11/12/12 0:12 - Ο σημαντικός λόγος του Οδυσσέα Ελύτη κατά την απονομή του Νόμπελ Λογοτεχνίας!...

 

Ο σημαντικός λόγος του Οδυσσέα Ελύτη κατά την απονομή του Νόμπελ Λογοτεχνίας!...

Διαβάστε ποιος ήταν ο Οδυσσέας Ελύτης και τον ιστορικό λόγο τον οποίον εκφώνησε στη Σουηδική Ακαδημία κατά την παραλαβή του Νόμπελ Λογοτεχνίας!...

ΕΙΝΑΙ γνωστό ότι ο Οδυσσέας Ελύτης (1911-1996) είναι ένας μεγάλος νεοέλληνας ποιητής. Το πραγματικό του όνομα ήταν Οδυσσέας Αλεπουδέλης. Ο Ελύτης είναι ο δεύτερος Έλληνας ποιητής μετά το Γ. Σεφέρη που τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας και ο οποίος σημάδεψε με χαρακτηριστικό τρόπο τη λογοτεχνική πραγματικότητα της χώρας μας από το 1940 και μετά.
Γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης. Ήταν γιος του βιομηχάνου Παναγιώτη Αλεπουδέλη και της Μαρίας Βρανά. Εγκαταστάθηκε μετά το 1914 (α' παγκόσμιος πόλεμος) με την οικογένειά του στην Αθήνα. Γόνος πλούσιας οικογένειας, με αρκετές διασυνδέσεις στον πολιτικό χώρο, ο Ελύτης θα γνωρίσει σε μικρή ηλικία αρκετούς τόπους και αρκετά ενδιαφέροντα πρόσωπα, θα διαμορφωθεί μέσα στο ιδιαίτερο κλίμα της περιόδου (βαλκανικοί πόλεμοι, εθνικός διχασμός, Μικρασιατική καταστροφή), θα ταξιδέψει προσλαμβάνοντας παραστάσεις.
Έχοντας ήδη εκδηλώσει το ενδιαφέρον του για τη λογοτεχνία, όπως μαρτυρούν εφηβικού χαρακτήρα συνεργασίες στη «Διάπλαση των Παίδων» καταρχήν, αργότερα και σε άλλα περιοδικά, εγγράφεται το 1930 στη Νομική σχολή του πανεπιστημίου Αθηνών, κυρίως για να ικανοποιήσει τη σχετική επιθυμία της οικογένειας (ο πατέρας του πέθανε το 1925). Αν στην επιφάνεια όμως βρίσκονται οι πανεπιστημιακές σπουδές, στο βάθος κυριαρχούν οι ποιητικές αναγνώσεις, κυρίως αυτές των υπερρεαλιστικών έργων. Η γνωριμία του Ελύτη με τον υπερρεαλισμό θα παγιωθεί μέσω της γνωριμίας του με το χαρακτηριστικότερο ίσως εκπρόσωπο του κινήματος στην Ελλάδα, τον Ανδρέα Εμπειρίκο, η οποία θα εξελιχθεί σε ισόβια φιλία, αλλά και σχέση μύησης του νεαρού Ελύτη στο πρωτοποριακό αυτό λογοτεχνικό ρεύμα. Την ίδια χρονιά ξεκινά ένας γόνιμος κύκλος συνεργασίας του ποιητή με το περιοδικό «Νέα Γράμματα», που θα σημάνει και την επίσημη, κατά κάποιο τρόπο, είσοδο του Ελύτη στα λογοτεχνικά δρώμενα και τις λογοτεχνικές ομάδες της περιόδου (γνωρίζεται με Σεφέρη, Καραντώνη, Κατσίμπαλη, Θεοτοκά, Γκάτσο κ.ά.).
Το 1936 (δικτατορία Μεταξά), ο Ελύτης εγκαταλείπει τις σπουδές του και κατατάσσεται στο στρατό (Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών), ενώ με την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου (28 Οκτωβρίου 1940) επιστρατεύεται στην πρώτη γραμμή του μετώπου. Ένα χρόνο πριν είχε εκδοθεί η πρώτη ποιητική συλλογή του, οι «Προσανατολισμοί».
Ο Ελύτης επέστρεψε στην Αθήνα το 1941, έχοντας γλιτώσει ως εκ θαύματος το θάνατο (είχε προσβληθεί από κοιλιακό τύφο). Το 1948 αναχωρεί για το Παρίσι όπου θα μείνει ως το 1952 (με διαλείμματα κατά τα οποία ταξιδεύει σε Ισπανία, Αγγλία και αλλού) γνωρίζοντας σημαντικές προσωπικότητες των γραμμάτων και των τεχνών (Αντρέ Μπρετόν, Πολ Ελιάρ, Τριστάν Τζαρά, Πάμπλο Πικάσο κ.ά.). Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1952, για να ξεκινήσει ένας νέος κύκλος δραστηριοτήτων (διευθυντής προγράμματος ΕΙΡ την περίοδο 1953-1954, μέλος του Δ.Σ. του «Θεάτρου Τέχνης», συμμετοχή σε συνέδρια, μεταφράσεις κτλ.).
