23/03/12 18:48 - Η εξέλιξη των ιδεών στην ελληνική αρχαιότητα!.. (3)

Η εξέλιξη των ιδεών στην ελληνική αρχαιότητα!.. (3)

Ένα αποκαλυπτικό κείμενο του Πανεπιστημίου του Καίμπριτζ για την εξέλιξη των ιδεών στην ελληνική αρχαιότητα (750-500 π.Χ.) η οποία επηρεάστηκε σε μεγάλο βαθ­μό από τρεις παράγοντες: τη συ­νεχή επιρροή της επικής παράδοσης, την εξά­πλωση της γραφής και ανάγνωσης, αλλά και τις κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές αλλαγές που σχετίζονταν με την ίδια την «πόλιν»!.. Διαβάστε το κείμενο που ακολουθεί!..

Συνέχεια από το προηγούμενο…

Το ύφος του Ομήρου, καθώς και το θέμα του, συμβάλλει στην εξαγωγή συμπερασμάτων σχετικά με τις ιδέες και τις νοητι­κές διαδικασίες, σε μία πε­ρίοδο για την οποία δεν υπάρχουν τεκμήρια. Πα­ραδείγματος χάριν, είναι πολϋ ση­μαντικό ότι το μεγαλύτερο μέρος της δράσης περιγράφεται με άμε­σο λόγο. Οι αποφάσεις των θεών δεν αναφέρονται απλώς -τα λεγόμε­να από κάθε πλευρά καταγράφονται με πλήρη λεπτομέρεια. Είναι φανερό ότι ορισμέ­νες σκηνές των μαχών έπρεπε να παρουσια­στούν με αντικειμενική αφήγηση, η οποία, όμως, διακόπτεται από διάσπαρτα αποσπάσματα με αναπολήσεις, περιγραφή προθέσεων και προ­σκλήσεων και θριαμβικούς λόγους. Έτσι, στην Οδύσσεια γνωστοποιείται στο ακροατήριο κάθε ιδέα που περνάει από το μυαλό του Οδυσσέα, είτε με τη μορφή μονολόγων, όταν είναι μόνος του, είτε μέσω συ­νομιλιών με την Αθηνά, τον Τηλέμαχο, τον Εύμαιο και άλ­λους. Η εστίαση στο δράμα και στα πρόσωπα καθιστά τα έπη άμεσα. Tα κάνει να μοιά­ζουν με τη ζωή και να απο­καλύπτουν τα κίνητρα των ηρώων. Για ακόμη μία φορά, επαναλαμβάνουμε ότι οι ρί­ζες του δραματικού έπους ανά­γονται στην αρχαία Εγγύς Ανα­τολή και στους προδρόμους του, όπως το Έπος του Γκιλγκαμές. Ωστόσο, η ραγδαία ανάπτυξη της τεχνικής στην ομηρική παράδοση (της οποί­ας μεγάλο μέρος προϋπήρχε του Ομήρου) αποτελεί ένα ειδι­κό φαινόμενο. Αποτελεί πρότυ­πο απόδοσης της έντονης διαμάχης του ατόμου με τον εξωτερικό κόσμο, την οποία συναντάμε στον Αρχίλοχο τον επόμενο αιώνα. Ωστόσο, δεν μπορούμε να πούμε ότι είχε ήδη παγιωθεί η συνήθεια των Ελ­λήνων για αυτοανάλυση, παρ' όλη τη μο­νολιθική διάσταση της ψυχοσύνθεσης των ηρώων και τη σποραδική χρήση πα­ραδοσιακού λεξιλογίου για την περιγρα­φή ψυχολογικών γεγονότων.
Η «παροιμιώδης σοφία», η οποία συχνά κα­ταλήγει σε υπεραπλουστευση, εμφανίζεται στον Όμηρο μόνο περιστασιακά. Η ασυνήθιστα πε­ριπεπλεγμένη απάντηση του Αινεία στον Αχιλ­λέα στην Ιλιάδα (ραψωδία Υ) καταλήγει σε κοι­νοτοπίες: «Ο Δίας χαρίζει δύναμη στους άντρες σύμφωνα με τη θέληση του, καθώς αυτός είναι ο ισχυρότερος από όλους... Η γλώσσα των θνη­τών μεταβάλλεται πολλές φορές και περιλαμ­βάνει πολλές ιστορίες κάθε είδους. Η ποικιλία των λέξεων είναι παντού μεγάλη.. .Όποιο είδος γλώσσας χρησιμοποιήσεις, σε αυτό το είδος θα λάβεις απάντηση» και ούτω καθεξής {Ιλιά­δα Υ, 242-50). Ευτυχώς, η επική παρά­δοση δεν ενθάρρυνε αυτό το είδος του λόγου, κυρίως επειδή δεν θα ταίριαζε στους μεγάλους ηγέτες, ενώ ακόμη και οι πιο ταπεινοί χαρακτήρες της Οδύσσει­ας το αποφεύγουν. Όπως και να έχει, μας υπενθυμίζει ότι οι απλοϊκές γενικεύσεις σχετικά με τη μοίρα και την τύχη των αν­θρώπων αποτελούσαν σταθερό στοι­χείο του καθημερινού τρόπου σκέ­ψης και επικοινωνίας. Το στοιχείο αυτό θα αποκτούσε αργότερα βα­σική σημασία στο πλαίσιο της ελε­γειακής ποίησης του 7ου και 6ου αιώνα π.Χ. Είναι πολύ εμφανές και πληθωρικό στη συλλογή ποιημά­των που αποδίδεται στον Θέογνη από τα Μέγαρα. Ένα άλλο διαδε­δομένο στερεότυπο, οι μύθοι των ζώων, απουσιάζει από τον Όμηρο (και παρουσιάζεται μόνο μία φορά στον Ησίοδο), αν και η εξελιγμένη χρήση του από τον Αρχίλοχο και τον Αίσωπο, λίγο αργότερα, φανερώνει ότι είχε ήδη μακρά ιστορία. Και σε αυτή την περίπτωση, οι μύθοι των ζώων πρέπει να είχαν παραλειφθεί συνειδητά, διότι ενδεχομένως θεωρήθηκε πο­λύ απλοϊκό μέσο για να χρησιμοποιηθεί στην υψηλή ποίηση.
Η αλληγορία αποτελεί ένα ακόμη θέμα. Στις τελευταίες γενιές των ηρωικών ραψωδών άρε­σε πολύ να εξυψώνουν την Άτη, την πλάνη, σε δαιμονική ιδιότητα. Την περιέγραφαν να δια­τρέχει τη γη, ακολουθούμενη από τις χωλές Λι­τές {Λιταί), οι οποίες είχαν τη δυνατότητα να διορθώνουν τις ζημίες που έκανε η Άτη, ή την περιέγραφαν ως πρεσβύτερη κόρη του Δία που βάδιζε πάνω στα κεφάλια των ανθρώπων προ­ξενώντας τους κακό {Ιλιάδα Ι, 502-7, Τ, 91-4). Αυτό το τέχνασμα υποδηλώνει από μόνο του μία αξιόλογη επιτήδευση όσον αφο­ρά τη δύναμη των αφηρημένων εν­νοιών και την οργάνωση των ιδεών. Ο Ησίοδος θα το διευρύνει περισσότερο -ή τουλάχιστον θα του δώσει πιο περί­βλεπτη θέση στα ποιήματα του, που έχουν ταπεινότερο ύφος- σε συνδυασμό με την περαιτέρω επεξεργασία των προσωπο­ποιήσεων, όπως της Φιλονικίας, του Πα­νικού και του Ύπνου. Ένα στοιχείο που χρησιμοποιεί ο Όμηρος, ενώ ο Ησίοδος όχι, είναι το τυπικό μυ­θικό παράδειγμα. Το συναντούμε στην πληρέστερη μορφή του στην υπόθεση της οργής του Μελεά­γρου, η οποία χρησιμοποιείται ως προειδοποίηση προς τον Αχιλλέα στην Ι ραψωδία της ΙΛιάδας (524-605). Ο Μελέαγρος ήταν Αιτωλός αγωνιστής που έλαβε μέρος στο κυ­νήγι του Καλυδώνιου κάπρου. Έπε­σε, όμως, σε κατάθλιψη όταν η μη­τέρα του τον καταράστηκε για το θά­νατο των αδεpc()ώv του. Όλο και πε­ρισσότεροι άνθρωποι τον εκλιπα­ρούσαν να γυρίσει και να τους βοη­θήσει. Τελικά, ο Μελέαγρος ενέδω­σε στις παρακλήσεις της συζύγου του, ήταν, όμως, πλέον πολύ αργά. Η ιστορία πα­ρεμβάλλεται για να υποδηλώσει ότι ο Αχιλλέας κινδύνευε να πάθει το ίδιο. Στην πραγματικό­τητα, το παράδειγμα αποτελεί κάτι περισσότε­ρο από ένα μέσο πειθούς. Είναι μία άτυπη μέ­θοδος σύγκρισης στοιχείων από την εμπειρία κάποιου -μυθική και προβλέψιμη ως προς το αποτέλεσμα της από τη μία πλευρά, αληθινή και απρόβλεπτη από την άλλη-, έτσι ώστε να επιλέξει ο ήρωας τη σωστή ενέργεια. Έτσι, κα­θιερώνεται κάποιο είδος μεσολάβησης μεταξύ του κόσμου των μύθων και του πραγματικού κόσμου του παρόντος. Για τους χαρακτήρες του Ομήρου, ήταν λογικό να βασίζουν τις πράξεις τους σε ηρωικά παραδείγματα. Όχι, όμως, και για το ακροατήριο των επών, που παρέμενε ευ­άλωτο και ευεπηρέαστο από τα ξεπερασμένα ηρωικά αρχέτυπα.
Κάνοντας μία γενική θεώρηση του επικού προτύπου διακρίνουμε τόσο μειονεκτήματα όσο και πλεονεκτήματα. Από τη μία πλευρά έχουμε τη διαύγεια της σκέψης, που βρίσκεται πίσω από τις περισσότερες αποφάσεις, και την υγιή απόρριψη της ηθικοποίησης των μύθων και της παράδοσης. Από την άλλη πλευρά, έχουμε τις περιπλοκές που πηγάζουν από την ποιητική επεξεργασία του ρόλου των θεών. Έχουμε, επί­σης, τις συγχύσεις και τις αμφισημίες που γεν­νούν οι σύνθετες και μακραίωνες παραδόσεις. Η τεχνητή ανάμειξη στοιχείων του υλικού πο­λιτισμού -όπως οι φανταστικές χρήσεις των αρ­μάτων- είναι σχετικά ανώδυνη. Αλλά η ειδική ασυνέπεια του έπους ως προς το γά­μο και το κληρονομικό δίκαιο στην Ιθάκη, ή τη σχέση μεταξύ της Μοίρας και του Δία, ή η ιδέα ότι οι νεκροί εί­χαν τη δύναμη να επηρεάζουν τους ζωντανούς, δεν βοήθησαν να δημι­ουργηθεί μία ορθολογική εικόνα της ανθρώπινης κοινωνίας και του κό­σμου εν γένει. Πρέπει να παραδε­χθούμε ότι, μερικές φορές, οι εμφανείς παρεκτροπές δρουν θετικά, παραδείγμα­τος χάριν όταν, ένα μεταγενέστερο στάδιο της παράδοσης, ενδεχομένως στην εποχή του ίδι­ου του Ομήρου, στρέφεται εναντίον των πα­λαιότερων στερεοτύπων και τα υποβάλλει σε κριτική. Συνήθως αυτό γίνεται με έντονα δρα­ματικό τρόπο και ο σκοπός μπορεί να είναι τό­σο λογοτεχνικός όσο και λογικός. Όταν, όμως, ο Αχιλλέας ξεσπά από θυμό και αγανάκτηση εναντίον (μεταξύ άλλων) των συμβάσεων της ηρωικής ιπποσύνης στην Ιλιάδα (ραψωδία Ι), ή όταν ο Δίας διαμαρτύρεται στην αρχή της Οδύσ­σειας για την τάση των ανθρώπων να κατηγο­ρούν τους θεούς για καθετί κακό, δεν γίνεται να μη σκεφτούμε πως υπήρχε μία πνευματική πρόοδος {Ιλιάδα Ι 414-29, Οδύσσεια Α 32-43).

Συνεχίζεται…