09/01/12 21:19 - Τα ξενόφερτα ήθη των αρχαίων Ελλήνων

Τα ξενόφερτα ήθη των αρχαίων Ελλήνων

Πώς διάφορες ξενικές θεότητες και άλλα ξένα ήθη, που έφθασαν από τα βάθη της Ασίας, ενσωματώθηκαν στην αρχαία ελληνική κοινωνία, με αποτέλεσμα αυτό το συνονθύλευμα και η πανσπερμία των ξένων ηθών να γίνονται ακόμη και σήμερα κτήμα ορισμένων Ελλήνων, όπως τουλάχιστον αποδεικνύεται σε μία έρευνά μας. Συνοδηγός μας  η πανέμορφη Ελληνίδα ηθοποιός και τηλεπαρουσιάστρια, Μαριαλένα Ανδρέου!..

«Η θυσία της Ιφιγένειας», σε έργο του Τζιοβάνι Μπατίστα (1770). Δεν είναι δυνατόν αυτό το έθιμο να είναι ελληνικό, παρά μια ξενόφερτη συνήθεια και τίποτε άλλο!..

ΕΙΝΑΙ γνωστόν εις όλους ότι ο γράφων δεν πιστεύει στον πολυθεϊσμό. Είναι μονοθεϊστής και τούτο διότι πιστεύει ατράνταχτα ότι ο Έλληνας απ’ τα πανάρχαια χρόνια πίστευε –και εξακολουθεί να πιστεύει- στον ένα και αληθινό Θεό.
Εξυπακούεται ότι δεν έχω τίποτε με τους πολυθεϊστές ή πανθεϊστές. Τουναντίον με πολλούς εξ αυτών τρέφω άριστες σχέσεις, ενώ άλλους εξ αυτών τους εκτιμώ για την σοβαρότητά τους, ενώ σέβομαι τους πάντες για τις θρησκευτικές πεποιθήσεις τους – κάτι που επιθυμώ να κάνουν όλοι οι φίλοι μου. Τούτο, όμως, δεν με εμποδίζει να πω αυτό που αισθάνομαι και το οποίο είναι πεποίθηση πολλών άλλων συμπατριωτών μου, αφού οι μονοθεϊστές πρόγονοί μας, κάνοντας πολλά ταξίδια εκτός Ελλάδος, μετέφεραν συνήθειες και ήθη άλλων λαών, που δεν είχαν καμία σχέση με τα δικά μας εληνικά πατροπαράδοτα ήθη.
Ήδη η προομηρική ορφική θεολογία, εις την οποίαν αποδίδεται ο πολυθεϊσμός της αρχαίας ελληνικής θρησκείας, είχε απολήξει εις την παραδοχήν ενός μόνου Θεού, δημιουργού και προνοητού των πάντων. «Είς θεός- είς κόσμος». Εις αυτήν την φράση συνοψίζεται η ορφική θεολογία, όπως αργότερα η στωϊκή (1).

