22/03/12 22:25 - Πληθαίνουν οι ενδείξεις της μετά θάνατον ζωής;

Πληθαίνουν οι ενδείξεις της μετά θάνατον ζωής;

Τι λένε διάφοροι ξένοι πανεπιστημιακοί γιατροί που εξέτασαν ασθενείς οι οποίοι ήσαν κλινικώς νεκροί μετά από ένα ατύχημα και «επέστρεψαν» στη ζωή ή διάφορες άλλες μαρτυρίες ανθρώπων, οι οποίοι, όπως λέει μια ελληνική παροιμία, «είδαν τον Χάρο με τα μάτια τους»!..


Ζωή μετά τον θάνατο
Οι ενδείξεις πληθαίνουν

Ένα προαιώνιο και βασανιστικό ερώτημα κάτω από το φως της νεότερης έρευνας
Της ΜΑΙΡΗ ΑΝΝ Ο΄ ΡΩΡΚ

Η ΒΙΡΤΖΙΝΙΑ ΦΑΛ υποβαλλόταν σε μια συνηθισμένη εγχείρηση αμυγδαλών, όταν κάποια στιγμή η καρδιά της σταμάτησε. «Εντελώς ξαφνικά άρχισα να ανεβαίνω μέσα σε μια άσπρη ομίχλη» διηγείται. «'Υστερα σκοτείνιασαν όλα. Δεν φοβόμουν ένιωθα μόνο λίγο περίεργα. Αισθάνθηκα μιαν απόλυτη αγάπη και ηρεμία να βγαίνουν μέσα από έναν λαμπερό κύκλο φωτός και να με τυλίγουν. Δεν πήγαινα στην εκκλησία, δεν πίστευα σ' αυτά. Ήξερα όμως πως αυτό το φως ήταν ο Θεός, κι ακτινοβολούσε τόση αγάπη και χαρά, που ήθελα να πάω κοντά του για πάντα. Τότε ήρθαν στη σκέψη μου τα δύο παιδιά μου. Είχα να εκπληρώσω απέναντι τους ένα καθήκον κι έπρεπε να επιστρέψω».
Τα αρχεία του νοσοκομείου αναφέρουν πως οι γιατροί εγχείρησαν αμέσως την κυρία Φαλ, ανοίγοντας το στήθος της για να κάνουν μασάζ στην καρδιά της. «Το επόμενο πράγμα που θυμάμαι ήταν η νοσοκόμα που στεκόταν από πάνω μου. Αργότερα άρχισαν να έρχονται γιατροί και νοσοκόμες και με ρωτούσαν πως νιώθει κανείς όταν πεθαίνει».
Τέτοιες μαρτυρίες δεν είναι κάτι καινούργιο. Πολλοί ασθενείς έχουν διηγηθεί ανάλογα περιστατικά. Το νέο στοιχείο είναι πως οι γιατροί και οι επιστήμονες γενικά τις αντιμετωπίζουν τώρα με σοβαρότητα και με διάθεση να τις μελετήσουν σχολαστικά. Οι επιστήμονες που κάποτε ίσως αμφισβητούσαν την αλήθεια τέτοιων μαρτυριών, σήμερα πείθονται όλο και περισσότερο για την αυθεντικότητά τους.
Η δρ Ελίζαμπεθ Κούμπλερ-Ρος, ψυχίατρος και συγγραφέας του βιβλίου On Death and Dying, έχει αναφερθεί σε διαλέξεις της σε πολυάριθμες περιπτώσεις «ουράνιων εμπειριών» ανθρώπων που βρέθηκαν στα πρόθυρα του θανάτου. Επίσης, το 1975, ο δρ Ρέυμοντ Α. Μούντυ δημοσίευσε το Life After Life, όπου αναφέρει πάνω από εκατό τέτοιες περιπτώσεις που συνάντησε στην καριέρα του.
Αλλά όσο κι αν ήταν ενδιαφέρουσες αυτές οι ιστορίες, είχαν μελετηθεί και καταγραφεί με αυστηρά επιστημονικές μεθόδους. Το ερώτημα ήταν αν θα άντεχαν σε σχολαστική εξέταση. Ο ψυχολόγος και καθηγητής του Πανεπιστημίου του Κοννέκτικατ Κέννεθ Ρινγκ, γοητευμένος από αυτές τις μαρτυρίες, ανέλαβε να βρει μια νέα ομάδα ατόμων που είχαν φτάσει πολύ κοντά στον θάνατο, για να συγκεντρώσει τις πληροφορίες που θα του έδιναν και να τις αναλύσει επιστημονικά.
Κατά τη διάρκεια της έρευνάς του διαπίστωσε ότι άντρες και γυναίκες- διαφορετικής ηλικίας, μόρφωσης, χαρακτήρα και κοινωνικής προέλευσης- μιλούσαν όλοι για το ίδιο πράγμα: Μια «εσώτερη εμπειρία», όπως την αποκάλεσε, την οποία είχαν τη στιγμή που κόντευαν να πεθάνουν ή που θεωρούνταν κλινικά νεκροί. Διηγήθηκαν πως βρέθηκαν έξω από τα σώματά τους, χωρισμένοι από αυτά, πως επικοινωνούσαν με αγαπημένα τους πρόσωπα που είχαν πεθάνει, πως γλιστρούσαν μέσα σ' ένα σκοτεινό τούνελ προς ένα λαμπρό φως, πως έφταναν σ' ένα κατώφλι, αλλά έκαναν πίσω, συνήθως από μια συναίσθηση ευθύνης προς ζωντανά πρόσωπα. Οι μαρτυρίες αυτές είχαν παραλλαγές, ωστόσο οι αντιδράσεις ήταν πάντα οι ίδιες: Μια αίσθηση ανακούφισης και ψυχικής ευφορίας στην οποία ήθελαν να παραμείνουν. Αυτή η αίσθηση συχνά επέστρεφε κι επηρέαζε τη ζωή τους μέσα στον «γήινο» κόσμο.
Άσχετα από τις μέχρι τότε αντιλήψεις τους και τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις, οι περισσότεροι από αυτούς τους ανθρώπους ήταν βέβαιοι πως είχαν αντικρίσει μιαν ανώτερη δύναμη, γεμάτη αγάπη, και πως είχαν «ζήσει» μια στιγμή από τη μέλλουσα ζωή.
Στη διάρκεια της ερευνάς του, ο Ρινγκ μελέτησε ορισμένους παράγοντες. Μήπως αυτές οι, αντιδράσεις προκαλούνταν από τα φάρμακα ή τη νάρκωση; Ίσως, αλλά σε πολλές περιπτώσεις οι ασθενείς δεν είχαν υποβληθεί σε νάρκωση. Σε άλλες περιπτώσεις η νάρκωση και τα φάρμακα που είχαν χρησιμοποιηθεί θεωρήθηκε απίθανο να είχαν προκαλέσει τέτοιες αντιδράσεις. Ο Ρινγκ μάλιστα πιστεύει πως τα φάρμακα και η αναισθησία μπορούν να οδηγήσουν στο να ξεχάσει κανείς μια τέτοια εμπειρία θανάτου.
Μήπως εκείνες oι εμπειρίες ήταν παραισθήσεις που προκλήθηκαν από κάποιο τοξικό σοκ; Και πάλι, αυτό μπορεί να ήταν ένας παράγοντας, οι παραισθήσεις όμως είναι συνήθως σποραδικές, ασύνδετες, και παρουσιάζουν μεγάλες διαφορές μεταξύ τους ανάλογα με το άτομο, ενώ αυτές οι ιστορίες ήταν ξεκάθαρες, με συνέπεια και προσγειωμένη αίσθηση της πραγματικότητας. Μια ψυχίατρος που είχε παρόμοια εμπειρία είπε στον Ρινγκ ότι γνώριζε καλά πως ναι ένα όνειρο η μια παραίσθηση, και ότι η εμπειρία της δεν ήταν τίποτα από αυτά.
Μήπως οι άνθρωποι που αντικρίζουν τον θάνατο βλέπουν αυτό που θέλουν να δουν; Δεν είναι απαραίτητο να συμβαίνει αυτό. Μερικοί από τους ανθρώπους που εξέτασε ο Ρινγκ δεν είχαν καμιά προειδοποίηση ότι η ζωή τους κινδυνεύει, και πολλοί από αυτούς δεν ενδιαφέρονταν για μια ευτυχισμένη μετά θάνατον ζωή. (Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για 36 απόπειρες αυτοκτονίας που μελέτησε ο Ρινγκ: οι περισσότεροι είχαν ελπίσει ότι θα δώσουν οριστικό τέρμα στην ύπαρξή τους.)
Τέλος, μήπως αυτή η «θέα του θανάτου» ήταν απλώς ένα στιγμιαίο, ανεξήγητο επεισόδιο, σαν την αστραπιαία προαίσθηση που έχουμε καμιά φορά ότι θα χτυπήσει το τηλέφωνο; Προφανώς όχι. Μιλούμε για εμπειρίες που προκάλεσαν ένα είδος μεταμόρφωσης στη ζωή των ατόμων που τις γνώρισαν, στη συμπεριφορά και τα πιστεύω τους, στην τάση τους να αγαπούν και να βοηθούν τους άλλους. «Είμαι πεπεισμένος» λέει ο Ρινγκ «πως αυτές οι εμπειρίες ήταν απόλυτα αυθεντικές».
Τον μεγαλύτερο ίσως αριθμό κλινικών περιπτώσεων, τον συγκέντρωσε τα τελευταία 19 χρόνια ο δρ Φρεντ Γ. Σούνμεηκερ, διευθυντής των Καρδιαγγειακών Υπηρεσιών του Νοσοκομείου Σαιντ Λουκ, στο Ντένβερ. Έχει συγκεντρώσει ιατρικά αρχεία και κλινικά χρονικά από 2.300 ασθενείς που έφτασαν στο κατώφλι του θανάτου. Από αυτούς, πάνω από 1.400 αναφέρουν πως είχαν εμπειρίες από τον παρά λίγο θάνατό τους παρόμοιες με αυτές που μελέτησε ο Ρινγκ.
Οι σκεπτικιστές απορρίπτουν τέτοιες εμπειρίες, επικαλούμενοι σαν αίτιά τους την εγκεφαλική ανοξία, δηλαδή την έλλειψη οξυγόνου στον εγκέφαλο. Στο Νοσοκομείο Σαιντ Λουκ όμως, χρησιμοποιούνται εξελιγμένα μηχανήματα για να καταγράφουν τα σημάδια ζωής των ασθενών. Τα στοιχεία δείχνουν πως άφθονο οξυγόνο διοχετευόταν συνεχώς για την ομαλή λειτουργία του εγκεφάλου. Μια άλλη εξήγηση των αμφισβητιών για τις εμπειρίες στο κατώφλι του θανάτου είναι οι ανωμαλίες που παρουσιάζουν τα κύματα που διατρέχουν τον εγκέφαλο στις τελευταίες στιγμές. Ωστόσο, σε πολλές από τις περιπτώσεις του Σούνμεηκερ τα κύματα στα ηλεκτροεγκεφαλογραφήματα που μετρούν τη δραστηριότητα του εγκεφάλου επιπεδώνονταν για περιόδους από 30 λεπτά μέχρι 3 ώρες, δηλαδή πολύ περισσότερο από τον χρόνο κατά τον οποίο ένα άτομο θεωρείται κλινικώς νεκρό. Κι όμως οι ασθενείς γύριζαν στη ζωή, μερικές φορές με ανεξήγητο τρόπο, και ανέφεραν εμπειρίες γαλήνης, ανακούφισης και ομορφιάς.
«Οι περισσότεροι γιατροί δεν έχουν την ευκαιρία να ακούσουν τέτοιες διηγήσεις» λέει ο δρ Μάικλ Σάμπομ, υφηγητής της Καρδιολογίας στο Πανεπιστήμιο Έμορυ της Ατλάντα. «Οι άνθρωποι φοβούνται πως ο κόσμος κι οι γιατροί θα γελάσουν μαζί τους, κι έτσι κρατούν τις εμπειρίες για τον εαυτό τους». Ο ίδιος ο Σάμπομ ήταν από τους πρώτους που θα τους αγνοούσε. «Διάβασα το βιβλίο του Ρέυμοντ Μούντυ όταν πρωτοβγήκε» λέει «κι ήμουν πολύ επιφυλακτικός. Εκείνη την εποχή όμως ειδικευόμουν στο καρδιαγγειακό σύστημα στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου της Φλόριντα κι αντιμετώπιζα καθημερινά ανθρώπους με καρδιακές προσβολές. Έτσι, μαζί μ' έναν ψυχίατρο κοινωνικό λειτουργό αρχίσαμε να μελετούμε αυτά τα φαινόμενα για λογαριασμό μας».
Τα τελευταία 4 χρόνια ο Σάμπομ ερεύνησε 120 περιπτώσεις ασθενών που έφτασαν πολύ κοντά στον θάνατο. Τον ενδιέφεραν ιδιαίτερα οι εκτός σώματος εμπειρίες, οι ιστορίες σύμφωνα με τις οποίες οι άνθρωποι άφηναν τα χωρίς αισθήσεις σώματά τους, για να παρακολουθήσουν τα συμβάντα από μιαν άλλη οπτική γωνία, συνήθως από ψηλά. «Όταν άρχισα να ερευνώ αυτές τις ιστορίες» λέει ο Σάμπομ «ανακάλυψα πως μερικοί ασθενείς μπορούσαν να μου περιγράψουν με λεπτομέρειες, και με τη σωστή σειρά, τι ακριβώς είχε συμβεί στο σώμα τους πάνω στο χειρουργικό τραπέζι. Κάποιος μου αφηγήθηκε πως πετούσε πάνω από το σώμα του και παρακολουθούσε τους χειρούργους να εργάζονται. Περιέγραψε τα εργαλεία, πώς ήταν η καρδιά του, κι όλη τη χειρουργική διαδικασία. Έμεινα κατάπληκτος• δεν υπήρχε καμιά ένδειξη από το παρελθόν του ότι μπορούσε να έχει αποκτήσει αυτές τις ιατρικές γνώσεις αλλού. Σε μιαν άλλη περίπτωση, η καρδιά ενός ασθενούς σταμάτησε να χτυπά για 4-5 λεπτά, και μας περιέγραψε τι ακριβώς έγινε σ' αυτό το διάστημα. Κατά τη γνώμη μου, αυτή είναι η ισχυρότερη ένδειξη πως τέτοιες εμπειρίες δεν είναι παραισθήσεις ή φαντασιώσεις. Κάτι πρέπει να συμβαίνει, κάτι που δεν εξηγείται με τους γνωστούς τρόπους».
Οι άπιστοι Θωμάδες όμως δεν το βάζουν κάτω. Διατυπώνουν τη θεωρία πως η αίσθηση της απομόνωσης και η αγωνία προκαλούν μια προστατευτική διαταραχή του μυαλού• πως το εγώ νιώθει να απειλείται με καταστροφή κι αντιδρά στο ανυπόφορο άγχος με μια ύστατη δυναμική πράξη αυταπάρνησης. Μερικοί επιμένουν πως το πανίσχυρο τραύμα του θανάτου ανακαλεί τη μνήμη της γέννησης, και πως η πορεία μέσα στο σκοτεινό τούνελ προς το φως που περιμένει είναι απλώς μια στιγμιαία ανάμνηση μιας άλλης μεταβατικής στιγμής.
Πάντως, οι σοβαροί ερευνητές λένε πως τέτοιες «αιτιολογίες» είναι επιπόλαιες κι απλοϊκές, Ο κοινωνιολόγος Τζων Ωντέτ, διευθυντής της Διεθνούς Εταιρείας Μελετών Περιστατικών κοντά στον Θάνατο, λέει: «Είναι αλήθεια πως μερικές περιπτώσεις μπορούν να εξηγηθούν από τις βιοχημικές και φυσιολογικές συνθήκες. Περιστατικά αυτής της κατηγορίας όμως αποτελούν μικρό ποσοστό του μεγάλου αριθμού και της τεράστιας ποικιλίας αυτών των εμπειριών. Αν οι επιφυλακτικοί ερευνητές μελετούσαν τις περιπτώσεις μας σε βάθος, θα το καταλάβαιναν κι οι ίδιοι».
Οι ιατρικοί ερευνητές θεωρούν τώρα αυτές τις περιπτώσεις μαθήματα για τους ζωντανούς. Ελπίζουν πως το κοινό θα τις αποτιμήσει με σύνεση, και δεν θα σπεύσει να μυθοποιήσει ρομαντικά τον θάνατο ή να τον αναζητήσει. Ο Κέννεθ Ρινγκ λέει: «Ένα συμπέρασμα από αυτές τις εμπειρίες είναι ότι οι άνθρωποι επιστρέφουν πεπεισμένοι πως η ανθρώπινη ζωή είναι πολύτιμη, πως είναι σφάλμα να ανατρέπουμε τη φυσική τάξη των πραγμάτων τερματίζοντας τη ζωή μας με τη θέλησή μας».
Ο δρ Μπρους Γκρέυσον, υφηγητής της Ψυχιατρικής στο Ιατρικό Κέντρο του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν στο Ανν Άρμπορ, έχει μελετήσει πάνω από 150 περιστατικά ανθρώπων που έφτασαν στον θάνατο, στην περιοχή του Μίσιγκαν. Το ενδιαφέρον του συγκεντρώνεται στις απόπειρες αυτοκτονίας. Ανακάλυψε ότι «οι άνθρωποι που ζουν αυτές τις εμπειρίες αποκτούν έναν αληθινό σκοπό στη ζωή τους όταν συνέλθουν. Αν και δεν φοβούνται πια τον θάνατο έχουν βρει ένα μεγαλύτερο νόημα στη ζωή».
Πολλοί ερευνητές, παρ' όλο που πιστεύουν ακράδαντα ότι η ανθρώπινη ύπαρξη επιζεί και συνεχίζεται σ' έναν άλλο κόσμο, ξεκαθαρίζουν ότι ο καθένας πρέπει να αποφασίσει για τον εαυτό του. «Εξαρτάται από το άτομο το πώς θα εντάξει αυτή τη γνώση στη ζωή του» λέει ο δρ Μούντυ. Ο Μάικλ Σάμπομ προσθέτει: «Από ένα σημείο κι ύστερα, μόνο υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε για το αν αυτές οι εμπειρίες έχουν συνέχεια. Αυτοί που πλησίασαν τον πραγματικό φυσικό θάνατο δεν έχουν καμία αμφιβολία: είναι σίγουροι πως έριξαν μια ματιά σ' αυτό που είναι να 'ρθει».
Ο δρ Ίαν Στήβενσον, καθηγητής της Ψυχιατρικής στο Ιατρικό Κέντρο του Πανεπιστημίου της Βιρτζίνια, μελέτησε, τα τελευταία 20 χρόνια, διάφορα στοιχεία σχετικά με τη μετά θάνατον ζωή, καθώς κι αρκετές περιπτώσεις ατόμων που πλησίασαν τον θάνατο. Επισημαίνει και αυτός ότι οι άνθρωποι πρέπει να αντιμετωπίσουν αυτή τη γνώση και «να κρίνουν για τον εαυτό τους». Προσωπικά όμως, ο δρ Στήβενσον εκπροσωπεί πολλούς μελετητές αυτού του φαινομένου, όταν, λέει: «Υπάρχουν αυξανόμενες ενδείξεις ότι ζούμε με¬τά τον θάνατό μας. Το βρίσκω φρόνιμο να είμαστε προετοιμασμένοι για την πιθανότητα που κάτι τέτοιο θα αληθεύει». (Πηγή: «Επιλογές από το Reader’s Digest, Ιούνιος 1982, σελ. 41-45. Οι υπογραμμίσεις δικές μας).
ΜΟΝΟ Ο ΘΕΟΣ!...
Από πλευράς μας, θα θέλαμε να τονίσουμε ότι όλα αυτά είναι ένας επιστημονικός τρόπος για να δούμε ποιο είναι περίπου το «σκηνικό» της μετά θάνατον ζωής, αλλά οι άνθρωποι θα πρέπει να πιστεύουν στον Θεό και να μην επιχειρούν να χάσουν τη ζωή τους για να δουν αν θα … ξαναζήσουν!!
Αυτού του είδους οι επιχειρηματολογίες, που δεν έχουν, ασφαλώς, σχέση μ' αυτά που λένε οι παραπάνω επιστήμονες, καλούνται «πεισιθανάτιες θεωρίες», κάτι που έκαναν ορισμένοι αρχαίοι, για να σε πείσουν να … αυτοκτονήσεις! Ένα θέμα αποκρουστικό και απάνθρωπο ως ιδέα, αλλά και ως εφαρμογή ακόμη και σ’ αυτούς που επιζητούν τον θάνατο (ευθανασία) αφού είναι αλήθεια ότι μόνος άνθρωπος που μπορεί να σου αφαιρέσει τη ζωή είναι μονάχα αυτός, που σου την χάρισε. Κι αυτός που σου χάρισε τη ζωή είναι ο Θεός!.