19/03/12 22:48 - Θύμησες και αναμνήσεις!... (1)

Θύμησες και αναμνήσεις!... (1)

Το πρώτο και αδημοσίευτο συγγραφικό κείμενο ενός νέου ηλικίας μόλις 20 ετών ο οποίος το 1970, έχοντας ως μοναδική πηγή την σοφία των γερόντων και συντροφιά τη φύση, τα πουλιά και τα άδολα ζώα, έπιανε για πρώτη φορά την πέννα για να γράψει την ιστορία του τόπου του κάτω από τις γέρικες βελανιδιές ή τα πλατάνια, όπου σιγομουρμούριζαν δίπλα του τα γάργαρα νερά του ξεροπόταμου! Αυτό, λοιπόν, το κείμενο (του γράφοντος δηλαδή) όπως ακριβώς εγράφη την εποχή εκείνη, «ασκάλιστο και απελέκητο», που λέει ο λαός, για να αποπνέει το άρωμα μιας νεανικής ηλικίας, το αφιερώνουμε σήμερα σε έναν καλαβρυτινό λόγιο, τον ακούραστο σμιλευτή του λόγου και της πέννας, αλλά και ακοίμητο φρουρό της λαογραφικής μας παράδοσης κ. Νίκο Παπακωνσταντόπουλο!

Το ξωκλήσι του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου («εις μνήμην των γονέων μας ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΑΙ ΑΡΙΣΤΕΑΣ ΣΑΚΚΕΤΟΥ, 1989», όπως έγραψαν τα τέκνα-κτήτορες του μικρού ναού). Φωτογραφία: Νίκος Παπακωνσταντόπουλος.


ΤΟ ΒΕΣΙΝΙ ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ

Θρύλοι και Παραδόσεις

(Τι μου διηγήθηκε ο γερο-Καρυδόγιαννης*)

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

TΟΝ αρχαίο καιρό στα μέρη τα δικά μας, υπήρχαν τρεις μεγάλες πόλεις:
α) Η αρχαία Ψωφίς (= σημερινά Τριπόταμα),
β) η αρχαία Πάος (= σημερινό Σκούπι) και
γ) η αρχαία Κλειτορία (= σημερινά Μαζέϊκα).
Δεν ήσαν πόλεις παραμελημένες και έρμαια της τύχης των αλλά πολύ ξακουστές, με ισχυρούς βασιλείς και απόρθητα τείχη και φρούρια.
Φημισμένες ως ήσαν πέρασαν από εδώ μεγάλοι άνδρες, όπως ο Παυσανίας, του οποίου το όνομα φέρνει και ένα κλήμα (κατά τα Μαζέικα) από τον καιρό του, ενώ τις πόλεις αυτές τις αναφέρουν μεγάλοι ιστορικοί…
Με την ευκαιρία αναφέρω ότι ο Παυσανίας, ως μου είπαν, όταν πέρασε από την αρχαία πόλι της Πάου, εκάθισεν στης βελανιδιάς τον ίσκιο, που είναι έξω από την εκκλησίαν του Αγίου Ανδρέου, κάτω στον κάμπο, στο σταυροδρόμι. (Βρήκε όμως την πόλιν ερειπωμένη!...) Δεν είμαστε όμως και τόσο βέβαιοι διότι δεν μπορούμε να ξέρουμε πόσων ετών είναι το δένδρο αυτό. Πάντως το υποστηρίζουν πολλοί!.
Σήμερα δε που κάνουν ανασκαφές βρίσκουν αντικείμενα μεγάλης αρχαιολογικής αξίας
Ίσως η ανεπάρκεια γεωργικών κτημάτων ή κάποια φιλοδοξία και εγωϊσμός των βασιλέων, πολλές φορές, οι τρεις πόλεις, μεταξύ των είχαν προστριβές, τσακωμούς δηλαδή.
Παρά τις προστριβές ή διαπληκτισμούς, που είχαν μεταξύ των οι πόλεις, οι κάτοικοι κρατούσαν τις θέσεις των και τα κτήματά των και μετά Χριστόν ακόμη, αρκεί και μόνον να αναφέρω ότι εβαπτίζοντο Χριστιανοί και άρχιζαν να κτίζουν εκκλησίες, ως λόγου χάριν ο Άγιος Δημήτριος, που σώζεται στη μνήμη μας από το γεγονός ότι αυτός είχε τον ναόν του εις την σημερινήν τοποθεσίαν του Βεσινίου: «Μπάφη».
Επαληθεύεται η παράδοσις διότι κατά την ανέγερσιν νέου ερημοκκλησίου, επάνω στον παλαιό ναό, βρήκαν τα θεμέλια του ναού αυτού μαζί με πάμπολλα οστά ανθρώπων, καμμένα με φωτιά, ως επίσης και πολλά κάρβουνα.
Την ανακάλυψιν αυτή έκαναν ο γερο-Καρυδόγιαννης*, ως κτίστης, και ο Αθανάσιος Χριστόπουλος ο οποίος, κατόπιν δωρεάς του και προσωπικής εργασίας, έκτισεν την εκκλησίαν.
Για τα καμμένα οστά και τα κάρβουνα θρυλείται η εξής παράδοσις:

