27/02/12 16:59 - Έρως και Ψυχή

Έρως και Ψυχή

Διαβάστε πώς ο Σωκράτης, ο Πλάτωνας, ο Αριστοτέλης, οι Στωικοί, ή ο Πλούταρχος είδαν τον έρωτα από πνευματικότερη, θεωρητικότερη άποψη απ' ότι οι περισσότεροι απ' τους φιλοσόφους της ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας, που έβλεπαν τον έρωτα κυρίως απ' τη φυσική του πλευρά. Αλλά και για την ψυχή την υποθετική άυλη ουσία, η οποία ενωμένη με το σώμα, αποτελεί το κύριο στοιχείο και την αιτία της ζωής!..

Η γνωστή και καταξιωμένη Ελληνίδα ηθοποιός και τηλεπαρουσιάστρια, Μαριαλένα Ανδρέου, σε ρόλους οι οποίοι συνάδουν με το σημερινό μας θέμα!...

ΛΕΝΕ πως ο Σωκράτης, ο Πλάτωνας, ο Αριστοτέλης, οι Στωικοί, ή ο Πλούταρχος είδαν τον έρωτα (1) από πνευματικότερη, θεωρητικότερη άποψη απ' ότι οι περισσότεροι απ' τους φιλοσόφους της ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας, που έβλεπαν τον έρωτα κυρίως απ' τη φυσική του πλευρά.
Οι χριστιανοί, και ιδιαίτερα ο Παύλος, όπως έχουμε συζητήσει πολλές φορές με την αδελφική μας φίλη, Μαριαλένα Ανδρέου, την γνωστή και καταξιωμένη Ελληνίδα ηθοποιό και τηλεπαρουσιάστρια, θ' αντιτάξουν στον έρωτα την αγάπη - φιλανθρωπία που, ενώ αποβλέπει στο Θεό, δεν ξεχνά τον πλησίον.
Με το πέρασμα των αιώνων διαμορφώνονται δύο κύριες αντιλήψεις για τον έρωτα. Οι κύριοι εκφραστές της πρώτης αντίληψης είναι ο Μάρκος Αυρήλιος, ο Σπινόζα, ο Ντεκάρτ κ.ά., όπου θεωρούν τον έρωτα πάθος και πρέπει πάντα το πάθος να κυριαρχείται απ' το λογικό. Στη δεύτερη αντίληψη, που τη συναντάμε στους μυστικούς, όπως ο Πλωτίνος, ο Άγιος Αυγουστίνος, ο Άγιος Ιωάννης του Πασκάλ, κάθε αγάπη διέπεται από την αγάπη του Θεού.
Στις αρχές του 20ου αιώνα ο Φρόιντ επιχείρησε ν' αναλύσει τον έρωτα στα συστατικά του στοιχεία. Ο Φρόιντ, λοιπόν ορίζει "τον αληθινό έρωτα" σαν σύνθεση των καθαυτό σεξουαλικών ορμών και των "τρυφερών αισθημάτων" που εμφανίζονται ως συνέπεια της απώθησης των σεξουαλικών ορμών της πρώτης παιδικής ηλικίας. Έτσι, ο έρωτας είναι μία σύνθετη περίπλοκη και βασική κλίση της ανθρώπινης ύπαρξης που επιδρά στις ιδιότητες και ικανότητές μας, όπως κι αυτές με τη σειρά τους επιδρούν και αντιδρούν στην κλίση αυτή.

Από τον εικονογραφικό κύκλο Έρωτα και Ψυχής στις ταπισερί του Bad Doberan: η Ψυχή με τις αδελφές της.

Αλλά και όταν μιλάμε για ψυχή (2), όπως πολλές φορές έχουμε συζητήσει με την Μαριαλένα Ανδρέου, εννοούμε την υποθετική άυλη ουσία, η οποία ενωμένη με το σώμα, αποτελεί το κύριο στοιχείο και την αιτία της ζωής. Είναι η ζωή, το πνεύμα, που σε αντίθεση αλλά και σε συνδυασμό με το υλικό σώμα, ζωογονεί τον άνθρωπο ή για άλλους και οποιοδήποτε άλλο φυσικό ή ζωικό ων.
