21/03/12 21:02 - Θύμησες και αναμνήσεις!... (2)

Θύμησες και αναμνήσεις!... (2)

Το πρώτο και αδημοσίευτο συγγραφικό κείμενο ενός νέου ηλικίας μόλις 20 ετών ο οποίος το 1970, έχοντας ως μοναδική πηγή την σοφία των γερόντων και συντροφιά τη φύση, τα πουλιά και τα άδολα ζώα, έπιανε για πρώτη φορά την πέννα για να γράψει την ιστορία του τόπου του κάτω από τις γέρικες βελανιδιές ή τα πλατάνια, όπου σιγομουρμούριζαν δίπλα του τα γάργαρα νερά του ξεροπόταμου! Αυτό, λοιπόν, το κείμενο (του γράφοντος δηλαδή) όπως ακριβώς εγράφη την εποχή εκείνη, «ασκάλιστο και απελέκητο», που λέει ο λαός, για να αποπνέει το άρωμα μιας νεανικής ηλικίας, το αφιερώνουμε σήμερα σε έναν καλαβρυτινό λόγιο, τον ακούραστο σμιλευτή του λόγου και της πέννας, αλλά και ακοίμητο φρουρό της λαογραφικής μας παράδοσης κ. Νίκο Παπακωνσταντόπουλο!


Το εκκλησάκι του Αγίου Ιωάννου Θεολόγου, στον παραδοσιακό οικισμό Βεσινίου Καλαβρύτων. (Φωτογραφία: Νίκος Παπακωνσταντόπουλος)

ΤΟ ΒΕΣΙΝΙ ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ
Θρύλοι και Παραδόσεις
(Τι μου διηγήθηκε ο γερο-Καρυδόγιαννης*)


Συνέχεια από το προηγούμενο…

Είπαμε λοιπόν ότι (οι Βεσιναίοι) είχαν βαθιά πίστι πρώτα προς τον Θεό, τον Χριστό, και την Παναγία και κατόπιν προς τους Αγίους.
Οι … δυστυχισμένοι όμως είχαν και την ψυχήν των κυριευμένη από το πάθος της προλήψεως και δεισιδαιμονίας!
Πίστευαν δηλαδή ότι το κάθε χωριό είχε για προστάτη του ένα… στοιχειό!
Το στοιχειό αυτό το εφαντάζοντο σαν ένα τέρας υπεράνθρωπο και με υπερφυσικές ικανότητες.
Κάθε τόσο το στοιχειό του κάθε χωριού ερχότανε σε μονομαχία με τον … συνάδελφό του τού άλλου χωριού!
Η μονομαχία γινόταν στο βουνό που χωρίζει τα σύνορα των δύο χωριών· π.χ. στην Μεγάλη Ράχη, αν πάλευαν τα δύο στοιχειά των Νασίων και του Βεσινίου (ή μάλλον του Βίσου), μετά τα μεσάνυχτα. Αυτά έπαιρναν την μορφή τράγου, ή κριαριού, βοδιού ή μοσχαριού κ.λ.π. με κατάμαυρο τρίχωμα στο κορμί των.
Συνήθως το… δικό μας στοιχειό πολεμούσε εναντίον του στοιχειού των Νασίων και όποιο από τα δύο νικούσε, αλίμονο στο χωριό του νικημένου στοιχειού! Συμφορές και θάνατοι σκορπίζανε σε όλα τα σημεία του χωριού!
Οι κάτοικοι του χωριού μας … καταλάβαν κάποια στιγμή ότι το στοιχειό του Βίσου νικήθηκε από το τέρας των Νασίων και ο πανικός ήτο ζωγραφισμένος στο πρόσωπο και την ψυχήν των.
Η αλήθεια όμως ήταν αυτή:
Τον καιρό εκείνο γιατροί δεν υπήρχαν. Την δουλειά αυτή την έκαναν οι λεγόμενοι: «κομπογιαννίτες» με διάφορα βοτάνια και άλλα… «γιατρολογήματα». Υπήρχαν όμως και οι πρακτικοί γιατροί οι οποίοι πολλές φορές κάνανε χρυσές δουλειές, με το… αζημίωτον βέβαια·
Όταν λοιπόν ερχόταν καμμιά επιδημία, οι γιατροί του καιρού εκείνου δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα και ο θάνατος ήταν το φυσικόν επακόλουθον.
Κατά αυτόν τον τρόπον δεν πέθαινε μόνον ένας, αλλά πολλοί μαζί και φυσικά η καταχνιά του θανάτου σκέπαζε πολλές πόρτες.
Η επιδημία μπορεί να ήταν καμμία γρίπη, βαριάς μορφής, με αποτέλεσμα ο ασθενής να πάθαινε πνευμονία και να πέθαινε αμέσως ή καμμία ευλογιά ή τέλος πάντων κάποια άλλη ασθένεια η οποία, οπωσδήποτε, κατά την σημερινήν εποχήν θεωρείται ασήμαντος.
Σε ποιόν λοιπόν οι κάτοικοι θα ρίχνανε τα σπασμένα; Στο… στοιχειό, φυσικά.
Ο νους των δεν μπορούσε ν’ αλλάξη αυτή την ιδέα η οποία είχε «καρφωθή» γερά στο μυαλό των.
Αλλά ποιός μπορεί να μην τους ρίξη δίκηο;
Ποιός μπορούσε να τους καθοδηγήση και να τους φωτίση με την πραγματική αλήθεια; Ποιος ήταν γραμματισμένος; Σχεδόν κανείς φυσικά.
Έτσι λοιπόν οι δυστυχισμένοι κάτοικοι έχαναν το θάρρος και δεν μπορούσαν να εννοήσουν ότι δεν ήσαν νικημένοι από το «στοιχειό» αλλά ήταν μία μπόρα επιδημίας και η οποία μπόρα φυσικά κάποτε θα περνούσε!
Τι έπρεπε λοιπόν να κάνουν; Πώς θα εγλίτωναν από την οργή του στοιχειού;
Έπρεπε οπωσδήποτε να βρουν μία λύσι διότι τα χρόνια περνούσαν και άφηναν στο χωριό τους πληγές από διάφορες επιδημίες.
Ώσπου τελικά οι κάτοικοι του Βίσου αποφάσισαν κάτι πιο σοβαρό, κάτι πιο τέλειο γι’ αυτούς:
Την μεταφορά του χωριού!