Η ΛΑΤΡΕΙΑ ΤΗΣ ΙΣΙΔΟΣ

Το δημοφιλέστερο από τα ανατολικά μυστήρια ήταν η λατρεία της αιγυπτιακής θεάς Ίσιδος και του συντρόφου της, Οσίριδος, που είχε αρχίσει να μεταφυτεύεται στον ελλαδικό χώρο ήδη από τα μέσα του 4ου αι. π.Χ. (Πειραιάς, Μαγνησία). Σε μια προσπάθεια να βρει το παράλληλό της στον χώρο του ελληνικού πανθέου, ο Ηρόδοτος είχε ταυτίσει την Ίσιδα με τη Δήμητρα, ενώ ο Πλούταρχος την παρομοίαζε με την Περσεφόνη. Ερχόμενη στην Ελλάδα, η Ίσις έχασε την αιγυπτιακή της μορφή (εικονιζόταν με κέρατα αγελάδας στο κεφάλι) και αποδόθηκε εικαστικά ως δέσποινα πεπλοφόρος, με συγκεκριμένα γνωρίσματα (τελετουργικός κόμπος του ιματίου στο στήθος, σείστρο στο δεξί χέρι και λατρευτικό δοχείο στο αριστερό). Σύμφωνα με το μύθο, ο θεός Όσιρις, αρχετυπικός ήρωας και διδάσκαλος της ανθρωπότητας στα έργα του πολιτισμού, συλλαμβάνεται και διαμελίζεται από το δαιμονικό αδελφό του, Σηθ, και τα κομμάτια του διασκορπίζονται σε ολόκληρη την Αίγυπτο. Η σύζυγος και αδελφή του, Ίσις, θρηνεί και οδύρεται για τη μεγάλη απώλεια και αρχίζει να περιπλανιέται για να τον βρει ζωντανό ή νεκρό. Τελικά, συλλέγει και, με τη βοήθεια του Άνουβι, συναρμολογεί τα μέλη του θεού, ανασταίνοντάς τον θριαμβευτικά. Μαζί του συλλαμβάνει τον Ώρο, ο οποίος ορκίζεται να αγωνιστεί ενάντια στον Σηθ και να ελευθερώσει τον κόσμο από τη δυναστεία του κακού. Η ιδιότητα της Ίσιδος ως πονεμένης νεαρής θεάς, συζύγου και μητέρας, που έχασε άδικα το ταίρι της και περιπλανιόταν αβοήθητη σε ένα εχθρικό περιβάλλον, καθώς και η σχέση της με τον κάτω κόσμο και τον κύκλο της φύσης (γέννηση-θάνατος-αναγέννηση), την ανέδειξαν σε πρόσωπο εξαιρετικά οικείο και συμπαθές, ιδίως στους ανθρώπους του λαού. Ο Πλούταρχος αναφέρει ότι σε αυτήν κατέφευγαν όσοι υπέφεραν στη ζωή και ζητούσαν το έλεος και την παρηγοριά στη σχέση τους με το θείο. Άλλους, πάλι, τους επισκεπτόταν η θεά στον ύπνο τους ή σε οράματα, χαρίζοντάς τους θεραπεία και αγαλλίαση. Η μύηση στα μυστήρια της Ίσιδος (πληρέστερη περιγραφή των οποίων έχουμε στις Μεταμορφώσεις του Απουλήιου) περιλάμβανε το συμβολικό θάνατο και την ανάσταση του λάτρη, προκειμένου αυτός να ανακουφιστεί από τις οδύνες του βίου και να σωθεί στο πλάι της καλόβουλης θεάς. Στα ρωμαϊκά χρόνια, κέντρο της σημαντικής κορινθιακής γιορτής των Πλοιαφεσίων ήταν το ιερό στις Κεγχρεές, όπου η Ίσις λατρευόταν ως θεά της θάλασσας και της ευνοϊκής ναυσιπλοΐας. Ο Παυσανίας, τέλος, εκφράζεται με σεβασμό για την Ίσιδα και αναφέρεται σε διάφορα Ισεία που συνάντησε στα τέλη του 2ου αι. μ.Χ., με το ακμαιότερο εκείνο της φωκικής Τιθορέας.

Η ΛΑΤΡΕΙΑ ΤΟΥ ΜΙΘΡΑ

Από τα μέσα του 3ου αι. μ.Χ., στον ελληνορωμαϊκό κόσμο γνώρισε μεγάλη εξάπλωση η λατρεία του Μίθρα. Ηλιακή θεότητα ιρανικής προέλευσης, ο Μίθρας λειτουργούσε ως ουράνιος μεσίτης με ιδιαίτερα ευνοϊκή προς την ανθρωπότητα διάθεση. Από την Περσία, η θρησκεία του εξαπλώθηκε αρχικά στις περιοχές της Συρίας, της Κιλικίας, της Καππαδοκίας και του Πόντου, όπου δέχτηκε σημαντικές επιδράσεις από τις τοπικές δοξασίες και ενσωμάτωσε στοιχεία από τη βαβυλωνιακή αστρική θρησκεία. Αργότερα, ο μιθραϊσμός ταξίδεψε στα μεγάλα λιμάνια της Μεσογείου (στη Ελλάδα, υπήρχαν βωμοί του Μίθρα στην Πάτρα και στον Πειραιά) και έφτασε στη Ρώμη, όπου υιοθετήθηκε με ενθουσιασμό από ανθρώπους όλων των κοινωνικών ομάδων και τάξεων. Εντούτοις, μεγάλη διάδοση είχε στις τάξεις του στρατεύματος, εξαιτίας, ίσως, του κώδικα των αρετών που προέβαλλε (πειθαρχία, συναδελφικότητα, εντιμότητα, αλλοϋποστήριξη). Ως θεός πάσχων για το καλό της ανθρωπότητας, ο Μίθρας ήταν εξαιρετικά αγαπητός και η απόφαση του αυτοκράτορα Κόμμοδου να μυηθεί στα μυστήριά του το 185 μ.Χ. άνοιξε το δρόμο για περαιτέρω θεσμική κατοχύρωση. Έτσι, το 274 μ.Χ., ο Αυρηλιανός καθιέρωσε λαμπρές γιορτές προς τιμήν του θεού, ως Ανίκητου Ήλιου (Sol Invictus Mithra), ενώ το 307 μ.Χ. ο Διοκλητιανός ανακήρυξε το μιθραϊσμό επίσημη λατρεία του κράτους. Μέσω των αποικιών της Μικράς Ασίας εισήλθε στην Ελλάδα και η λατρεία της φρυγικής Μεγάλης Θεάς, προσλαμβάνοντας εντελώς λαϊκή μορφή. Οι πιστοί της τριγυρνούσαν στην ύπαιθρο, ρακένδυτοι και επαίτες, προσφέροντας τελετουργικούς καθαρμούς έναντι ευτελούς αμοιβής. Επρόκειτο για πλανόδιους θρησκευτικούς εμπειρογνώμονες, ανάλογους με τους ορφεοτελεστές της εποχής. Εξασκούσαν τη μαγεία και τη μαντική, έκαναν ξόρκια και θεράπευαν διάφορες νόσους. Στον ελλαδικό χώρο, η Μεγάλη Θεά πήρε από νωρίς τη μορφή της Ρέας, της Δήμητρας και της Κυβέλης, αφομοιώνοντας τα χαρακτηριστικά τους. Συνοδευόταν από το νεαρό εραστή της, Άττι, που ήταν μια εκδοχή του θεού της βλάστησης που πεθαίνει και ανασταίνεται, την οποία συναντούμε σε ολόκληρη την ανατολική Μεσόγειο (Ταμμούζ, Όσιρις, Άδωνις). Στις αρχές του 3ου αι. π.Χ., η λατρεία της Κυβέλης υιοθετήθηκε με μεγάλη επισημότητα στη Ρώμη, όπου προσέλαβε πλήρη μυστηριακή μορφή. Από τα σχετικά δρώμενα (λατρευτικά δείπνα κλπ.) ξεχωρίζει το ταυροβόλιο, κατά το οποίο λάμβανε χώρα τελετουργικό λουτρό του μύστη στο αίμα του θυσιασμένου ταύρου, με σκοπό να ενισχυθεί από τη δύναμη του ζώου και να αναγεννηθεί πνευματικά.
Στον ελλαδικό χώρο, ιερά της θεάς υπήρχαν στην Αχαΐα και στον Πειραιά, ενώ ταυροβολικοί βωμοί υπήρχαν στην Αθήνα του 4ου αι. μ.Χ. (Φλύα, Κηφισιά).

Η ΛΑΤΡΕΙΑ ΤΟΥ ΣΕΡΑΠΙΔΟΣ

Άλλη σημαντική μυστηριακή θρησκεία ήταν αυτή του Σεράπιδος, θεού προερχόμενου από τη συγχώνευση του Οσίριδος με τον ιερό ταύρο Άπι, που λατρευόταν αρχικά στη Μέμφιδα και κατόπιν στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Μετά τον 3ο αι. π.Χ. ιδρύθηκαν πολλά σεραπεία στον ελλαδικό χώρο, όπου ο νέος θεός προσέλαβε τα χαρακτηριστικά του παλαιότερου Άδη-Πλούτωνα. Λατρεύτηκε ως θεός-σωτήρας, που χαρίζει ευημερία και σπεύδει να απαντήσει αμέσως στις προσευχές όσων τον επικαλούνται (γοργοεπήκοος). Εξαιτίας της ιδιότητάς του να θεραπεύει, παραλληλίστηκε με τον Ασκληπιό (Σέραπις Ασκληπιός), ενώ στο πλαίσιο του γενικότερου συγκρητισμού, ταυτίστηκε άλλοτε με τον Δία (Ζευς Σάραπις) και άλλοτε με τον Ήλιο (Ηλιοσάραπις). Τέμενός του υπήρχε στη Μαγνησία, όπου λατρευόταν μαζί με άλλους ανατολικής προέλευσης θεούς, υπό την εποπτεία Αιγύπτιου ιεροφάντη. Το ψηφιδωτό της ελληνιστικής θρησκευτικότητας το συμπληρώνουν τα μεγάλα φιλοσοφικά συστήματα που αναπτύχθηκαν στο πλαίσιο της συνάντησης του ελληνικού ορθολογισμού με τον ανατολικό μυστικισμό (νεοπλατωνισμός, νεοπυθαγορισμός, στωικισμός, επικουρισμός), ενώ ξεχωριστής σημασίας περίπτωση για την ιστορία των θρησκειών αποτελεί το πολυσύνθετο ρεύμα του γνωστικισμού, που επιχείρησε να συνδυάσει τη δυαρχία των ορφικών με τον νεοπλατωνικό μονισμό και τις μεσσιανικές αντιλήψεις του ιουδαϊσμού και του χριστιανισμού. (2)

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. Ίδε βιβλία μας: α) «Ελληνικός Χριστιανισμός» και β) «Χριστιανικός Ελληνισμός»
2. Ίδε και «Ελληνική Μυθολογία» Εκδοτικής Αθηνών.