Στη φιλοσοφία, η οντολογική μεταφυσική έχει κεντρικό αντικείμενο το ζήτημα της ψυχής. Όμως, πάνω στο ζήτημα του τι είναι ψυχή, η φιλοσοφία δεν έχει, όπως εξάλλου και στα περισσότερα θέματα, να μας παρουσιάσει μια ενιαία γνώμη. Οι φιλόσοφοι Αναξιμένης, Ηράκλειτος, Αριστοτέλης και άλλοι, θεωρούσαν πως η ψυχή είναι ύλη. Συγκεκριμένα πως αποτελεί την κινητήρια δύναμη των πάντων και τη βάση πάνω στην οποία δημιουργήθηκε το σύμπαν. Αντίθετα ο Πλάτωνας υποστήριξε ότι η ψυχή είναι η αρχή της σκέψης. Αυτός πρώτος διατύπωσε τη θεωρία ότι η ψυχή είναι άυλη, άφθαρτη κι αθάνατη. Αυτή είναι η πνευματοκρατία, η διδασκαλία του Πλάτωνα που διατυπώθηκε στον "Φαίδωνα".
Πάνω σ' αυτές τις δυο απόψεις στηρίχτηκε, προχώρησε κι εξελίχτηκε ο προβληματισμός της φιλοσοφίας όλων των αιώνων. Και ενώ, σύμφωνα με τον Πλάτωνα η ψυχή προϋπάρχει του ανθρώπου και ζει και μετά από αυτόν, μια άλλη άποψη, υποστηρίζει ότι η ψυχή δεν είναι τίποτα άλλο από αυτό, που αλλιώς ονομάζουμε συνείδηση, που δημιουργείται σιγά- σιγά στον άνθρωπο, ανάλογα με την επίδραση του περιβάλλοντος και παύει να υπάρχει με το θάνατο του ατόμου.
Στη χριστιανική θρησκεία πιστεύεται πως η ψυχή είναι ουσία άυλη, αθάνατη που την έχει δημιουργήσει ο Θεός και η οποία καθορίζει την όλη ζωή του ανθρώπου. Η ψυχή ζει και μετά το θάνατο και είναι υπόλογη μπροστά στο δημιουργό της για τις πράξεις της. Σύμφωνα εξάλλου με τη χριστιανική θρησκεία η ψυχή είναι ξεχωριστό πράγμα από το σώμα που είναι ύλη, ενώ εκείνη είναι άυλη και ασώματη.
Στη φυσική ψυχές ονομάζονται τα διάφορα είδη από πεταλούδες.
Πάντα ταύτα σαν ένα αφιέρωμα στην αδελφική φιλία που έχουμε με την γνωστή και καταξιωμένη Ελληνίδα ηθοποιό και τηλεπαρουσιάστρια, Μαριαλένα Ανδρέου, η οποία κυριολεκτικά λατρεύει την ιστοσελίδα μας και την ευχαριστούμε μέσα από τα βάθη της καρδιάς μας!..

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

(1). έρωτας
και έρως, ο (AM ἔρως· Α επικ. και λυρικός τ. ἔρος)· 1. έντονη συναισθηματική έλξη στην οποία συνυπάρχει και πόθος για σαρκική επαφή (α. «κλεφτά τήν πάτασσε τού έρωτ’ η οδύνη», Ερωτόκρ.· β. «ἔρως εἰς αὐτὸν τῆς γυναικὸς ἐσέβην», Καλλίμ.· γ. «...ὡς ταύτης πόθῳ πόλις δαμείη πᾱσα, κοὐχ ἡ Λυδία πέρσειεν αὐτήν, ἀλλ’ ὁ τῆσδ’ ἔρως φανεείς»· γιατί η πόλη θα υποταχθεί απ΄ τον πόθο γι’ αυτήν και δεν θα τήν κυριέψει η Λυδία, αλλά ο Έρωτας τού Ηρακλή γι’ αυτήν, για την Ιόλη, Σοφ.)· 2. ο θεός Έρως· 3. θερμή αγάπη, αφοσίωση σε κάποιον (α. «ἔρωταν εἶχεν περισσὸν ὡς διὰ τήν ποθητήν του καὶ διὰ τὴν μητέραν του καὶ διά τοὺς ἀδελφούς του», Διγεν. Ακρ.· β. «ἔρως λέγεται, ᾧ οὐδεὶς ἐπαισχύνεται, ὅταν μὴ κατὰ σαρκὸς γένηται αὑτοῡ ἡ τοξεία»· λέγεται έρωτας, για τον οποίο δεν ντρέπεται κανείς, εφόσον η έλξη δεν είναι σαρκική, Γρηγ. Νύσσ.)