15/10/12 20:52 - Η σφεντόνα του Δαβίδ και οι αρχαίοι Έλληνες!

Η σφεντόνα του Δαβίδ και οι αρχαίοι Έλληνες!

Άλλη μία απόδειξη ότι πολλές συνήθειες που μνημονεύουν βιβλικοί ή αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς έλκουν την καταγωγή τους στα πανάρχαια χρόνια, από την αυγή κιόλας του ανθρωπίνου πολιτισμού ή το χάραμα της ελληνικής ιστορίας!.. Η σύμπλευση Ελληνισμού και Χριστιανισμού είναι αποδεδειγμένη πλέον με χιλιάδες αρχαιολογικά ή ιστορικά στοιχεία!.. Ένα εξ αυτών και το θέμα που αναλύουμε!..

ΕΙΝΑΙ γνωστή η βιβλική ιστορία του Δαβίδ με τον ελληνικής καταγωγής Φιλισταίο Γολιάθ (1). Σε μια μάχη των Φιλισταίων με τους Ισραηλίτες (Α' Βασιλειών 17,1-3) ένας γίγαντας ο Γολιάθ για σαράντα μέρες προκαλούσε τους Ισραηλίτες για να αναμετρηθεί με κάποιον από αυτούς (Α' Βασιλειών 17, 8-11). Ο Δαβίδ που έτυχε μια μέρα να είναι στο στρατόπεδο των Ισραηλιτών για να πάει φαγητό στα αδέρφια του, άκουσε τις προκλήσεις του γίγαντα και ζήτησε την άδεια από το Σαούλ να αναμετρηθεί ο ίδιος με το γίγαντα των Φιλισταίων. Ο βασιλιάς Σαούλ έδωσε την άδεια στο Δαβίδ να αντιμετωπίσει τον Γολιάθ (Α' Βασιλειών 17,37).

Ο Δαβίδ έχοντας μόνο μια σφεντόνα αλλά οπλισμένος με την πίστη στο Θεό, χτύπησε με μια πέτρα τον Γολιάθ στο μέτωπο με αποτέλεσμα ο Γολιάθ να πέσει κάτω αναίσθητος. Τότε ο Δαβίδ με το ίδιο του το ξίφος του έκοψε το κεφάλι (2). Αποτέλεσμα αυτής της νίκης του Δαβίδ ήταν να τραπούν σε φυγή οι Φιλισταίοι. Όταν ο στρατός επέστρεφε ο λαός υποδέχτηκε το Δαβίδ με τραγούδια, χορούς και κραυγές χαράς φωνάζοντας "ο Σαούλ σκότωσε χιλιάδες μα ο Δαβίδ μυριάδες". (3)

Κι ενώ, λοιπόν, η σφεντόνα είχε μείνει στη μνήμη όλων με το παραπάνω βιβλικό επεισόδιο του Δαβίδ με τον Γολιάθ, έπεσα σα χέρια μας μια εξαιρετική και περισπούδαστη μελέτη της κας Α. Αδαμίδου με τίτλο: «Βλήματα Σφεντόνας στη Νεολιθική Εποχή: Η Περίπτωση του Δισπηλιού», που είναι μια εκπληκτική μεταπτυχιακή εργασία (4). Ας μας επιτραπεί να αλιεύσουμε μερικά αποσπάσματα από την εργασία αυτή:

«Το «όπλο του Δαυίδ» λοιπόν, όπως συχνά αποκαλείται η σφεντόνα, παρέμεινε σχεδόν ίδιο και απαράλλαχτο όλες αυτές τις χιλιετίες, για να θυμίζει κάτι από τα «παλιά εκείνα χρόνια» και να μας συνδέει τελικά με αυτά. Βέβαια, τότε ξεκίνησε να χρησιμοποιείται ως απαραίτητο εργαλείο για το κυνήγι, ως αναγκαίο μέσο, δηλαδή, για την επιβίωση του νεολιθικού ανθρώπου, ενώ με τον καιρό μετατράπηκε σε ένα αρκετά αποτελεσματικό όπλο στα χέρια δεινών πολεμιστών της αρχαιότητας. Παράλληλα με την εξέλιξη των ανθρώπινων κοινωνιών, κατ’ επέκταση και των πολεμικών όπλων, η σφεντόνα έγινε απλά ένα παιχνίδι, το οποίο, τουλάχιστον μέχρι πριν από λίγες δεκαετίες, έβλεπε κανείς μικρά παιδιά να το μεταφέρουν στην πίσω τσέπη των κοντών παντελονιών τους…»

Στο σημείο αξίζει να θυμίσουμε σε όλους όσους έχουν μια ηλικία πάνω από 50 ετών ότι στα παιδικά ή μαθητικά μας χρόνια όλοι σχεδόν είχαμε από μία σφεντόνα στην τσέπη για να κυνηγήσουμε πουλιά! Ας δούμε, όμως, τι άλλο αναφέρει η παραπάνω περισπούδαστη μελέτη:

