09/05/12 17:02 - Προς τι η αντιπαλότητα Ελλήνων και Φοινίκων;

Προς τι η αντιπαλότητα Ελλήνων και Φοινίκων;

Διαβάστε τι γράφουμε μέσα στο τρίτομο έργο μας: «Οι Έλληνες της Βίβλου», όπου, πέραν των άλλων, οι αναγνώστες θα προβληματιστούν γιατί η Παλαιά Διαθήκη και ιδίως στο βιβλίο του Ιώβ μιλάει για «Φοινίκων έθνη» και όχι για ένα έθνος!...

ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΤΗΣ ΒΙΒΛΟΥ ΚΑΙ ΟΙ ΦΟΙΝΙΚΕΣ

Τι γράφουν οι ιστορικοί για ένα λαό που, ως όνομα, εμφανίζεται μονάχα τέσσερις (4) φορές μέσα στην Παλαιά Διαθήκη και που οι απόγονοί τους βρέθηκαν πολλές φορές αντιμέτωποι με τους Φιλισταίους, αλλά και με τους ίδιους τους Εβραίους!..

Χωρίς αμφιβολία ο όρος «Φοίνικες», που θεωρούνται προπάτορες των Εβραίων, μέσα εις την Παλαιά Διαθήκη δεν κάνουν αισθητή την παρουσία τους, παρά μονάχα τέσσερις (4) φορές: Η πρώτη μέσα στο βιβλίο του Ιησού του Ναυή (5,12), η δεύτερη μέσα στο βιβλίο του Ιώβ (40,25), η τρίτη μέσα στο Δευτερονόμιο (3,9) και η τέταρτη μέσα στους Ψαλμούς (29,42).
Ακόμη και ο όρος «Φοίνισσα» εμφανίζεται μονάχα μία φορά (Έξοδος 6,15), ενώ δεν αναφερόμεθα, ασφαλώς, στον όρο «Φοινίκη» που κατ’ επανάληψιν βρίσκουμε να παρελαύνη μέσα στις σελίδες της Παλαιάς Διαθήκης.
Τίθεται, όμως, ένα ερώτημα:
--Πώς γίνεται και ένας λαός, που, ως όνομα τουλάχιστον, να εμφανίζεται μονάχα 4 φορές μέσα στην Παλαιά Διαθήκη, αλλά που οι απόγονοί τους (Εβραίοι) ήλθαν τόσες φορές αντιμέτωποι με τους Φιλισταίους (Έλληνες);

ΤΙ ΛΕΝΕ ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΚΟΙ

Ανοίγοντας την έγκυρη εγκυκλοπαίδεια «Δομή», θα διαβάσουμε πολλά και σημαντικά στοιχεία, για τα οποία δύσκολα θα μπορέση κανείς να βρει επιχειρήματα για να τα διαψεύση.
Ας δούμε, λοιπόν, μαζί, τι γράφει μέσα στο συγκεκριμένο επιμορφωτικό λήμά της η ως άνω εγκυκλοπαίδεια και να συνεχίσουμε με ορισμένες παρατηρήσεις που θέλουμε να κάνουμε μέσα στο κείμενο που οι ίδιοι υπογραμμίζουμε:

«Οι κάτοικοι της Φοινίκης, στο μέσο τμήμα της Συρίας, κοντά στην ακτή. Κατά τον Ηρόδοτο, κατοικούσαν αρχικά στην Ερυθρά Θάλασσα και κατά τον Στράβωνα σε δυο νησάκια του Περσικού Κόλπου, την Τύρο και την Άραδο. Η Αγία Γραφή τους αποκαλεί Χαμίτες, δηλαδή απογόνους του Χαμ, μελαμψούς μετανάστες. Πιθανότατα, αποτελούσαν κράμα Σουμερίων, Ασσυρίων, Βαβυλωνίων και άλλων λαών σημιτικής καταγωγής, που είχαν μεταναστεύσει από την περιοχή του Περσικού Κόλπου. Είναι ιστορικά ανεξακρίβωτο πότε εγκαταστάθηκαν οι Φοίνικες στη Φοινίκη. Ίσως αυτό να έγινε μεταξύ 1200-1000 π.Χ. Η Σιδώνα, κυριότερη φοινικική πόλη, φαίνεται πως χτίστηκε 240 χρόνια πριν από την κατασκευή του ναού του Σολομώντα, δηλαδή περίπου το 1209 π.Χ. Ένα έτος μετά τον Τρωικό πόλεμο, οι κάτοικοί της ηττήθηκαν από το βασιλιά Ασκάλωνα και αναγκάστηκαν να καταφύγουν στην Τύρο, της οποίας πρώτος ιστορικός βασιλιάς αναφέρεται ο Χειράμ (περίπου το 969 π.Χ.). Αυτός βρισκόταν σε φιλικές σχέσεις με το βασιλιά Δαβίδ, και του προμήθευε ξυλεία κέδρου και Φοίνικες εργάτες για την οικοδόμηση του ανακτόρου του και του ναού του Σολομώντα στην Ιερουσαλήμ.
