19/09/12 23:22 - Ο ακονιστής!..

Ο ακονιστής!..

Ένα ποιητικό αφιέρωμα σε ένα παραδοσιακό επάγγελμα, όπως του ακονιστή, που χάθηκε κι αυτό μες την αντάρα την πολλή και την «κατάρα» της σύγχρονης εποχής, όπου οι άνθρωποι έχτισαν τα σπίτια τους τόσο κοντά, αλλά άφησαν τις καρδιές τους τόσο μακριά!...

Ο ακονιστής!..

--Ακονιστής!... Εδώ ο ακονιστής!

Έτσι φωνάζει ο γέροντας
σκονισμένος και λιγδιάρης
κινώντας τον ποδοκίνητο τροχό του,
για να βγάλει σπίθες
και να γιομίσουν τα φτερά από ελπίδες!
Τον κοιτάζω σαν χαμένος
στο χρόνο εκείνο τον βαρύ,
πού’σερνε τα ποδάρια του
πάνω στον ακονοτροχό του
φτιαγμένος από πέτρα ειδική
τη σμυριδόπετρα από τη Νάξο
κι ήταν συνέχεια δακρυσμενος
μα υπερήφανος
ο ακονιστής!..

Ατόφια είναι η πέτρα του κι αστράφτει σαν σμαράγδι
μέσα στον ήλιο,
έτσι συμπαγής, όπως είναι, επεξεργασμένη
σμύριδα ή σμυριδόσκονη
συμπιεσμένη μέσα σε καλούπι!.
Με τον τροχό του τον κοντό,
που ήταν επί χρόνια στηριγμένος
πάνω σε τέσσερα ξύλινα ποδάρια,
πώς τον θυμάμαι –μάνα μου!-
συνδεμένος με ένα λουρί
(ιμάντα, όπως τον έλεγε)
να καταλήγει σε ένα πετάλι,
όπως του ποδηλάτου ή της ραπτομηχανής,
και να γυρίζει τον τροχό…
να γυρίζει, να γυρίζει, να γυρίζει…
έτσι όπως ήταν πάντα
με τα μάτια κατακόκκινα
από τις σπίθες
ή το κλάμα!

Πάτα ακονιστή μου το πετάλι!..
Μια ζωή αυτή η κίνηση
η περιστροφική
που μεταδίδει τη ζωή σ’ έναν τροχό,
και γυρίζει τόσο γρήγορα,
όσο περιστρέφεται περισσότερο το πετάλι,
έτσι θα είναι κι η δική σου ζωή,
μέσα στο χρόνο
περιστρεφόμενη, πλανόδια και μοναχική!

Κι ο τροχιστής αμίλητος…
Τον έβλεπα ν’ ακουμπάει τα μαχαίρια στον τροχό
με μια κατάλληλη κλίση
και με την τριβή να βγαίνουν δέσμες από σπίθες,
που μοιάζανε –λέει- με ουρά κομήτη!.

Πώς τον θυμάμαι –μάνα μου!-
αυτόν τον ακονιστή!
Ηχούν ακόμη στα αυτιά μου τα εργαλεία του:
η τανάλια του, που δάγκωνε σφιχτά,
η πένσα που σε έσφιγγε δυνατά
και τα χέρια σου έσταζαν αίμα,
τα σφυριά που βαράγανε
και οι κοφτές οι λίμες,
που άστραφταν κι αυτές στις χασμίδες
καθώς ο ήλιος άφηνε τις αχτίδες του!..
Αχ!.. Σαν θυμάμαι το άνοιγμα του μαγαζιού
λίγο μετά το φως του πρωϊνού,
τι λεφούσι ήταν κι αυτό, Θεέ μου!..
Βλέπω μπροστά στα μάτια μου
τις νοικοκυρές να καταφθάνουν τρέχοντας
φέρνοντας στις διπλωμένες ποδιές τους γι’ ακόνισμα
μαχαίρια και ψαλίδια και σκαπέθια
και άλλες κόσσες
και πλήθος άλλων κοπτικών εργαλείων!..
Κι εκείνος,
μοναχός και λιγομίλητος,
ακόνιζε, ακόνιζε, ακόνιζε…
πατώντας με το πόδι το πετάλι
για να πετάει συνέχεια φωτιά
και με την τέχνη που τα έκανε
όπως λέει να «ξυρίζουν»
και τα παιδιά να χοροπηδάνε από χαρά!.

Αξέχαστη γραφική φιγούρα
των παιδικών μας αναμνήσεων
ο πλανόδιος ακονιστής…
Σκυμμένος από το βαρύ φορτίο
που κουβαλούσε στην πλάτη,
έφτανε από χωριό σε χωριό,
φωνάζοντας σε ζέστη ή σε κρύο:
--Ακονιστής!... Εδώ ο ακονιστής!

Αυτός που γύριζε τις γειτονιές,
μέσα στα καλντερίμια και στους χωματόδρομους,
φωνάζοντας με την βραχνή φωνή:
«Ψαλίδια, μαχαίρια, ακονίζω!..».

Κατά διαστήματα, λέει,
ξεφορτωνόταν το βαρύ φορτίο του,
κι ακουμπούσε κάτω τα εργαλεία του,
να πάρει μιαν ανάσα σε μια βρύση
ή μια κουτούλα
λίγο να πιει νερό!
Μα ξαναφώναζε με όση δύναμη είχε
στην ψυχή:
«Ψαλίδια, μαχαίρια, ακονίζω!..»

Πώς τον θυμάμαι –μάνα μου!-
λες και καρφώθηκε η εικόνα στο μυαλό μου!
Κάθε φορά που φώναζε
δεν αργούσαν να φτάσουν οι χωρικοί,
κρατώντας τσεκούρια και κλαδευτήρια,
σκαλίδες και μαχαίρια για ακόνισμα
και οι γυναίκες
από ένα γυφτοψάλιδο μαύρο η καθεμιά
ν’ ακονιστεί
κι αυτό να γίνει κοφτερό
να κόβουν τη μανέστρα ή το γλυκό!

Κι εμείς;
Πώς κάναμε, Θεέ μου,
σαν βλέπαμε τον γυρολόγο ακονιστή
να ξαναφαίνει στο χωριό με τον τροχό του!
Όλα τα πιτσιρίκια,
σαν τα ποντίκια
που τρέχουν βιαστικά,
τσούρμο ολόκληρο πηγαίναμε εκεί
και παρατηρούσαμε με περιέργεια
αλλά και θαυμασμό
τις σπίθες που ξεπηδούσαν από τον τροχό!.
Κι αυτός, πονεμένος μα περήφανος,
λιγδιάρης και ισχνός,
με σηκωμένο όρθιο το γιακά,
για να μην παγώνει από το κρύο,
που του μελάνιαζε τα χέρια και τα πόδια,
μονάχα παραμίλαγε ανοιχτά
ή δάκρυζε τη νύχτα στα κρυφά
σαν κρύσταλλο που έλιωνε από χιόνι!...

Πώς τον θυμάμαι –μάνα μου- ένα γιόμα,
τότε που ο μελαγχολικός ακονιστής
με μάτια λαμπερά καμάρωνε
τον κόσμο όπου έβλεπε κι αυτός
τη μαστοριά της τέχνης του!
Έστριβε σιγά-σιγά το μουστάκι του
κι απλώνοντας τα υπόλοιπα εργαλεία
δοκίμαζε σε ξύλα τα ακονισμένα μαχαίρια
για να αποδείξει
ότι έγινε καλή δουλειά!
Κατά διαστήματα, λέει,
έριχνε και λίγο νερό στον τροχό
για να κρυώνει
και να λειτουργεί καλύτερα.
Ήταν το ίδιο το νερό με το οποίο έπλενε
πότε τα χέρια του
και πότε σκούπιζε τα δάκρυά του!
Δεν ήθελε να τον βλέπουν οι χωριανοί
και τον λυπόνται
γιατί ήτανε περήφανος πολύ
και μικρασιάτης –λέει- από σόϊ!
Πού να ήξεραν οι δόλιοι αυτοί,
στρατοκόποι –λέει- ή περαστικοί
τι μυστικό να κρύβει ο ακονιστής
μες την καρδιά του!..

..............................

Πλανόδιοι πουλητές και γυρολόγοι,
πετράδες ηπειρώτες και τσιγγάνοι,
είπαν σ’ ένα πανηγύρι μια φορά
που ο ακονιστής στριφογύριζε
μεθυσμένος σαν δερβίσης
και το πρόσωπό του ήταν κόκκινο
απ’ το λιοπύρι και τη χαρά,
σαν χόρευε με μια τσιγγάνα όλο τσαχπινιά,
αυτή του είπε πως σαν ήτανε μωρό
η μάννα του τον έβαλε σε ρέμα
χτυπώντας τις παλάμες στον αγέρα
να μη φανεί πως είχε ρετσινιά
που άλλον είχε για πατέρα
κι αυτή μια νύχτα χάθηκε μακριά!..