· 4. αφοσίωση, προσήλωση σε ιδανικό, σε καθήκον κ.λπ. (α. «αγάπη κι έρωτας καλού τα σπλάχνα τους τινάζουν», Σολωμ.· β. «ὑποδεικνύων τὸν μισθὸν τῆς γνώσεως εἰς ἔρωτα αὐτῆς τοὺς συνετοὺς ἐκκαλεῑται»· υποδεικνύοντας την αμοιβή τής γνώσης κάνει έκκληση στους συνετούς να τήν ερωτευθούν, Κλήμ. Αλ.)· 5. ισχυρή επιθυμία για κάτι, πόθος να αποκτήσει ή να κρατήσει στην κατοχή του κάποιος κάτι («α. έχει έρωτα για το χρήμα» ή «με το χρήμα»· β. «ἔρως χρημάτων»)· 6. το αντικείμενο τού έρωτα, ό,τι αγαπάει υπερβολικά κάποιος (α. «το θέατρο είναι ο έρωτάς του»· β. «ἀπροσίκτων δ’ ἐρώτων ὀξύτεραι μανίαι»· είναι οξύτερες οι μανίες που προκαλούν οι απελπισμένοι έρωτες, ο πόθος για κάτι ακατόρθωτο, Πίνδ.)· || (μσν.-νεοελλ.) 1. η ερωτική πράξη, η σαρκική επαφή (α. «έκανε έρωτα μαζί της» β. «ἐρώτων δὲ μυστήρια ἐρυθριῶ τοῡ λέγειν», Διγεν. Ακρ.)· 2. ερωτική σχέση, ερωτικές περιπέτειες (α. «με τους έρωτές της κατάστρεψε το σπίτι της»· β. «ἔρωτας ἀνιστορᾱται καὶ τὴν ἁρπαγὴν τῆς κόρης», Διγεν. Ακρ. || (νεοελλ.) (φρ.) «πλατωνικὸς ἔρως» ή «έρωτας για κάποιον ή κάποια»· ερωτική προσήλωση, συναισθηματική αφοσίωση χωρίς σαρκικές σχέσεις· || (αρχ.-μσν.) 1. η αγάπη τού θεού προς τον άνθρωπο («αὐτὸν ἔπεμψεν τὸν Υἱόν· ἀνῃρέθη καὶ οὗτος ἐλθών, καὶ οὐδὲ οὕτως ἔσβεσε τὸν ἔρωτα ἀλλ’ ἀνῆψε μειζόνως»· έστειλε στη γη τον ίδιο τον γιο Του· τόν σκότωσαν κι Αυτόν οι άνθρωποι, αλλά ακόμη και τότε δεν έσβησε την αγάπη για τους ανθρώπους αλλά τή φούντωσε ακόμη περισότερο, Ιωάνν. Χρυσ.)· 2. η αγάπη τού ανθρώπου, η αφοσίωση στον θεό και στους αγίους («τρωθεῑσα τῷ ἀσωμάτῳ καὶ διαπύρῳ βέλει τοῡ ἔρωτος»· πληγωμένη η ψυχή από το άυλο και διάπυρο βέλος τού έρωτα· Γρηγ. Νύσσ.)· || (αρχ.) 1. υπερβολικά έντονη χαρά («ἔφριξ’ ἔρωτι, περιχαρὴς δ’ ἀνεπτάμην»)· 2 (πληθ.) οἱ ἔρωτες· η ερωτική πράξη, οι σεξουαλικές σχέσεις («οὐχ ὅσί ἔρωτες», Ευρ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Η ήδη ομηρική λ. έρως ανήκει στα σιγμόληκτα ουσιαστικά, αναγόμενη σε αρχικό θέμα *ερασ-, το οποίο εμφανίζεται σε παράγωγα (πρβλ. ερασ-τός, εράσ-μιος και αιολ. εραννός < *ερασ-νός). Παρά την ιδιαίτερη σημασιολογική απόχρωση που έχει κάθε λ. τής λεξιλογικής ομάδας με τη σημασία «αγάπη», η ιδιαιτερότητα στη σημασία κάθε λέξεως καταδεικνύεται από το γλωσσικό περιβάλλον στο οποίο απαντά κάθε φορά. Η λεξιλογική οικογένεια τού «ἐρως» αναφέρεται, τόσο στην Αρχαία όσο και στη Νέα, μόνο στην ερωτική αγάπη, εν αντιθέσει προς τα φιλία / φιλώ / φίλος, τα οποία δηλώνουν περισσότερο τη σημασία «οικείος», αλλά και προς τα στέργω / στοργή, που αναφέρονται σε σχέσεις γονέων προς παιδιά ή ανωτέρων προς κατωτέρους].

(2) ψυχή
η, ΝΜΑ, και συγκεκομμένος τ. στον Ερωτόκρ. ψη Ν· 1. υποθετική, άυλη και άφθαρτη ουσία η οποία, ενωμένη με το σώμα, αποτελεί την ζωτική δύναμη κάθε έμβιου όντος, ζωτική πνοή· 2. (στον Όμ. και σύμφωνα με τη λαϊκή χριστιανική δοξασία) λεπτή, αερώδης και αόρατη ύλη, διακεχυμένη στο σώμα, που ως ομοίωμα και σκιά τού νεκρού εξέρχεται με εκπνοή από αυτό κατά τη στιγμή τού θανάτου και η οποία επιζεί κατοικώντας στον Άδη ή, κατά τους χριστιανούς, στον Παράδεισο ή στην Κόλαση· 3. η συναισθηματική και ηθική υπόσταση τού ανθρώπου, ο εσωτερικός του κόσμος (α. «το πρόσωπο είναι ο καθρέφτης τής ψυχής»· β. «ἀγαπήσεις Κύριον τὸν θεόν σου ἐν ὅλῃ τῇ καρδίᾳ σου καὶ ἐν ὅλῃ τῇ ψυχῇ σου καὶ ἐν ὅλῃ τῇ διανοίᾳ σου», ΚΔ)· 4. εσωτερικό σθένος, ζωντάνια, ενεργητικότητα, παληκαριά, θάρρος, ανδρεία (α. «πολέμησε με ψυχή»· β. «τό λέει η ψυχή του»· γ. «δεν έχει ψυχή μέσα του»· δ. «ἐρρωμενεστέραις ταῑς ψυχαῑς τῶν στρατιωτῶν χρησόμεθα», Ξεν.)· 5. (συνεκδ.) ανθρώπινη ύπαρξη, άνθρωπος (α. «ψυχή δεν φαίνεται πουθενά»· β. «τόσες αθώες ψυχές χάθηκαν στον πόλεμο»· γ. «ἐβαπτίσθησαν... τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ψυχαὶ ὡσεὶ τρισχίλιαι», ΚΔ)· 6. αγάπη, στοργή· 7. περιληπτική ονομασία τών εντόμων, που, σύμφωνα με τη σύγχρονη επιστημονική ταξινόμηση συγκροτούν την τάξη λεπιδοπτερα, κν. σήμερα πεταλούδα· 8. (μτφ.) (για πράγμ. και πρόσ.) κύριο στοιχείο ή κινητήρια δύναμη ενός έργου, μιας προσπάθειας, ενός φαινομένου (α. «η διορατικότητα είναι η ψυχή τής πολιτικής δραστηριότητας»· β. «ο Ψυχάρης ήταν η ψυχή τού δημοτικισμού»· γ. «πᾱσα πολιτεία ψυχὴ πόλεων ἔστιν», Ισοκρ.· δ. «τ' ἀργύριόν ἐστιν αἷμα καὶ ψυχὴ βροτοῑς», Τιμοκλ.· ε. «ἀρχὴ μὲν οὖν καὶ οἷον ψυχὴ ὁ μῡθος τῆς τραγῳδίας», Αριστοτ.)· 9. (ως κύριο όν.) Ψυχή· (μυθ.) η ερωμένη τού θεού Έρωτα· || (νεοελλ.) 1. (φιλοσ.-θεολ.) η άυλη πλευρά ή ουσία τού ανθρώπινου όντος, στην οποία οφείλει ο άνθρωπος την ατομικότητα και την ανθρώπινη φύση του και η οποία θεωρείται συχνά συνώνυμο τού νου ή τού Εγώ· 2. (ειδικότερα) (θεολ.) το μέρος τού ατόμου που μετέχει στη θεϊκή ουσία και που, συχνά, πιστεύεται ότι είναι αθάνατη, ότι επιζεί και μετά τον θάνατο