Επί Σολομώντα, οι σχέσεις των δύο λαών βελτιώθηκαν με εμπορική σύμβαση ανταλλαγής σιταριού και λαδιού από την Ιουδαία και ξυλείας, εργατικών χεριών και βιομηχανικών προϊόντων από τη Φοινίκη. Τον Χειράμ διαδέχθηκε ο γιος του Βαλεάσαρ ή Βαλεάσταρτα, που βασίλεψε εφτά χρόνια κι αυτόν ο εγγονός του Χειράμ Αβδαρστάρτης, που σκοτώθηκε από τους τέσσερις γιους της τροφού του. Από αυτούς, ο μεγαλύτερος ανέλαβε την εξουσία. Αργότερα παλινορθώθηκε ο βασιλικός οίκος του Χειράμ με ανακήρυξη ως βασιλιά του Αστάρτη, γιου του Βαλεάσαρ, που έμεινε στην αρχή 12 χρόνια. Τον διαδέχτηκε ο αδελφός του Αστάρυμος ή Ασέρυμος, που 9 χρόνια μετά δολοφονήθηκε από τον αδελφό του Φάλη, που έπειτα από λίγους μήνες σκοτώθηκε κι αυτός από τον ιερέα της Αστάρτης Ιθοβάλ. Αυτός είναι ο πατέρας της Ιεζάβαλ, συζύγου του Αχάαβ, που προσπάθησε να ξαναφέρει τη λατρεία του Βάαλ και της Αστάρτης.
Την εποχή εκείνη η Φοινίκη έπασχε από ανομβρία. Ο Ιθοβάλ βασίλεψε 32 χρόνια και έγινε αρχηγός νέας δυναστείας. Τον διαδέχθηκα ο γιος του Βαδέζορ, που έμεινε στο θρόνο 6 χρόνια κι έπειτα ο Μάττεν ή Μούτο, που βασίλεψε 32 χρόνια και κατόπιν ο Μούτο ή Πυγμαλίων, αδελφός της Διδούς, που ίδρυσε την Καρχηδόνα. Ο Πυγμαλίωνας βασίλεψε 47 χρόνια και μετά το θάνατό του οι Φοίνικες άρχισαν πόλεμο κατά του Ισραήλ λεηλατώντας με τον πειρατικό στόλο τους τη χώρα του Ισραήλ και απάγοντας νέους και νέες για δουλεμπορία. Οι προφητείες του Ησαΐα είναι γεμάτες κατάρες εναντίον των Φοινίκων επιδρομέων. Τότε άρχισε και η προσπάθεια των Ασσυρίων να κατακτήσουν τις δυτικότερες χώρες και να εγκατασταθούν στα παράλια της Μεσογείου. Οι Ασσύριοι, υπό τον βασιλιά τους Σαλμανάσσαρ, αφού κατέλυσαν πρώτα το βασίλειο του Ισραήλ, στράφηκαν έπειτα και εναντίον της Φοινίκης, αλλά μετά την άκαρπη πεντάχρονη πολιορκία της Τύρου, αναγκάστηκαν να φύγουν. Επακολούθησαν μακροχρόνιοι ειρηνικοί χρόνοι.
Η Φοινίκη, αφού συμμάχησε με την Αίγυπτο, ανέπτυξε το εμπόριό της με την Ναύκρατη και άκμασε πάλι. Το 587 π.Χ., ο Ναβουχοδονόσορας της Βαβυλώνας βάδισε εναντίον της Φοινίκης, κυρίευσε τη Σιδώνα, έσφαξε τους κατοίκους της και προχώρησε προς την Τύρο, επί βασιλείας του Ιθοβάλ. Η πολιορκία της Τύρου διήρκεσε 13 χρόνια (Ιώσηπος Χ II), αλλά η πόλη αντιστάθηκε με επιτυχία. Ο Άμασις, βασιλιάς της Αιγύπτου, επωφελήθηκε από την κούραση που προκάλεσε στους κατοίκους της Τύρου η μακρά πολιορκία για ν’ αποσπάσει μέρος της Κύπρου που ανήκε στους Φοίνικες. Οι τελευταίοι συμμάχησαν αργότερα με τους Πέρσες, βοηθώντας τον Καμβύση εναντίον της Αιγύπτου και τον Δαρείο να κυριεύσει τα νησιά της Μικρασίας.
Μαζί με την Παλαιστίνη και την Κύπρο, η Φοινίκη έγινε τότε ο πέμπτος από τους 20 νομούς της μοναρχίας του Δαρείου. Η Σιδώνα έγινε η βασιλική περσική έδρα της σατραπείας, διατήρησε όμως, όπως και η Τύρος, τον ιδιαίτερο ιθαγενή βασιλιά της.
Η Φοινίκη, υποτελής πια στους Πέρσες, τους βοήθησε στην επεκτατική τους πολιτική, παρέχοντας τις ναυτικές της δυνάμεις για την καταστολή όχι μόνο της ιωνικής επανάστασης εναντίον του περσικού ζυγού, αλλά και εναντίον της δικής της αποικίας στην Κύπρο. Οι σύμμαχοι των Περσών Φοίνικες ηττήθηκαν τότε από τον ιωνικό στόλο, αλλά συνέβαλαν στην κατάληψη της νήσου Λαδής και στην ήττα της Μιλήτου.
Οι τύραννοι της Κύπρου, όπως αναφέρει ο Ηρόδοτος, κάλεσαν τους Ίωνες να διαλέξουν αν προτιμούν να πολεμήσουν στην ξηρά με τους Πέρσες ή στη θάλασσα με τους Φοίνικες και εκείνοι απάντησαν πως θ’ αναλάμβαναν τον θαλάσσιο αγώνα (Ε 109). Οι Ίωνες νίκησαν τους Φοίνικες στη θάλασσα και ιδιαίτερα διακρίθηκαν οι Σάμιοι (Ηρόδοτος Ε 112). Κατόπιν όμως οι Πέρσες νίκησαν τους Κυπρίους και οι Ίωνες ξαναγύρισαν στις πόλεις τους.
Μετά την καταστολή της ιωνικής επανάστασης, ο φοινικικός στόλος πήγε στη Θρακική χερσόνησο, όπου αιχμαλώτισε τον Μετίοχο, γιο του Μιλτιάδη, λεηλάτησε το Αιγαίο πέλαγος και τα παράλια της Βοιωτίας, αργότερα δε βοήθησε τον Ξέρξη στην εκστρατεία του εναντίον της Ελλάδας, κατασκευάζοντας μαζί με τους Αιγυπτίους τη γέφυρα του Ελλησπόντου. Τα φοινικικά πλοία αποτελούσαν τη μισή σχεδόν ναυτική δύναμη του Ξέρξη. Όμως, οι Φοίνικες ούτε στο Αρτεμίσιο διακρίθηκαν, ούτε στη ναυμαχία της Σαλαμίνας, όπου έδειξαν κακή διαγωγή και δειλία, πράγμα που οδήγησε στον αποκεφαλισμό πολλών Φοινίκων.
Στη μάχη του Ευρυμέδοντα, το 466 π.Χ., ο φοινικικός στόλος ηττήθηκε ολοκληρωτικά από τους Αθηναίους με επικεφαλής τον Κίμωνα. Κατά τον Θουκυδίδη, αιχμαλωτίστηκαν τότε 200 φοινικικά πλοία, δηλαδή όλος ο στόλος τους.
Το 449 π.X., στην Σαλαμίνα της Κύπρου, οι Αθηναίοι, υπό τον Αναξικράτη, κυρίευσαν 100 φοινικικά πλοία και βύθισαν πολλά άλλα. Αργότερα, οι Φοίνικες εμφανίζονται ως βοηθοί των Αθηναίων εναντίον της Σπάρτης, στη μάχη της Κνίδου, τότε που ο συμμαχικός στόλος υπό τον Αθηναίο Κόνωνα και τον Πέρση Φαρνάβαζο νίκησε τους Σπαρτιάτες. Από τότε οι Φοίνικες ήρθαν σε μεγαλύτερη επικοινωνία με τους Αθηναίους και πολλοί Φοίνικες έμποροι εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα.
Υποτελής πάντα στους Πέρσες, η Φοινίκη άρχισε εχθροπραξίες με το βασιλιά της Κύπρο Ευαγόρα που λεηλατούσε τις ακτές της Φοινίκης και είχε καταλάβει την Τύρο. Όμως, το 386 π.Χ., ο Ευαγόρας νικήθηκε από τους Πέρσες, έγινε υποτελής τους, και η Σιδώνα άκμασε πάλι σαν πλούσια φοινικική πόλη.
Γρήγορα οι Φοίνικες επιχείρησαν επανάσταση εναντίον των Περσών, έσφαξαν τους Πέρσες που αποτελούσαν την αυλή της Σιδώνας και, αφού οχύρωσαν την πόλη, επικαλέστηκαν τη βοήθεια του Αιγυπτίου βασιλιά Νεκτανεβώ. Τον επόμενο χρόνο ο Πέρσης βασιλιάς Όχος συγκέντρωσε μεγάλες δυνάμεις, επιτέθηκε εναντίον της Σιδώνας και την κυρίευσε, έπειτα από προδοσία του βασιλιά της, με αποτέλεσμα οι κάτοικοί της να παραδοθούν στους Πέρσες, αφού έβαλαν φωτιά στα σπίτια τους.
Η Φοινίκη δεν κατόρθωσε να απαλλαγεί από την περσική υποτέλεια παρά μόνο στα χρόνια του Μεγάλου Αλεξάνδρου, που τον υποδέχθηκε ως ελευθερωτή. Η Άραδος, η Βύβλος και η Σιδώνα παρέδωσαν τα κλειδιά τους στον Μακεδόνα στρατηγό. Εξαίρεση αποτέλεσε η Τύρος, που θέλησε να εμποδίσει την προέλασή του. Ο Μέγας Αλέξανδρος αναγκάστηκε να την πολιορκήσει από την ξηρά και από τη θάλασσα, με τη βοήθεια μάλιστα των φοινικικών πλοίων των άλλων τριών πόλεων. Έπειτα από εφτάμηνη πολιορκία, η Τύρος πυρπολήθηκε και οι περισσότεροι κάτοικοί της σκοτώθηκαν ή πουλήθηκαν ως δούλοι. Ο Μέγας Αλέξανδρος έστειλε στην πόλη κατοίκους της Καρίας για να την αποικίσουν και μετά τη μάχη των Αρβύλων ενσωμάτωσε τη Φοινίκη, τη Συρία και την Κιλικία σε μια επαρχία. Χρησιμοποίησε τους Φοίνικες για την επάνδρωση του ναυτικού του κι εκείνοι, με το εμπορικό τους πνεύμα επωφελήθηκαν από την προέλαση και τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου για να επεκτείνουν τις εμπορικές τους συναλλαγές.
Μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου, η Φοινίκη έπεσε στα χέρια του βασιλιά της Αιγύπτου Πτολεμαίου και στη διαμάχη ανάμεσα στον Πτολεμαίο και τον Αντίγονο, οι φοινικικές πόλεις κατακτήθηκαν από τον τελευταίο, εκτός από την Τύρο, που υπέκυψε μετά από επίμονη δεκαπεντάμηνη πολιορκία. Από τότε, η Φοινίκη και ιδίως η Τύρος, ήταν το μήλο της έριδος ανάμεσα στους Πτολεμαίους και τους Σελευκίδες. Κατακτήθηκε κατά σειρά από τον Πτολεμαίο τον Ευεργέτη, τον Αντίοχο, τον Πτολεμαίο τον Φιλοπάτορα και έπειτα πάλι από τον Αντίοχο.
Το 83 π.Χ. οι Φοίνικες ζήτησαν την προστασία του βασιλιά της Αρμενίας Τιγράνη, που κυριάρχησε στη Φοινίκη επί 14 χρόνια, αλλά τελικά η Φοινίκη έπεσε πάλι στην κατοχή των Σελευκιδών, ώσπου την κυρίευσε ο Ρωμαίος Πομπήιος. Στους εμφύλιους πολέμους της Ρώμης, η Φοινίκη, ρωμαϊκή πλέον επαρχία, έγινε σκηνή πολλών αγώνων ανάμεσα στους διαφόρους Ρωμαίους στρατηγούς. Λίγο πριν από τη μάχη των Φιλίππων, ο Κάσσιος διαίρεσε τη Συρία σε μικρές ηγεμονίες, και τότε η Τύρος απέκτησε πάλι δικό της βασιλιά, τον Μάριο. Ο Αντώνιος παραχώρησε στην Κλεοπάτρα όλη την περιοχή μεταξύ Αιγύπτου και Ευφράτη, αφήνοντας ελευθερία μόνο στις φοινικικές πόλεις Τύρο και Σιδώνα. Ο Αύγουστος όμως τις στέρησε από αυτή την ελευθερία. Αργότερα, ο Αδριανός παραχώρησε στην Τύρο τον τίτλο της μητρόπολης, με αποτέλεσμα να γίνει η πόλη αυτή έδρα του ανθυπάτου και κύριος ναύσταθμος των ακτών της Συρίας.
Το 193 μ.Χ., η Τύρος πυρπολήθηκε κι οι κάτοικοί της σφαγιάστηκαν από το στρατό του Πρησκηνίου Νίγηρα, επειδή είχε πάρει το μέρος του αντιπάλου του Σεπτιμίου Σεβήρου. Τελικά όμως ο Σεβήρος αναδείχθηκε νικητής και απένειμε στην πιστή του Τύρο τον τίτλο της αποικίας και το Jus Italicum. Στα τέλη του 4ου αιώνα μ.Χ. η Τύρος εξακολουθούσε να είναι η πρώτη εμπορική πόλη της Ανατολής. Η ακμή της συνεχίστηκε ακόμα κι όταν ολόκληρη η Φοινίκη κυριεύτηκε από τους χαλίφες και παρά τις ζημίες που υπέστη από τους Σταυροφόρους. Άφθονα είναι τα νομίσματα που έχουν βρεθεί από διάφορες φάσεις της φοινικικής ιστορίας. Της Τύρου είναι ασημένια τετράδραχμα, το ίδιο και της Σιδώνας, της Αράδου ασημένιοι στατήρες (χρυσοί επί μακεδονικής εποχής), της Βύβλου χρυσά και ασημένια, της Τρίπολης χάλκινα. Χρονολογούνται από τον 5ο αιώνα π.Χ. και έως τους Πτολεμαίους. Έχουν διάφορες παραστάσεις, όπως τον θεό Μελικέρτη που κρατάει τόξο κι είναι έφιππος σε θαλάσσιο ίππο, δελφίνια, κεφαλές Διοσκούρων ή Νίκης κλπ. Οι ανασκαφές που έγιναν, κυρίως από Γάλλους, στη Βύβλο, Σιδώνα και Τύρο, έφεραν στο φως πολλά ευρήματα των Φοινίκων, όπως τη σαρκοφάγο του βασιλιά Χειράμ και τη σαρκοφάγο που παριστάνει μάχη μεταξύ Ελλήνων και Περσών και που βρίσκεται στο Μουσείο της Κωνσταντινούπολης. Βρέθηκαν επίσης σε τάφους πάμπολλα κτερίσματα (αγγεία πήλινα, μετάλλινα, γυάλινα, ειδώλια θεών και ανθρώπων, πολύτιμα κοσμήματα).