Ένα από τα ρυάκια του χωριού μας, στο Βεσίνι Καλαβρύτων. (Φωτογραφία: Νίκος Παπακωνσταντόπουλος).

Την αφορμή την έδωσε μία άλλη… «επιδημία», πιο χειρότερη από όλες τις άλλες. Μία επιδημία η οποία κράτησε τα σκήπτρα της επί τετρακόσια περίπου χρόνια όχι μόνον στον Βίσο αλλά σε όλα τα μέρη της Πατρίδος μας!
Η επιδημία – θάνατος που λέγεται: Τούρκος!
Όταν λοιπόν οι αλλόπιστοι έγιναν κυρίαρχοι της Ελλάδος, μετά την Άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως, στις 29 Μαΐου 1453, ημέρα Τρίτη, άρχισαν να καταπατούν όχι μόνον το χιλιοδοξασμένο χώμα μας αλλά και τα κορμιά των Ελλήνων.
Αυτό συνέβη φυσικά και στην Πελοπόννησο για να φτάση το πόδι τού αιμοβόρου κατακτητού και στα δικά μας χωριά, χωρίς εξαίρεσιν φυσικά και στον Βίσο.
Για μια ακόμη φορά λοιπόν οι απόγονοι της αρχαίας Πάου έπιασαν στην κορφή του βουνού, σχεδόν, για ν’ αναπνέουν τουλάχιστον τον αέρα της βουνίσιας ελευθερίας από τον αέρα της τουρκικής σκλαβιάς!
Και δεν άργησε να έλθη η ημέρα της μεταφοράς του χωριού.
Από τις χαράδρες που ζούσαν πρώτα, πήγαν και ύψωσαν τις νέες κατοικίες των στο αγέρωχο μέρος όπου εμείς οι νέοι είδαμε το πρώτο φως, στο μέρος όπου νιώσαμε την πρώτη χαρά, την πρώτη λύπη, την ευτυχία, την αποδοκιμασία κ.λ.π.: Στη σημερινή τοποθεσία του χωριό μας, το Βεσίνι.
Φύγανε από τον Βίσο αφού πρώτα με τα χέρια των γκρέμισαν τα παλαιά σπίτια, για να κτίσουν τα νέα στο νέο χωριό.
Ένα χωριό πραγματικό λιοντάρι για τους άλλους όπου πάνω σ’ αυτό ποιος μπορεί ν’ αναμετρήση πόσες θύελλες και μπόρες και ποιοι τις πέρασαν για να το εξολοθρεύσουν χωρίς καν να το κατορθώσουν.
Ένα λιοντάρι που βαπτίσθηκε απ’ τα νερά τα οποία μετέφεραν τα ίδια τα άλογα του Προφήτη Ηλία, μέσα απ’ τις κρυστάλλινες πηγές του Αγίου, όπου γάργαρες κυλάνε μουρμουρίζοντας κάποιον βουνίσιο σκοπό, στο καταπράσινο δάσος. Ένα σκοπό που συνεχώς λέει κάποιο όνομα. Το όνομα του νέου χωριού μας: «BEΣINI» της επαρχίας Καλαβρύτων! (…)

Συνεχίζεται…

ΥΠΕΝΘΥΜΙΣΗ:

* Ο γερο-Καρυδόγιαννης (Ιωάννης Πανουτσακόπουλος) ήταν η βασική πηγή πληροφοριών για το πρώτο ιστορικό βιβλίο του γράφοντος: «Το Βεσίνι και η Ιστορία του». Με τον μεστό και τόσο γλαφυρό λόγο του κρατήσαμε όλες τις πληροφορίες που μας έδωσε. Μη λησμονούμε ότι μιλάμε για μία εποχή όπου στα μέρη που ζούσαμε το βιβλίο ήταν είδος πολυτελείας και όλες οι πληροφορίες, που είχαμε στο πρωτότυπο βιβλίο ήσαν απο αφηγήσεις ή διηγήσεις γερόντων! Αυτός και ο λόγος, που ακόμη και σήμερα το έργο αυτό βρίσκεται στα συρτάρια του γράφοντος και δεν έχει εκδοθεί διότι πρέπει όλα τα ιστορικά ή αρχαιολογικά στοιχεία που αναφέρονται μέσα σ' αυτό να «χτενιστούν»» (διασταύρωση, επαλήθευση, αξιολόγηση κλπ). Δημοσιοποιώ, όμως, την Εισαγωγή του έτσι όπως ακριβώς εγράφη την εποχή ακείνη (1970), για ν' αποπνέει το άρωμα μιάς άδολης και τόσο αγνής εποχής, αλλά και ηλικίας ενός ανθρώπου που ζούσε με την ελπίδα κάποια στιγμή να γίνει (εις μάτην!...) συγγραφέας ή ιστορικός ερευνητής!..