«Είναι μάλλον αρκετά γνωστό στους περισσότερους το πώς λειτουργεί και χρησιμοποιείται μια σφεντόνα χειρός, καθώς πολλοί ίσως να έχουν αναμνήσεις και εικόνες από το παιδικό αυτό παιχνίδι (βλ. Εικ. 2). Η σφεντόνα λοιπόν αποτελείται από έναν μικρό θύλακα, που συγκρατεί το βλήμα, και δύο λουριά, τις άκρες των οποίων κρατά στο δεξί του χέρι συνήθως ο επίδοξος σφενδονητής (Παπαευθυμίου-Παπανθίμου 1989: 158). Για τη ρίψη μιας βολής, η σφεντόνα πρέπει να περιστραφεί σταθερά και με δύναμη μία ή δύο φορές (οι περισσότερες περιστροφές όχι μόνο δεν είναι απαραίτητες, αλλά αποπροσανατολίζουν συχνά και από το στόχο) στο ύψος περίπου των ώμων και στη συνέχεια να απελευθερωθεί απότομα το ένα λουρί. Με αυτόν τον τρόπο η ενέργεια από την περιστροφή μεταφέρεται στο βλήμα, το οποίο μπορεί να εκσφενδονιστεί με ταχύτητα πάνω από 100 χλμ. την ώρα (Βουτυρόπουλος 1996: 65).
Αξίζει να τονιστεί ότι το μήκος των λουριών μπορεί να κυμαίνεται σε διαφορετικά επίπεδα ανάλογα με την απόσταση που απαιτείται να καλύψει το βλήμα. Με άλλα λόγια, όσο πιο επιμήκης είναι η σφεντόνα, τόσο μεγαλύτερο βεληνεκές αποκτά το βλήμα.

«Στην αρχαιότητα η σφεντόνα ήταν δερμάτινη ή πλεκτή από σκοινί, λινάρι ή μαλλί, από φθαρτά δηλαδή υλικά, γεγονός που καθιστά τη διατήρησή της στο πέρασμα των αιώνων σχεδόν αδύνατη. Ελάχιστα είναι τα παραδείγματα στα αρχαιολογικά χρονικά όπου μία σφεντόνα διασώζεται ακέραια ή έστω αποσπασματικά. Οι αρχαιότερες σωζόμενες σφεντόνες προέρχονται από την Αίγυπτο από τον τάφο του Τουτανχαμών, ο οποίος πέθανε περίπου το 1325 π.Χ. (Εικ. 3). Πρόκειται για ένα ζευγάρι περίτεχνα πλεγμένων σφεντόνων, που βρέθηκαν μαζί με άλλα όπλα, προφανώς για να συντροφεύουν τον Φαραώ σε μεταθανάτιους κυνηγετικούς αγώνες. Ακόμη μία εντοπίστηκε στο Φαγιούμ της Αιγύπτου το 1914 από τον W. M. Petrie. Βρέθηκε σε αποσπασματική μορφή δίπλα σε μία σιδερένια αιχμή δόρατος και χρονολογείται περίπου το 800 π.Χ.

Η σφεντόνα χρησιμοποιήθηκε ευρέως και στο Νέο Κόσμο για κυνηγετικούς, πολεμικούς ή ψυχαγωγικούς σκοπούς. Η πρώτη ακέραια προϊστορική σφεντόνα της αμερικανικής ηπείρου προέρχεται από τη Βόρεια Αμερική, από το σπήλαιο Lovelock της Νεβάδα. Εντοπίστηκε στο λαιμό ενός εν μέρει μουμιοποιημένου εξάχρονου αγοριού και χρονολογείται το 532 π.Χ. περίπου. Η εύρεση της σφεντόνας σε παιδική ταφή οδηγεί στο συμπέρασμα ότι αυτή μάλλον αποτελούσε παιχνίδι, καθώς ένα άτομο τόσο νεαρής ηλικίας με δυσκολία θα μπορούσε να ασχοληθεί με το κυνήγι και πολύ περισσότερο με οποιαδήποτε μορφή πολεμικής σύγκρουσης. Αρκετές σφεντόνες, ακέραιες ή αποσπασματικά σωζόμενες, συλλέχτηκαν και από το αρχαίο Περού (Heizer & Johnson 1952: 139-40).»

Τι λέει ο Όμηρος

«Μέσα από γραπτές πηγές και αναπαραστάσεις επιβεβαιώνεται η διαχρονικότητα της χρήσης της σφεντόνας σε κυνηγετικές και πολεμικές κυρίως δραστηριότητες, μια χρήση που εκτείνεται χωρικά από την Ευρώπη και τη Ασία ως την Αμερική και χρονικά από την προϊστορική εποχή ως τις μέρες μας. Ο ΄Ομηρος στην Ιλιάδα του (Ραψωδία Ν, στίχος 712 κ.ε.) συγκαταλέγει τη σφεντόνα μαζί με το τόξο και το δόρυ στον πολεμικό εξοπλισμό των Αχαιών και των Τρώων. Αργότερα ΄Ελληνες και Ρωμαίοι συγγραφείς, όπως ο Ηρόδοτος (κεφάλαιο 9, 63), ο Θουκυδίδης (VI 43), ο Ξενοφώντας (Ανάβαση, III), ο Καίσαρας (De bello gallico V 43, II 7,1) και ο Πολύβιος (III 33, 11) καταγράφουν και μαρτυρούν τη μακροχρόνια και αποτελεσματική χρήση της σφεντόνας σε πολεμικές εκστρατείες της εποχής, εξαίροντας ταυτόχρονα τις ικανότητες ξακουστών και επίλεκτων σφενδονητών του αρχαίου κόσμου, τους Ρόδιους, τους Βαλεάρες και τους Κρήτες δηλαδή. Η τοιχογραφία από το Νεολιθικό οικισμό του Çatal Hüyük στην Τουρκία (Εικ. 4) φανερώνει την πρώιμη χρήση της σφεντόνας στο κυνήγι, ενώ στο ασημένιο ρυτό της πολιορκίας (Εικ. 5) από το λακκοειδή τάφο IV του ταφικού περιβόλου Α των Μυκηνών (1550-1500 π.Χ.) εικονίζονται τρεις γυμνοί σφενδονητές που υπερασπίζονται με ζήλο την οχυρωμένη πόλη δίπλα στη θάλασσα…»

Και πιο κάτω:

«Στην Ελλάδα ο πρώτος που επισήμανε την ύπαρξη βλημάτων ήταν ο X. Τσούντας (1908) στις ανασκαφές του στο Σέσκλο, το Διμήνι και τη Μαρμάριανη. Πάντως, αναφορές για την εύρεση πήλινων ή λίθινων πεσσών σφεντόνας εντοπίζονται σε αρκετές δημοσιεύσεις, αν και στις περισσότερες δε δίνονται περεταίρω στοιχεία.
Οι μοναδικοί που έχουν καταπιαστεί ως τώρα εν μέρει με τη χρήση και ερμηνεία αυτών των αντικειμένων είναι ο Ν. Ευστρατίου (1982), η Αικ. Παπαευθυμίου-Παπανθίμου (1989, 1998) και ο Ν. Βουτυρόπουλος (1991, 1996).
Ο G. Childe ήταν εκείνος που έστρεψε την προσοχή στην παρουσία βλημάτων σε νεολιθικούς οικισμούς του ελλαδικού χώρου το 1951 με το άρθρο του «The significance of the sling for Greek Prehistory», στο οποίο αναφέρει χαρακτηριστικά ότι οι προϊστορικοί αρχαιολόγοι έχουν την τάση να αγνοούν εντελώς αυτό το υλικό με το σκεπτικό ότι κάθε βότσαλο μπορεί να λειτουργήσει ως βλήμα και ότι δεν πρόκειται για τεχνουργήματα, για αντικείμενα δηλαδή που έχουν υποστεί κάποια ανθρώπινη επεξεργασία.
΄Ομως, έστω κι αν αυτά ισχύουν, είναι μέρος μόνο της πραγματικότητας, διότι αναιρούν τελείως το γεγονός ότι υπάρχουν και πήλινα βλήματα σφεντόνας, τα οποία κάποιος έπλασε, έδωσε συγκεκριμένο σχήμα και έψησε (…)».


Τα βλήματα ή αλλιώς οι πεσσοί ή σύμφωνα με την αγγλική ορολογία οι σφαίρες σφενδόνης (sling bullets) αποτελούν το απαραίτητο συμπλήρωμα μιας σφεντόνας χειρός. Εξαιτίας, όμως, της φθαρτότητας του υλικού κατασκευής της, τα βλήματα (βλ. Εικ. 13) είναι τα μοναδικά σχεδόν αρχαιολογικά τεκμήρια της ύπαρξης και εξάπλωσής της ανά τον κόσμο. Η ονομασία τους παραπέμπει γενικά σε κυνηγετικές, αθλητικές, ψυχαγωγικές ή πολεμικές δραστηριότητες και
προέρχεται από την αρχαία ελληνική γλώσσα. Το ουσιαστικό πεσσός παράγεται από το αρχαίο ρήμα πίπτω που σημαίνει πέφτω, ενώ το ουσιαστικό βλήμα παράγεται από το αρχαίο ρήμα βάλλω που σημαίνει χτυπώ ή ρίχνω, ακόντιο συνήθως, από μακριά.