τού σώματος· 3. ο ψυχισμός· 4. (ζωολ.) γένος λεπιδόπτερων εντόμων τής οικογένειας ψυχίδες· 5. (τεχνολ.) α) το κατακόρυφο, πλήρες ή με διάκενα, μέρος δοκού ή διαδοκίδας, που συνδέει τις έδρες ή τα πέλματά της· β) το μεταξύ κεφαλής και πέλματος παρεμβαλλόμενο έλασμα σιδηροτροχιάς· γ) το κεντρικό μέρος σχοινιού ή συρματόσχοινου· δ) το κεντρικό μέρος ηλεκτροφόρου αγωγού· 6. (φρ.) α) «η ψυχή τού σύμπαντος ή τού κόσμου»· (εκκλ.) ο θεός· β) «τού 'βγαλε την ψυχή»· τόν βασάνισε, τον ταλαιπώρησε ή τόν κούρασε πολύ· γ) «πιάστηκε η ψυχή μου»· i) έχω δύσπνοια· ii) (μτφ.) έχω αγωνία· δ) «δεν βαστά η ψυχή μου»· δεν αντέχω· ε) «βγήκε η ψυχή του»· πέθανε· στ) «με όλη μου την ψυχή»· ολόψυχα, με όλες τις δυνάμεις μου· ζ) «μού βγήκε η ψυχή»· κουράστηκα ή ταλαιπωρήθηκα πολύ· η) «τό τραβάει η ψυχή του»· τό επιθυμεί πολύ· θ) «μια ψυχή πού 'ναι να βγει, ας βγει»· δηλώνει τελεσίδικη απόφαση ή εξάντληση υπομονής· ι) «τί ψυχή έχει;»· λέγεται για κάτι το ασήμαντο, το ανάξιο λόγου· ια) «εκ βάθους ψυχής»· με κάθε ειλικρίνεια· ιβ) «καλή ψυχή»· ευχή για ευθανασία και ευνοϊκή κρίση από τον θεό· ιγ) «τί ψυχή θα παραδώσεις;»· απευθύνεται επιτιμητικά σε κάποιον που έχει διαπράξει πολλά αμαρτήματα· || (μσν.) είδος φυτού· || (μσν.-αρχ.) η επίγεια ζωή, βίωση· || (αρχ.) 1. (σχετικά με ζώα) ορμή, αγριότητα· 2. (μτφ.) σαρκικός πόθος· 3. (φρ.) α) «ψυχὴ Ὀρέστου»· ο Ορέστης (Σοφ.)· β) «ἀπὸ τῆς ψυχῆς φιλεῑν»· η ολόψυχη, δυνατή αγάπη (Θεόφρ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. ψυχή πρέπει να εκληφθεί ως μεταρρηματικό παράγωγο τού ψύχω (Ι) «πνέω, φυσώ», το οποίο με τη σειρά του έχει σχηματιστεί πιθανότατα από αμάρτυρο τ. *ψύω με ενεστωτικό επίθημα -χω, που δηλώνει εμφατικά το τέλος τής πράξης (πρβλ. τρύω: τρύ-χω). Το θ. ψυ- τών τ. ανάγεται στη μηδενισμένη βαθμίδα τής εκτεταμένης μορφής *bhs-eu- τής ινδοευρωπαϊκής ρίζας *bhes- «φυσώ, εκπνέω» (πρβλ. ψεύδομαι) και συνδέεται με το αρχ. ινδ. a-psu «χωρίς πνοή». Προβλήματα, ωστόσο, παρουσιάζει για μηδενισμένη βαθμίδα η μακρότητα τού φωνήεντος -ῡ- τών τ., η οποία αποδίδεται, κατά την επικρατέστερη άποψη, στη δημιουργία ξεχωριστού μορφολογικού συστήματος ισχυρής βαθμίδας