10/03/12 16:53 - Ιδού και ένας Διαγωνισμός Ομορφιάς και Γνώσεων!!

Τα κορίτσια που συμμετείχαν στον Διαγωνισμό Ομορφιάς και Γνώσεων στην καθιερωμένη φωτογραφία με τους Ηλία Τσεκερίδη (πρόεδρο της Ομοσπονδίας), Αθανάσιο Αρώνη (πρόεδρος Πολιτιστικής Επιτροπής) και την Αλεξάνδρα Κάβουρα «Μις Ανεξαρτησία 2011». (ΕΘΝΙΚΟΣ ΚΗΡΥΞ/ΚΩΣΤΑΣ ΜΠΕΗ)

Ιδού και ένας Διαγωνισμός Ομορφιάς και Γνώσεων!!

Η 17χρονη Ολγα Μότσκα, η οποία έλκει την καταγωγή της από το Πωγώνι της Βορείου Ηπείρου ανακηρύχτηκε «Μις Ελληνική Ανεξαρτησία 2012». Η εκλογή της έγινε κατά τη διάρκεια του καθιερωμένου διαγωνισμού ομορφιάς και γνώσεων που πραγματοποιήθηκε το βράδυ της Κυριακής στο Σταθάκειο Πολιτιστικό Κέντρο στην Αστόρια των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής!..

Το δημοσίευμα της εφημερίδας "Εθνικός Κήρυξ"

ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ. Η 17χρονη Ολγα Μότσκα, η οποία έλκει την καταγωγή της από το Πωγώνι της Βορείου Ηπείρου ανακηρύχτηκε «Μις Ελληνική Ανεξαρτησία 2012». Η εκλογή της έγινε κατά τη διάρκεια του καθιερωμένου διαγωνισμού ομορφιάς και γνώσεων που πραγματοποιήθηκε το βράδυ της Κυριακής στο Σταθάκειο Πολιτιστικό Κέντρο στην Αστόρια.

Στο διαγωνισμό συμμετείχαν δέκα πανέμορφα και πανέξυπνα κορίτσια τα οποία θα συμμετάσχουν σε όλες τις εκδηλώσεις της Ομοσπονδίας Ελληνικών Σωματείων για την επέτειο της Εθνικής Παλιγγενεσίας στη Νέα Υόρκη. (ΠΗΓΗ: ΕΘΝΙΚΟΣ ΚΗΡΥΞ, σε ρεπορτάζ του Δημήτρη Τσάκα)

ΟΜΟΡΦΙΑ ΚΑΙ ΓΝΩΣΗ

Ίσως είναι η μοναδική φορά που διαβάζουμε στον Τύπο για Διαγωνισμό Ομορφιάς) και Γνώσεων!.. Και τούτο διότι έχουμε συνηθίσει να υπερτονίζουμε 'η να διδουμε μεγαλύτερη έμφαση στα σωματικά και όχι στα πνευματικά προσόντα μιας κοπέλας.

Βεβαίως, έν τινι μέτρω, το βλέπουμε και στα Καλλιστεία του Αντέννα, όπου οι κριτές υποβάλλουν και ορισμένα ερωτήματα στις υποψήφιες καλλονές για να διαπιστώσουν σαν ένα τεστ ευφυίας, όπως θα λέγαμε, το επίπεδο γνώσεων μιας υποψηφίας για το στέμμα της ομορφιάς..

Πλην, όμως, το θέμα της ομορφιάς, σε συνδυασμό με τη γνώση, μάς παραπέμπει κατευθείαν στην ελληνική αρχαιότητα όπου πολλές Ελληνίδες (και ιδίως εταίρες) διακρίνονταν για τα φυσικά (σωματικά) και πνευματικά τους προσόντα, όπως τουλάχιστον γράφουμε μέσα στο βιβλίο μας "Οι Ελληνίδες της Αρχαιότητας", αλλά και στο τρίτομο έργο μας: "Η Καρδιά της Ελλάδος".

Ας δούμε, λοιπόν, τι αναφέρουν τα Ελληνικά λεξικά για το θέμα της ομορφιάς (ή ευμορφίας), της ωραιότητας, του κάλλους και, ασφαλώς, για το θέμα της γνώσης, που είναι τόσο απαραίτητη στη σημερινή εποχή:

ομορφιά
η [όμορφος]· η ιδιότητα τού ωραίου ανθρώπου ή αντικειμένου, ωραιότητα, ευμορφία.

ευμορφία
και ευμορφιά και ὀμορφιά, η (ΑΜ εὐμορφία, Μ και ἐμορφιά καὶ ὀμορφιά) [εύμορφος]· 1. η ωραιότητα, το κάλλος (ιδιαίτερα τής μορφής) (α. «ὠλόμην ἐγὼ εὐμορφίᾳ πραθεῑσα», Ευρ.· β. «στείλε μου πάλε να τά ιδώ μ' όλη την ευμορφιά τους τής νιότης μου τα ονείρατα», Βαλαωρ.)· 2. και μτφ. για την αρετή («εὐμορφία τῆς ἀρετῆς», Μηναί.)· || (μσν.) (μτφ.) στολίδι· || (αρχ.) (φρ.) α) «αἱ τῶν διδασκαλείων εὐμορφίαι»· οι τεχνοτροπίες, τα στολίδια τού λόγου· β) «χολῆς λοβοῡ τε... εὐμορφία»· η απαιτούμενη για ευοίωνη θυσία συμμετρία στα σπλάγχνα τού ζώου που πρόκειται να θυσιαστεί.

ωραιότητα
η / ὡραιότης, -ητος, ΝΜΑ [ωραίος]· η ιδιότητα τού ωραίου, κάλλος, ομορφιά· || (αρχ.) 1. (για πράγμ.) καλή ποιότητα («τῇ ὡραιότητι τοῡ οἴνου διελέσθαι σκῡλα», ΠΔ)· 2. η ωριμότητα τών καρπών τού έτους.

κάλλος 
το (AM κάλλος)· η ωραιότητα, η καλλονή, η ομορφιά (α. «το ελληνικό κάλλος»· β. «αἵ κάλλει ἐνίκων φῡλα γυναικῶν», Ομ.Ιλ.)· || (νεοελλ.) (στον πληθ.) τα κάλλη· τα θέλγητρα, οι χάρες («μπρος στα κάλλη τί 'ν' ο πόνος»)· || (αρχ.) 1. (για γυναίκες) η πολύ ωραία, η καλλονή («τὴν θυγατέρα, δεινόν τι κάλλος καὶ μέγεθος», Ξεν.)· 2. (στους Πυθαγορείους) ονομασία τού αριθμού έξι· 3. (πληθ.) τὰ κάλλη· ωραία πράγματα για στολισμό («ἐν ποικίλοις... κάλλεσιν βαίνειν», Αισχύλ.)· 4. (φρ.) α) «ἐς κάλλος ἀσκεῑ»· (για γυναίκα) προσπαθεί να φαίνεται ωραία· β) «ὁ εἰς κάλλος βίος»· ο ηθικά καλός βίος· γ) «τὰ κάλλη τῆς ἑρμηνείας»· η γλαφυρότητα τού ύφους.
[ΕΤΥΜΟΛ. < καλός. Για το πρόβλημα τού διπλού -λλ- βλ. λ. καλλίων.
ΠΑΡ. καλλύνω· (αρχ.) κάλλιμος.
ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) (αρχ.) καλλοποιός, καλλοποιώ, καλλόφιλος. (Β' συνθετικό) περικαλλής· (αρχ.) ακαλλής, ζακαλλής, λιθοκαλλής, περισσοκαλλής, υπερκαλλής].

γνώση
η (AM γνῶσις) [γιγνώσκω]· 1. το να γνωρίζει κάποιος κάτι· 2. βαθύτερη γνώση η οποία έχει αποκτηθεί με περισυλλογή και μελέτη («πηγή σοφίας και γνώσεως»)· 3. φρόνηση, σύνεση («ήτονε δεκοχτώ χρονώ, μά 'χε γερόντου γνώση»)· || (νεοελλ.) (φρ.) 1. «βάζω γνώση»· συνετίζομαι· 2. «φέρω εις γνώσιν (κάποιου)»· πληροφορώ· 3. «λαμβάνω γνώσιν»· πληροφορούμαι· 4. «είμαι εν γνώσει»· γνωρίζω, έχω ενημερωθεί· 5. «έχουν γνώση οι φύλακες»· έχουν ήδη λάβει τα μέτρα τους εναντίον κάθε επιβουλής· 6. «κοντά στον νου κι η γνώση»· η εξυπνάδα πρέπει να συνδυάζεται με σύνεση και προσοχή· 7. «στερνή μου γνώση να σ' είχα πρώτα»· όταν αναγνωρίζεται ένα σφάλμα κάπως αργά· || (αρχ.- μσν.) γνώμη, άποψη· || (αρχ.) 1. δικαστική έρευνα· 2. γνωριμία (με κάποιο πρόσωπο) («γνῶσις πρός τινα»)· 3. υπόληψη, φήμη· 4. σαρκική ένωση. (Πάπυρος, Μέγα Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας)