21/03/12 19:43 - Η εξέλιξη των ιδεών στην ελληνική αρχαιότητα!.. (2)

Η εξέλιξη των ιδεών στην ελληνική αρχαιότητα!.. (2)

Ένα αποκαλυπτικό κείμενο του Πανεπιστημίου του Καίμπριτζ για την εξέλιξη των ιδεών στην ελληνική αρχαιότητα (750-500 π.Χ.) η οποία επηρεάστηκε σε μεγάλο βαθ­μό από τρεις παράγοντες: τη συ­νεχή επιρροή της επικής παράδοσης, την εξά­πλωση της γραφής και ανάγνωσης, αλλά και τις κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές αλλαγές που σχετίζονταν με την ίδια την «πόλιν»!.. Διαβάστε το κείμενο που ακολουθεί!..

Συνέχεια από το προηγούμενο…

Εν ολίγοις, οι ομηρικοί χαρακτήρες δεν ήταν φανταστικοί, πρωτόγονοι άνθρωποι, όπως οι φυλές με τις οποίες ασχολήθηκε ο ανθρωπο­λόγος Lucien Levy-Bruhl, χωρίς ίχνος λογικής, ανοργάνωτοι, υποκινούμενοι από το συναί­σθημα, οι οποίοι αντιμετώπιζαν την αιτιότητα μόνο ως απρόβλεπτο αποτέλεσμα αθέατων δυ­νάμεων. Αντίθετα, ήταν πολύ λογικοί άνθρω­ποι, συνήθως ευφυείς, που προσάρμοζαν τις πράξεις και τη συμπεριφορά τους αφ' ενός στην προσεκτική αξιολόγηση της πραγματικότητας, αφ' ετέρου σε ένα περίπλοκο πλέγμα κοινωνι­κών, θρησκευτικών και ιδεολογικών προκατα­λήψεων. Δεν ήταν, όπως ισχυρίζονται πολλοί, ανίκανοι να «λάβουν μία απόφαση». Δεν ενερ­γούσαν με τυχαίες, προληπτικές ή θεόσταλτες παρορμήσεις. Τουναντίον, η συμπεριφορά τους συχνά φαίνεται να ήταν συνειδητή, όπως εν­δεχομένως θα ήταν και η δική μας σε παρόμοι­ες περιστάσεις -ή και περισσότερο. Ο Οδυσ­σέας είναι η προσωποποίηση της μήτιος, του συνδυασμού πανουργίας και ευφυΐας, που οι Έλληνες εξακολουθούν να θαυμάζουν και που εμπνέει τις ενέργειες τους. Ωστόσο, πολλές πρά­ξεις του Οδυσσέα καθορίζονταν κυρίως από την καθαρή και λογική ανάλυση, όπως και αυ­τές των περισσότερων συντρόφων του, οι οποί­οι ήταν λιγότερο ευφυείς. Καθώς ο Οδυσσέας κολυμπά προς την ακτή των Φαιάκων, στην Ε ραψωδία της Οδύσσειας, μόλις ακούει τον ήχο από τον παφλασμό των κυμάτων, ξεκινά ένα με­λαγχολικό, αλλά προσεγμένο και αναλυτικό μο­νόλογο. Σκέφτεται πως εάν προσπαθήσει να βγει στη στεριά με τη βοήθεια του κύματος, το κύμα μπορεί να τον ρίξει στα βράχια. Αν, πάλι, κολυμπήσει κατά μήκος της ακτής, ώσπου να βρει κάποια αμμώδη ακρογιαλιά, υπάρχει κίν­δυνος να τον παρασύρει η θάλασσα στα βαθιά. Οι συνθήκες τον αναγκάζουν να επιλέξει τη δεύτερη εκδοχή και να φτάσει, τελικά, με δυ­σκολία και εξουθενωμένος στην ακτή, στην εκβολή ενός ποταμού. Εκεί, χάνει τις αισθήσεις του. Μόλις όμως συνέρχεται, αμέσως αρχίζει να σκέπτεται τις πιθανότητες και τους κινδύ­νους (Οδύσσεια Ε, 407-87). Αν αποφασίσει να μείνει όλη τη νύχτα στην ανοιχτή παραλία, θα πεθάνει από την παγωνιά, επειδή, συνήθως, πριν την αυγή, στο ποτάμι φυσούν ψυχροί άνεμοι. Εάν, πάλι αποφασίσει να κα­ταφύγει βαθιά μέσα στο δάσος, προκειμένου να βρει καταφύγιο, μπορεί να του επιτεθούν άγρια ζώα. Κι εκεί που σκεπτόταν αυτές τις δύο λύσεις, έκρινε καλύτερο να ανα­ζητήσει καταφύγιο σε μία απο­μονωμένη συστάδα δέντρων, κο­ντά στην ακτή. Συμβίβασε, έτσι, τις δύο εναλλακτικές λύσεις για τους κινδύνους τους οποίους είχε επεξεργα­στεί, συνδυάζοντας θαυ­μάσια την ειδική παρατήρηση με τη γενική πρό­βλεψη. Σε αυ­τή την περιγραφή, πα­ραλείψαμε βεβαίως να αναφέρουμε ορι­σμένα «θεολογι­κά» στοιχεία, που δεν θα έπρεπε να συγκαλύψουν την υποφώσκουσα λογική. Ο Οδυσ­σέας κατάφερε να επιπλεύσει δύο ημέρες στη φουσκωμένη θάλασσα, με τη βοήθεια ενός «αθάνατου μα-ντιλιού», το οποίο του δάνεισε η θα­λασσινή θεότητα Λευκοθέα. Πί­στευε, ακόμη, ότι ο Δίας τον οδή­γησε κοντά στη στεριά, όπως επίσης ότι ο Ποσειδών μηχανευόταν τρόπους για να τον καταστρέψει. Προσευχήθηκε στο θεό του ποταμού, για τον οποίο πίστευε ότι ήλεγχε τα νερά στις εκβολές. Αυτός ο θεός ηρέμησε τα κύματα και του επέτρεψε να βγει ασφαλής στην ξηρά.
Αυτές οι θεϊκές παρεμβάσεις -οι οποίες αντανακλούν μία αντίληψη που ξεπερνά την ήπια ευσέβεια και τη θρησκευτική προκατάλη­ψη- ίσως να ήταν αποδεκτές και από το ομηρι­κό ακροατήριο. Ωστόσο, η παρέμβαση των ομη­ρικών θεών διαδραματίζει πολύ πιο σημαντικό ρόλο και ασκείται σε πολύ προσωπικό επίπεδο. Στην Ιλιάδα, η Ήρα, η Αθηνά, ο Ποσειδών και ο Απόλλων επισκέπτονται αδιάκοπα το πεδίο της μάχης και ελέγχουν την έκβαση των γεγο­νότων, χειραγωγώντας τους αρχηγούς ή σκορ­πώντας τον πανικό στο ένα ή το άλλο στράτευ­μα. Στην Ε ραψωδία, ο Άρης και η Αφροδίτη συμ­μετέχουν στη μάχη, όπου ο Αρης σκοτώνει έναν Αχαιό πολεμιστή και τον ξεγυμνώνει, ενώ η Αφροδίτη στη Γ ραψωδία φροντίζει αυτοπροσώπως να πλαγιάσει η απρόθυμη Ελένη με τον Πάρη (ΙΛιά-δα Ε, 840-4, Γ, 389-420). Οι θεοί παρακολουθούν εν συμβουλίω την εξέλιξη των γεγονότων και σπεύδουν να εκτελέσουν τις εντολές του Δία. Η Ήρα ή ο Ερμής εμφανίζονται ως αγγελιαφόροι των θεών, που μετα­φέρουν οδηγίες στους θνητούς ή σε μικρότερες θεότητες. Επίσης, τα συμ­βούλια των θεών διαδραματίζουν ση­μαντικό ρόλο στο πρώτο μέρος της Οδύσ­σειας, από τη στιγμή, όμως, που δρομολο­γείται η εξέλιξη των γεγονότων, η Αθηνά εμφανίζεται συχνά στον προστατευόμε­νο της Οδυσσέα, στα κρίσιμα σημεία, προκειμένου να καταστρώσουν από κοινού το σχέδιο δράσης.