στην Ελληνική, ανεξάρτητης από την αρχική ινδοευρωπαϊκή δίφθογγο -eu- (πρβλ. τρύ-χω και την κατάληξη τών εις -μι ρ. -νῡμι / -νῠμαι). Η λ. ψυχή, με αρχική σημ. «ζωτική δύναμη κάθε έμβιου όντος, ζωτική πνοή», χρησιμοποιήθηκε ευρέως με ποικίλες θρησκευτικές, φιλοσοφικές και μεταφορικές διαστάσεις. Η λ., τέλος, εμφανίζεται ως α' συνθετικό σε μεγάλο αριθμό σύνθ. με τη μορφή ψυχ(ο)-, πολλά από τα οποία, στην Νεοελληνική, είναι αντιδάνειοι επιστημον. όροι (πρβλ. ψυχ-ανάλυση, ψυχο-λογία κ.ά.). ΠΑΡ. ψυχάρι(ον), ψυχικός, ψυχώ(νω)· (αρχ.) ψυχαῖος, ψυχήϊος, ψυχίδιον, ψυχίον· (αρχ.-μσν.) ψυχόθεν· (νεοελλ.) ψυχερός, ψυχισμός, ψυχίτσα, ψυχούλα. ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) ψυχαγωγός, ψυχοβλαβής, ψυχοβόρος, ψυχοειδής, ψυχοκτόνος, ψυχομαχώ, ψυχοπομπός, ψυχοφθόρος, ψυχωφελής· (αρχ.) ψυχέμπορος, ψυχογόνος, ψυχοδότης, ψυχολέτης, ψυχορραγής· (αρχ.-μσν.) ψυχαλγής, ψυχοσσόος, ψυχοστόλος, ψυχοτρόφος· (μσν.) ψύχαγνος, ψυχαπώλεια, ψυχάρπαξ, ψυχοκερδής, ψυχοτερπής, ψυχοτόκος, ψυχοφάγος· (μσν.-νεοελλ.) ψυχοπονώ· (νεοελλ.) ψυχαναγκασμός, ψυχανάλυση, ψυχανεμίζομαι, ψυχαπάτης, ψυχασθένεια, ψυχιατρική, ψυχοβγάλτης, ψυχογενής, ψυχογιός, ψυχογράφος, ψυχοδιαγνωστικός, ψυχοδιεγερτικός, ψυχόδραμα, ψυχοδυναμικός, ψυχοθεραπεία, ψυχοκόρη, ψυχοκρατία, ψυχολογία, ψυχομάνα, ψυχομετρία, ψυχοπάθεια, ψυχοπαίδι, ψυχοπιάνομαι, ψυχοπλακώνω, ψυχοπλάνος, ψυχοσάββατο, ψυχοσύνθεση, ψυχοσωματικός, ψυχοφάρμακα, ψυχοχάρτι· (Β' συνθετικό) άψυχος, γυναικόψυχος, δειλόψυχος, έμψυχος, εύψυχος, καλόψυχος, μεγαλόψυχος, μικρόψυχος, ολόψυχος, ομόψυχος, σκληρόψυχος, σύμψυχος· (αρχ.) αντίψυχος, ασθενόψυχος, βαρύψυχος, δουλόψυχος, ελευθερόψυχος, ζημιόψυχος, θνητόψυχος, ιερόψυχος, ισόψυχος, ισχυρόψυχος, λαμπρόψυχος, λεοντόψυχος, μαλακόψυχος, πάμψυχος, πλατύψυχος, πλουσιόψυχος, πονηρόψυχος, σιδηρόψυχος, ταπεινόψυχος, υπέρψυχος, φιλόψυχος· (νεοελλ.) αγγελόψυχος, αγιόψυχος, αγριόψυχος, ανοιχτόψυχος, γενναιόψυχος, γιγαντόψυχος, επτάψυχος, κακόψυχος, λιγόψυχος, λιονταρόψυχος, λιπόψυχος, ξέψυχος, πετρόψυχος, πονόψυχος, σκυλόψυχος, στενόψυχος, χρυσόψυχος].(Πάπυρος, Μέγας Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας).