον σταρτόν και τον στόλον ως αξιωματικοί, ων οι πλείστοι ανήλθον εις ανώτατα αξιώματα μετ’ ιδιαιτέρας αγάπης. προσείλκυον αμέριστον την εμπιστοσύνην και ανελάμβανον δημοσίας εργολαβίας και ιδιωτικάς μεγάλας επιχειρήσεις ταχέως πλουτίσαντες…» «… εν των μεταξύ όμως, συνοικισθείσης υπό Μ. Πέτρου φερωνύμου πόλεως, ιδρύθη σχολή ελληνική, εις ην η Αυτοκράτειρα Αικατερίνη Β΄ πολλούς Έλληνας μαθητάς εισήγαγεν ως υποτόφους, εκ τε της Πελοποννήσου και των νήσων το Αιγαίου Πελάγους, ιδίως Μυκόνου και Αμοργού. Εις την σχολήν ταύτην και ο κόμης Μοντεσίγενος τω 1805 απέστειλεν δέκα ελληνόπαιδας. Κατ’ αυτήν την εποχήν εν τη αχανεί Ρωσική Αυτοκρατορία ιδρύθησαν και άλλα ελληνικά σχολεία…»6

Συνεχίζεται…