Ιωάννης Πανουτσακόπουλος (γερο-Καρυδάς ή Καρυδόγιαννης). Ο γνωστός μπαρμπα-Γιάννης, ο άνθρωπος που απεκάλυψε στον γράφοντα πλήθος αγνώστων θρύλων και παραδόσεων για το χωριό μας, το Βεσίνι Καλαβρύτων!.

Ο Άγιος Δημήτριος ήταν το κοιμητήρι των Χριστιανών της Παλαιάς Πάου. Έξω δε από τον ναόν υπήρχε ένα κλήμα το οποίο έκανε εξακόσιες (600) οκάδες περίπου σταφύλια..
Εκτός όμως από κοιμητήρι, ο ναός αυτός ήταν και το κέντρον «μαζώξεως» των κατοίκων της πόλεως, μια φορά το έτος, και δη κατά την 26ην Οκτωβρίου, ημέρα της αγίας αυτού μνήμης, δια να πανηγυρίσουν όλην την ημέρα όλοι οι Χριστιανοί.
Το πανηγύρι γινόταν ακριβώς εις τα πλάγια της τοποθεσίας: Μπάφη.
Επειδή όμως οι σχέσεις των με τους Κλειτορινούς είχαν ψυχρανθή, αυτοί βρήκαν την κατάλληλη ευκαιρία που περίμεναν και αφού επετέθησαν πάνοπλοι έβαλαν φωτιά στη γύρω περιοχή.
Όσοι από τους κατοίκους δεν πήγαν στο πανηγύρι αυτό, μαζί με όσους εσώθησαν, τραβήξανε προς την κορυφήν του βουνού, όπου σήμερα υπάρχει η Παναγία η Σκουπιώτισσα.
Λένε πως ο αριθμός των διασωθέντων κατοίκων ήταν αστρονομικός για την εποχήν μας. Περίπου τριάντα χιλιάδες!
Ας φανταστούμε πλέον πόσοι ήσαν κατ’ αρχήν, εφ’ όσον η παράδοσις λέγει ότι ένα μικρό ποσοστό κατοίκων έμεινεν μόνον μετά την καταστροφήν. Γεννιέται όμως μία απορία:
Πού βρίσκανε τόσοι πολλοί άνθρωποι, πόρους ζωής δια να ζήσουν σ’ ένα μέρος τόσο ψηλό όπως είναι η «πέτρινη Παναγία»;
Αν και δεν πρέπει πλέον να μιλήσω δι’ αυτό, διότι εισέρχομαι πλέον εις επίπεδα αδιαφόρων – κατά κάποιον τρόπον – λεπτομερειών, δεδομένου ότι εγώ γράφω την ιστορίαν του Βεσινίου και όχι της Πάου, σας λέγω ότι: τον καιρό εκείνο εάν σπέρνανε μία οκά σιτάρι, εθέριζαν το 60πλάσιον και παρά πάνω ακόμη, χωρίς υπερβολή.
Οπωσδήποτε όμως και το έδαφος τον καιρόν εκείνο ήταν πολύ εύφορο, όπως το σημερινό, το οποίο ο καταστροφικός χρόνος μετά σχημάτισεν σ’ έναν άλλον τόπο γεμάτον βράχια, ρυάκια και έναν σωρό από άγρια πουρνάρια…
Ήταν όμως και συνήθεια του καιρού εκείνου να πιάνουν τις κορφές από στρατιωτικής πλευράς. Διότι όταν γινόσανται (=γινόντουσαν) οι φοβερές επιδρομές των εχθρών, έπρεπε να τους αποκρούσουν από πιο ευνοϊκή θέσιν, διότι ο εχθροί όταν έβλεπαν από πάνω τους να πέφτη μια βροχή από πέτρες, ξύλα, σίδερα βέλη κ.λ.π. τους έπιανε τέτοιος φόβος, που ως αποτέλεσμα είχαν τον πανικό και την απομάκρυνσίν των από την πολιορκία.
Ως γνωστόν όπλα του σημερινού καιρού τότε δεν υπήρχαν για να μη φοβάται ο εχθρός…
Από την φοβερή καταστροφή των κατοίκων της Πάου, στο πανηγύρι του Αγίου Δημητρίου, εβλάστησεν ένας άλλος πόθος:
Να φύγουν απ’ τον τόπο που ζούσαν!
Πράγματι· Η δοξασμένη πόλις άρχισε σιγά-σιγά να διασκορπίζεται από κατοίκους!
Άλλοι έμειναν και άλλοι έφυγαν σε άλλα μέρη κυρίως στις γειτονικές περιοχές.
Κάποιο δε «φτερό» απ’ αυτούς ξέφυγε και ήρθε να εγκατασταθή στη ρίζα του σημερινού βουνού του προφήτη Ηλία, νοτιο-ανατολικά, στη σημερινή θέσιν: «ΒΡΙΤΣΟΥΛΙΑ».
Έτσι λοιπόν εδημιούργησαν ένα νέο χωριό με ελάχιστες εκατοντάδες κατοίκων δια να μείνουν και όσοι έμειναν, εις την ιστορίαν, ως απόγονοι των κατοίκων της αρχαίας Πάου.
Στο νέο χωριό έδωσαν το όνομα: «Β Ι Σ Ο Σ», το οποίο, κατά τους γέροντες, σημαίνει: Βάθος, Βουντούχλα (= αποσκιερόν).

Το εσωτερικό του μικρού ναού του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, το οποίο εκτίσθη το 1989 εις ανάμνησιν του πρώτου Ιερού Ναού του χωριού μας, που ήταν αφιερωμένος στον Άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο. Το πανηγύρι γινόταν ανήμερα της μνήμης του Αγίου (8 Μαΐου) και διαρκούσε δύο ημέρες. (Φωτογραφία: Νίκος Παπακωνσταντόπουλος)

Δημιούργησαν επίσης και μίαν ενορίαν η οποία είχε ως εκκλησία της τον Άγιον Ιωάννη τον Θεολόγον του οποίου τα θεμέλια σώζονται και σήμερα ακόμη με πολλά σπασμένα κεραμίδια.
(Τα νεώτερα χρόνια την εκκλησία αυτή την είχε ξανακτίση ο Περικλής Φωτόπουλος και λειτουργούσανε μέχρι αργά, στα χρόνια των σημερινών γερόντων. Όμως την παραμελήσανε και έπεσε πάλι. Βρίσκονται δε εκτός από τα θεμέλια και δύο πλατάνια απ’ έξω).
Ερείπια σώζονται ακόμη και από πολλά σπίτια των κατοίκων της Βίσου.
Αξιοσημείωτον να αναφέρω ότι όλα τα σπίτια του χωριού είχαν για σκεπή κεραμίδια (!) και όχι πλάκες όπως υπάρχουν στα περισσότερα σημερινά οικήματα του Βεσινίου.
Κάθε κάτοικος είχε αρκετή περιουσία. Επί πλέον δε και ένα, δύο ή τρία κεφάλια βόδια και αγελάδες.
Το κυριώτερον όμως που είχαν ήταν η βαθιά των πίστις προς τον Θεόν!
Δεν παύανε ποτέ να Τον υμνούν και δοξολογούν!
Δεν παύανε επίσης να τιμούν και τον Άγιον της εκκλησίας των· γι’ αυτό κι αυτός ουδέποτε τους ξεχνά και θυμάται πάντοτε τους κατοίκους εκείνους και σήμερα ακόμη, αρκεί να αναφέρω το εξής γεγονός:
Πριν μερικά χρόνια ο Χρίστος Θεοδώρου Χριστόπουλος, πατέρας του Αθανασίου Χριστόπουλου, ο οποίος ποτέ δεν επείραζε τα θεμέλια του ναού, εκ του ότι εκεί είχε δικό του χωράφι, κάποτε θέλησε να σκάψη και να ξεκαθαρίση το κτήμα του από τα θεμέλια του ναού.
Καθώς δε έσκαβε και η ημέρα ήταν λαμπρή χωρίς κανένα σύννεφο, τρομακτική αστραπή, σε σχήμα σταυρού, πέρασε κοντά του και σφηνώθηκε σ’ έναν κοντινό κορμό μιας βελανιδιάς, πλάτους 2 μ. (αλλ’ από γηρατειά γκρεμίσθηκε!)
Είναι πολύ συγκινητικό το γεγονός αυτό, ως θαύμα, διότι παραδεχόμαστε πλέον ότι ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος δεν έπαυσε ποτέ να ενδιαφέρεται για τους κατοίκους του έστω και αν αυτοί τον παράτησαν και άφησαν κενόν τον χώρο του με το να δύσει ο ήλιος της ζωής τους και αυτοί κάποτε να μπούνε στο μαύρο χώμα, αφήνοντας τους απογόνους των σε μία νέα και ψηλή τοποθεσία.
Δεν ήθελε βλέπετε να μαυρίση την μνήμην των παλαιών κατοίκων με την σκαπάνην της ξεγνοιασιάς!
Οι κάτοικοι λοιπόν του Βίσου εώρταζαν τον Άγιον στις 8 Μαΐου με μεγάλες τιμές, στη μνήμη του, λέγεται το πανηγύρι κρατούσε δύο ημέρες.
Την ημέρα αυτή δεν γιόρταζαν μόνον αυτοί που είχαν το όνομά του αλλά όλοι οι συγχωριανοί και ήταν μετά τα Χριστούγεννα και το Πάσχα η τρίτη πιο ποθητή ημέρα από όλες τις άλλες του χρόνου.