Η κα Αδαμίδου συνεχίζει τη μελέτη της και φθάνει στο Δισπηλιό Καστοριάς, όπου, μεταξύ άλλων, γράφει και τα εξής:

«Στο Νεολιθικό οικισμό του Δισπηλιού Καστοριάς εντοπίστηκαν συνολικά 102 βλήματα σφεντόνας, εκ των οποίων τα 66 είναι πήλινα και τα 36 λίθινα. Το σχήμα που κυριαρχεί στα πήλινα βλήματα είναι το αμφικωνικό, ακολουθεί το ωοειδές και σε πολύ μικρότερο ποσοστό το σφαιρικό. Οι περισσότεροι πήλινοι πεσσοί σώζονται ακέραιοι ή σχεδόν ακέραιοι, ενώ μόνο σε έξι περιπτώσεις το δείγμα έχει σωθεί σε μέγεθος μικρότερο του μισού, και διατηρούνται σε καλή έως μέτρια κατάσταση με ελάχιστες εξαιρέσεις, όπου τα αντικείμενα φέρουν έντονες φθορές στην επιφάνειά τους. Το χρώμα του πηλού είναι συνήθως καστανό (ανοιχτό έως σκούρο) ή ερυθρό (ανοιχτό έως σκούρο), αλλά βρέθηκαν και παραδείγματα όπου ο πηλός είναι μαύρος ή τεφρός σκούρος είτε σε ολόκληρη την επιφάνεια του πεσσού είτε εν μέρει, προφανώς ως αποτέλεσμα των συνθηκών όπτησης ή μεταγενέστερης επαφής με φωτιά ή καπνό. Το μήκος των ακέραιων πήλινων πεσσών είναι συνήθως γύρω στα 5 εκ., η διάμετρός τους γύρω στα 3 εκ. και το βάρος τους περίπου 60γρ.
Σε κανέναν πεσσό δεν υπάρχει οποιοδήποτε είδος διακόσμησης. Στην οριζόντια κατανο-μή των πήλινων βλημάτων σφεντόνας κυριαρχεί η μεγάλη συγκέντρωση της τομής 7β.
Εδώ εντοπίστηκαν συνολικά τριάντα βλήματα (27 πήλινα και 3 λίθινα) σε δύο στρώσεις και σε πυκνή κυκλική διάταξη, δηλαδή το ένα ακριβώς δίπλα και πάνω στο άλλο. Ο τρόπος που βρέθηκαν τοποθετημένα οδηγεί στο συμπέρασμα ότι μάλλον πρόκειται για το περιεχόμενο ενός σάκου ή σκεύους από οργανικά υλικά, το οποίο με την πάροδο του χρόνου αποσυντέθηκε. Το γεγονός αυτό της μεταφοράς και αποθήκευσης των βλημάτων σηματοδοτεί και την πρώτη τέτοιου είδους αρχαιολογική μαρτυρία στον ελλαδικό χώρο, καθώς βιβλιογραφικά τουλάχιστον δεν έχει αναφερθεί πουθενά κάτι αντίστοιχο.(…)».

Δεν θα προχωρήσουμε περισσότερο. Είναι αρκετά πλέον α στοιχεία για να μας πείσουν ότι η σφεντόνα που κρατούσε ο Δαβίδ και σκότωσε τον Γολιάθ δεν ήταν κάτι που είχαν οι βιβλικοί, αλλά και οι αρχαίοι Έλληνες.

Κοινή η πορεία, κοινή η σύμπλευση, κοινά και πολλά άλλα στοιχεία που αποδεικνύουμε με τόσα και τόσα ντοκουμέντα, τα οποία υπάρχουν μέσα στα βιβλία μας!...

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
1. Άγγελος Π. Σακκέτος: «Ιησούς Χριστός: Ελληνισμός-Χριστιανισμός», Εκδόσεις Δημιουργία, Αθήνα 20000.
2. «…και έθεσεν ο Δαυίδ την χείραν του εις τον σάκκον του και
λαβών λίθον εξ αυτού, εξεσφενδόνισεν αυτόν και εκτύπησε τον
Φιλισταίον επί του μετώπου του […] ούτω ο Δαυίδ κατέβαλε τον
Φιλισταίον με σφενδόνην και με λίθον, εκτύπησε τον Φιλι-
σταίον και εφόνευσεν αυτόν…» (Σαμουήλ Α΄, 17:49-50)
3. http://users.sch.gr/aiasgr/Agiologia/Palaia_Diathikh/Basileis/Basilias_Dabid.htm
Αδαμίδου, Α. «Βλήματα Σφεντόνας στη Νεολιθική Εποχή: Η Περίπτωση του Δισπηλιού». Θεσσαλονίκη: Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Τμήμα Ιστορίας & Αρχαιολογίας [Μεταπτυχιακή εργασία].