Οι Φοίνικες ήταν πλούσιο και εμπορικό έθνος, αλλά οι Έλληνες τους θεωρούσαν δόλιους στις συναλλαγές τους, γι’ αυτό υπήρχε και το ρητό «ψεύσμα φοινικικόν». Οι Ρωμαίοι θεωρούσαν τη Φοινίκη χώρα της ανηθικότητας και της διαφθοράς. Οι μίμοι και μουσικοί της Τύρου και της Σιδώνας έπαιζαν τον λυροφοίνικα (είδος κιθάρας). Μερικοί αρχαίοι συγγραφείς αποδίδουν στους Φοίνικες την εφεύρεση της γραφής. Έλεγαν πως ο Κάδμος έφερε τη γραφή στους Ίωνες από τη Φοινίκη. Ίσως από τη Φοινίκη να προήλθαν τα γράμματα που αποτέλεσαν τη βάση του ελληνικού αλφαβήτου, αποκλείεται όμως η γραφή να βρέθηκε στη Φοινίκη, γιατί είναι γνωστό πως είχε βρεθεί πριν από πολλές χιλιετηρίδες. Ο Έβανς πιστεύει πως οι Φοίνικες είχαν πάρει τη γραφή από την Κρήτη, άποικοι της οποίας είχαν εγκατασταθεί στην Παλαιστίνη. Το φοινικικό αλφάβητο φαίνεται πως είχε 22 γράμματα, που ήταν εικονιστικά, όπως της εβραϊκής γλώσσας (άλεφ σήμαινε βόδι, μεθ σπίτι, ντάλεθ πόρτα κλπ.).
Θεότητες των Φοινίκων ήταν ο Βάαλ και η Ασταρώθ (ήλιος και σελήνη). Ανθρώπινες υπάρξεις θυσιάζονταν στον Βάαλ, και γίνονταν οργιαστικές λατρείες, με φανατικούς αλαλαγμούς και αυτοτραυματισμούς με ξίφη και δόρατα. Κύρια έδρα της λατρείας της Αστάρτης (Ασταρώθ) ήταν η Σιδώνα. Η θεά αυτή είχε κεφαλή αγελάδας και κέρατα με μορφή ημισελήνου. Άλλος θεός ήταν ο Άδωνις, του οποίου τη λατρεία, στην Αφάκη ή Άκη, κατάργησε ο Μέγας Κωνσταντίνος. Ο Μελικέρτης λατρευόταν κυρίως στην Τύρο (Μελκάρτ, βασιλιάς της πόλης), ενώ η Όνκα ήταν η Αθηνά των Φοινίκων. Στη Βυρηττό λάτρευαν τον Ποσειδώνα και στις πρώρες των φοινικικών πλοίων έβαζαν τους Κάβειρους, που τους θεωρούσαν γιους του Ηφαίστου ή του Αιγυπτίου θεού Φθα.
Οι Φοίνικες έκαναν και την περιτομή, που την έμαθαν από τους Αιγυπτίους.
Η Φοινίκη αποτελείτο από μικρές ανεξάρτητες πόλεις, που είχαν δικό της βασιλιά ή άρχοντα η καθεμιά και οι οποίες μερικές φορές αποτελούσαν ομοσπονδίες. Αρχικά, ηγέτιδα πόλη ήταν η Σιδώνα, αργότερα όμως επικράτησε η Τύρος. Ο βασιλικός θρόνος ήταν κληρονομικός, συχνά όμως ο λαός είχε το δικαίωμα της εκλογής. Το ιερατείο είχε μεγάλη εξουσία, αμέσως μετά τον βασιλιά. Οι συνελεύσεις των ομοσπονδιακών πόλεων γίνονταν στην Τρίπολη. Οι Φοίνικες, και ιδίως οι Σιδώνιοι, αναδείχθηκαν στις τέχνες, και μάλιστα στην κεραμεική και στη χαλκουργία. Ο Όμηρος εγκωμιάζει τα κομψά χρυσά και ασημένια αγγεία τους (Ιλιάδα XXIIΙ 743, Οδύσσεια IV 618). Οι μεγάλοι κίονες που έχυσαν σε χαλκό για το ναό του Σολομώντα αποτελούν λαμπρά δείγματα της χαλκευτικής τέχνης τους. Επίσης, στη γλυπτική αναδείχθηκαν τέλειοι τεχνίτες, ιδίως στη διακόσμηση αντικειμένων από ελεφαντόδοντο και από πολύτιμους λίθους. Στη βιοτεχνία, οι Φοίνικες είχαν σχεδόν το μονοπώλιο της περίφημης κόκκινης βαφής, που την έβγαζαν από το κοχύλι της πορφύρας, που αφθονούσε στις ακτές τους. Μ’ αυτήν έβαφαν τα περίφημα υφαντά τους. Η επεξεργασία γινόταν κυρίως στη Σιδώνα, αλλά στους ρωμαϊκούς χρόνους η Τύρος είχε το προνόμιο να βάφει με πορφύρα την αλουργίδα (τον αυτοκρατορικό μανδύα). Η βιομηχανία αυτή διατηρήθηκε έως την εποχή της άλωσης της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους (1453 μ.Χ.). Γενικά, τα υφαντά της Φοινίκης ήταν ονομαστά από τους πολύ αρχαίους χρόνους. Η Ιλιάδα (VI 289) αναφέρει (πέπλοι παμποικίλοι, έργα γυναικών Σιδονίων) οτι ο Πάρις δώρησε στην Ελένη υφαντά από τη Σιδώνα».

ΕΛΛΗΝΕΣ ή ΕΒΡΑΙΟΙ;

Με όλα αυτά που διαβάσαμε, εκ των πραγμάτων θέτομεν εις εαυτούς το ερώτημα: «Όταν οι Φοίνικες πράττουν αυτά τα οποία έκαμαν, τότε πώς μπορεί κανείς να εντοπίση την πραγματική καταγωγή τους; Τελικώς οι άνθρωποι αυτοί ήσαν Έλληνες ή Εβραίοι;»

(…) Το να έχης απέναντί σου, για παράδειγμα, έναν Ησαϊα και να καταράει τους Φοίνικες, επειδή πολεμούν τους συμπατριώτες του Εβραίους ή να βλέπεις τους Φοίνικες τη μία φορά να συμμαχούν με εχθρούς των Εβραίων, και την άλλη να καταφέρονται με πάθος εναντίον των Ελλήνων, είναι ένα θέμα που χρήζει ιδιαιτέρας μελέτης μέσα στην Ιστορία των λαών.
Το βέβαιον είναι, ότι οι Φοίνικες προέρχονται από διάφορα μέρη. Αυτός και ο λόγος που άλλοι καλούνται «Συροφοίνικες» και άλλοι «Σημιτοφοίνικες», ενώ ακόμη και σήμερον αποτελούν για τους Έλληνες «ψεύσμα φοινικικόν»…

Και τελευταία ένα ερώτημα: Γιατί στο βιβλίο του Ιώβ η Παλαιά Διαθήκη μιλάει για «Φοινίκων έθνη»; (Ιώβ Μ, 30). Τι να εννοεί άραγε, πέραν του γεγονότος ότι οι Φοίνικες ήσαν πολλά έθνη;