Η ωραία πύλη του μικρού ναού του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου. (Φωτογραφία: Νίκος Παπακωνσταντόπουλος)

Παρά το γεγονός όμως ότι είχαν βαθιάν πίστιν προς τις θαυματουργικές ικανότητες του Αγίου, οι νεώτεροι απόγονοι του Βεσινίου ηθέλησαν να κάνουν μια μετατροπήν του πανηγυριού για τις 15 Αυγούστου, ημέρα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, για πιο μεγάλη γιορτή δεδομένου ότι και μέχρι σήμερον το πανηγύρι μας παραμένει μέχρι τις 8 Μαΐου. Όχι διότι δεν είχον προτίμησιν στον Άγιο Ιωάννη αλλά διότι είχαν ως εκκλησία την Κοίμησιν της Θεοτόκου και ως εκ τούτου θα ήτο πιο καλύτερα να κάνουνε πανηγύρι στην γιορτή της εκκλησίας των.
Πράγματι· ετοιχοκόλλησαν σε όλα τα χωριά την μετατροπή και εκήρυξαν φυσικά το πανηγύρι για το δεκαπενταύγουστο.
Τη βραδιά εκείνη, όμως, βρέθηκαν σαράντα τον αριθμό Βεσιναίοι ετοιμοθάνατοι από «λυσσαντερία» (: προφανώς δυσεντερία)!
Αφού είδαν το θαύμα αυτό, οι Βεσιναίοι, προσευχήθησαν και υποσχέθηκαν στον Άγιον ότι δεν θ’ αλλάξουν και δεν θ’ αρνηθούν την ημέραν του για πανηγύρι του χωριού.
Πράγματι· το πανηγύρι δεν άλλαξε και οι ασθενείς βρήκαν την υγείαν των (…).

Συνεχίζεται…

-------------
* Ο γερο-Καρυδόγιαννης (Ιωάννης Πανουτσακόπουλος) ήταν η βασική πηγή πληροφοριών για το πρώτο ιστορικό βιβλίο του γράφοντος: «Το Βεσίνι και η Ιστορία του». Με τον μεστό και τόσο γλαφυρό λόγο του κρατήσαμε όλες τις πληροφορίες που μας έδωσε. Μη λησμονούμε ότι μιλάμε για μία εποχή όπου στα μέρη που ζούσαμε το βιβλίο ήταν είδος πολυτελείας και όλες οι πληροφορίες, που είχαμε στο πρωτότυπο βιβλίο ήσαν απο αφηγήσεις ή διηγήσεις γερόντων! Αυτός και ο λόγος, που ακόμη και σήμερα το έργο αυτό βρίσκεται στα συρτάρια του γράφοντος και δεν έχει εκδοθεί διότι πρέπει όλα τα  ιστορικά ή αρχαιολογικά στοιχεία που αναφέρονται μέσα σ' αυτό   να «χτενιστούν»» (διασταύρωση, επαλήθευση, αξιολόγηση κλπ). Δημοσιοποιώ, όμως, την Εισαγωγή του έτσι όπως ακριβώς εγράφη την εποχή ακείνη (1970), για ν' αποπνέει το άρωμα μιάς άδολης και τόσο αγνής εποχής, αλλά και ηλικίας ενός ανθρώπου που ζούσε με την ελπίδα κάποια στιγμή να γίνει (εις μάτην!...) συγγραφέας ή ιστορικός ερευνητής!..