Αυτή η συστηματική ανά­μειξη των θεών υπερβαίνει την υπερφυσική θρησκευτική λεπτομέρεια, η οποία απλώς διάνθισε την αυτοκαθορι-ζόμενη πράξη του Οδυσ­σέα να κολυμπήσει έως την ακτή. Τίθεται, λοι­πόν, το ερώτημα εάν υπήρχε άνθρωπος, σε οποιοδήποτε στάδιο διαμόρφωσης της παράδοσης των Ομηρικών επών, που να πίστευε πράγματι σε αυτό τον υπέρμετρο βαθμό ελέγχου των ανθρώπων από τους θεούς. Εάν όχι, τότε ο ρόλος των θεών στα έπη αποτε­λούσε -σε με­γάλο βαθμό-μία φανταστι­κή υπόθεση, ένα λογοτεχνικό τέχνα­σμα. Ο βαθμός στον οποίο κάτι τέτοιο αληθεύει, υπήρξε θέμα εκτεταμένων συζη­τήσεων. Πάντως, το λο­γικό συμπέρασμα είναι το εξής: στον Όμηρο βρί­σκουμε πολυάριθμες εν­δείξεις ότι υπήρχε αυθε­ντικό θρησκευτικό αί­σθημα και πίστη προς συγκεκρι­μένες θεότητες, που μπορούσαν να βοηθήσουν ή να βλάψουν, και τις οποίες οι άνθρωποι θα έπρεπε να εξευμενίσουν. Ωστόσο, δεν είναι πα­ρά ποιητικές επινοήσεις οι περισσό­τεροι από τους «μηχανισμούς θεϊκής πα­ρέμβασης», στους οποίους συμπεριλαμβάνο­νται οι σχοινοτενείς συνεδριάσεις των θεών του Ολύμπου και η ακριβής αναπαράσταση των λεπτομερειών της ζωής τους, καθώς και οι δραματοποιημένες ανθρωπομορφικές πα­ρεμβάσεις των θεών στη γη. Αυτό δεν σημαί­νει ότι το ακροατήριο των Ομηρικών επών δεν πίστευε στις θεότητες του Ολύμπου. Ούτε ότι το σύμπλεγμα θεϊκών και ανθρώπινων κινή­τρων, που υποκινούσε τις πράξεις των ηρώ­ων, δεν αντικατόπτριζε στοιχεία της πίστης και της πραγματικής ζωής των ανθρώπων, σε διαφορετικές εποχές και σε διαφορετικούς τό­πους. Κατ' αναλογία, δεν μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι ο Μίλτον και οι αναγνώστες του δεν είχαν ορθόδοξα χριστιανικά αισθήματα για τα ποιητικώς επεξεργασμένα γεγονότα που διαδραματίζονται στον Χαμένο Παράδει­σο. Η θεώρηση που είχαν οι απλοί άνθρωποι για τον κόσμο, γύρω στα 700 π.Χ., ήταν πε­ρισσότερο λογική και συστηματική από εκεί­νη που θα νομίζαμε, αν περιοριζόμασταν μό­νο στην ανάγνωση του Ομήρου. Ενδεχομένως, μάλιστα, οι απλοί άνθρωποι να ήταν ακόμη πιο ορθολογιστές από τους νουνεχείς και προ­σγειωμένους ομηρικούς χαρακτήρες, όπως ο Οδυσσέας, στον οποίο, ωστόσο, οι θρησκευ­τικές προκαταλήψεις διαδραμάτιζαν μικρότε­ρο ρόλο απ' ό,τι σε άλλους Ομηρικούς ήρωες. Σ' αυτό το απλό συμπέρασμα, πρέπει να κάνουμε τρεις τροποποιήσεις και να προσθέ­σουμε μία υποσημείωση. Πρώτον, για να χρη­σιμοποιήσουμε ένα ήδη γνωστό επιχείρημα, η αποδοχή της ποιητικής θεώρησης του θεϊ­κού στοιχείου από το ομηρικό ακροατήριο απο­τελούσε τμήμα της πνευματικής και συναι­σθηματικής κατάστασης του. Δεύτερον, η ομη­ρική παράδοση είχε την τάση να παρουσιάζει την τελετουργική πλευρά της θρησκείας της επο­χής, όπως θα έπρεπε να είναι. Παραδείγματος χά­ριν, εκτός από τη συνή­θεια να καίνε τα οστά των μηρών και τα εσωτερικά μέρη πριν από ορισμένα γεύματα και τέσσερις ή πέντε δη­μόσιες θυσίες (στις οποίες συ­μπεριλαμβάνονται το ολοκαύτωμα για να εξευμενίσουν τον Απόλλωνα στην Ιλιάδα [ραψωδία Α], η θυσία και ο όρκος πριν από τη μονομαχία στην Ιλιάδα [ραψωδία Γ] και η θυσία στον Ποσει­δώνα στις ακτές της Πϋλου στην Οδύσσεια [ρα­ψωδία Γ]), υπάρχουν ελάχιστες αναφορές σε θρησκευτικές τελετουργίες και καμία σε γε­ωργικές τελετουργίες, ακόμη και στην Οδύσ­σεια, όπου περιγράφεται εκτενέστερα το οι­κιακό περιβάλλον. Τρίτον, το κοινό των επών δεν μπορεί να συμμεριζόταν την αντίληψη της προσωπικής τιμής που είχαν οι ήρωες, τουλά­χιστον προς το τέλος της περιόδου. Κατά πά­σα πιθανότητα, το κοινό θεωρούσε τις ηγεμο­νικές και στρατιωτικές αξίες του Αχιλλέα, του Αγαμέμνονα και του Αίαντα αρκετά αρχαϊκές. Όσον αφορά την υποσημείωση, πρόκειται για το βαθμό κατά τον οποίο ο ίδιος ο Όμηρος (δη­λαδή, ο πρωταρχικός συνθέτης της μνημειώ­δους Ιλιάδας στα μέσα του 8ου αιώνα π.Χ.) συ­νέβαλε στο σχηματισμό του μυθολογικού και θεϊκού υπόβαθρου των επών. Προφανώς και­νοτόμησε, με τις λεπτομέρειες από τις μονο­μαχίες των θεών και τις γιορτές στον Όλυμπο. Ωστόσο, η φύση και η αποστολή κάθε θεού, όπως και οι ακριβείς σχέσεις μεταξύ τους, ήταν ήδη γνωστές. Αυτό φαίνεται από την τυπο­ποιημένη γλώσσα με την οποία μιλούν οι θε­ότητες, αλλά και από την έλλειψη επεξηγημα­τικών σχολίων κατά την πρώτη εμφάνιση τους στην εξέλιξη των επών. Για παράδειγμα, είναι γνωστό από την αρχή ότι η Αφροδίτη στην Ιλιά­δα (ραψωδία Γ) υπερτερεί σε θέματα ερωτικού πάθους. Επίσης, η ιδέα ότι οι θεοί συνεδριά­ζουν προϋπάρχει από πολύ παλιά και οι ρίζες της ανάγονται στη λογοτεχνία των Ακκαδίων και των Σουμερίων. Επομένως, δεν μπορούμε να αμφισβητήσουμε ότι μεγάλο μέρος από το θεολογικό και πνευματικό υπόβαθρο των επών είχε δημιουργηθεί πριν από τον 8ο αιώνα π.Χ. Το ίδιο ισχύει και για το κοινωνικό περιεχό­μενο τους.

Συνεχίζεται...


ΠΗΓΗ: Πανεπιστήμιο Καίμπριτζ: «Ιστορία της Αρχαίας Ελλάδας». Κεφάλαιο: «Η εξέλιξη των ιδεών (750-500 π.Χ.)»