Με την επιβολή της δικτατορίας του 1967 ο Ελύτης θα αντιδράσει με τη σιωπή και την αποχή από πνευματικές δραστηριότητες, ενώ το 1969 φεύγει ξανά για το Παρίσι. Μεσολαβεί μια επίσκεψη στην Κύπρο (1970) και το 1971 επιστρέφει στην Ελλάδα. Θα ακολουθήσει μια διαρκώς ανοδική πορεία που θα αποφέρει την παγκόσμια καταξίωση με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1979. Πέθανε στην Αθήνα.
Πέρα από τα όποια βιογραφικά στοιχεία, αυτό που δίνει το ακριβές στίγμα του Ελύτη είναι το ποιητικό, δοκιμιακό και μεταφραστικό του έργο, το οποίο περιλαμβάνεται στα ακόλουθα βιβλία:
α) Ποίηση: «Προσανατολισμοί» (1940), «Ήλιος ο Πρώτος» (1943), «Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας» (1945), «Η καλοσύνη στις λυκοποριές» (1947), «Το Άξιον Εστί» (1959), «Έξη και μία τύψεις για τον ουρανό» (1960), «Το φωτόδεντρο και η δέκατη τέταρτη ομορφιά» (1971), «Ο Ήλιος ο Ηλιάτορας» (1971), «Το Μονόγραμμα» (1972), «Τα ρω του έρωτα» (1972), «Τα ετεροθαλή» (1974), «Μαρία Νεφέλη» (1978), «Τρία ποιήματα σε σημαία ευκαιρίας» (1982), «Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου» (1984), «Ο Μικρός Ναυτίλος» (1985), «Τα ελεγεία της Οξώπετρας» (1992), «Δυτικά της λύπης» (1995), «Ο κήπος με τις αυταπάτες» (1995).
β) Δοκίμιο: «Ο ζωγράφος Θεόφιλος» (1973), «Ανοιχτά χαρτιά» (1973), «Η μαγεία του Παπαδιαμάντη» (1976), «Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο» (1979), «Τα δημόσια και τα ιδιωτικά» (1990), «Εν λευκώ» (1993).
γ) Μεταφράσεις: Πολ Ελιάρ «Ποιήματα» (1936), Πιέρ Ζαν Ζουβ «Ποιήματα» (1938), «Δεύτερη γραφή» (1976), «Σαπφώ» (1984), «Η αποκάλυψη του Ιωάννου» (1985). Παράλληλα έχει μεταφράσει θεατρικά έργα των Μπρεχτ, Ζιροντού κ.ά.
Αυτό που χαρακτηρίζει κυρίως την ποίηση του Ελύτη είναι η πολυσυλλεκτική διάθεση από τη μια, σε ό,τι αφορά την άντληση του υλικού, και η ολοένα διευρυνόμενη ματιά προς ένα συγκεκριμένο κάθε φορά κέντρο. Το πέρασμά του, η γνωριμία του με τον υπερρεαλισμό θα αποδειχθεί γόνιμο, καθώς ο ποιητής θα λάβει το μήνυμα της απόλυτης ελευθερίας που ευαγγελίστηκε το πρωτοποριακό αυτό κίνημα και θα το εφαρμόσει απαρέγκλιτα, παραχωρώντας έτσι στο πηγαίο ταλέντο του τον απεριόριστο ζωτικό χώρο που του ήταν αναγκαίος. Κατά τα άλλα, ο ποιητής δε θα δεσμευθεί από τις λοιπές υπερρεαλιστικές αρχές και κατευθύνσεις. Ταλαντευόμενος στο μεταίχμιο ενός προσωπικού λόγου και της υπερρεαλιστικής γραφής στους «Προσανατολισμούς», θα ταχθεί αβίαστα στην αναζήτηση του πρώτου από κει και πέρα.
Ο Ελύτης καταφέρνει από συλλογή σε συλλογή μια ανανέωση προκλητική σχεδόν για την ωριμότητα και την ενέργειά της. Ο μύθος γίνεται προσωπικότερος και επιμερίζεται. Ο ποιητής προκρίνει κάθε φορά ένα προς ένα τα μέσα που τον συναποτελούν και τα εξαντλεί.
Το βιβλίο του «Ανοιχτά Χαρτιά» (1973), που περιέχει τα κατά καιρούς δημοσιευμένα δοκίμια του συγγραφέα, δίνει τις πρώτες κατευθύνσεις, για την αναζήτηση πηγών, επιρροών αρεσκειών και απαρεσκειών, που αντικατοπτρίζονται στο πρωτότυπο έργο, ενώ παράλληλα αποδεικνύει και έναν ικανότατο δοκιμιογράφο και είναι ευτύχημα ότι ο Ελύτης δημοσίευσε περισσότερα ανάλογα δείγματα στον τόμο «Εν λευκώ» το 1993.
Αν αντιστοιχίσει κανείς τα παραπάνω με τις μεταφραστικές επιλογές της «Δεύτερης Γραφής» (περιέχει μεταφράσεις ποιημάτων των Ρεμπό, Λοτρεαμόν, Πιερ Ζαν Ζουβ, Ελιάρ, Λόρκα, Μαγιακόφσκι, Ουγκαρέτι) θα πετύχει, όσο αυτό είναι επιτρεπτό, μια πρώτη προσέγγιση στον προσωπικό κόσμο του ποιητή. (Εγκυκλοπαίδεια «Μαλλιάρης-παιδεία»)


Ο Λόγος του Οδυσσέα Ελύτη στη Σουηδική Ακαδημία
Στοκχόλμη, 8 Δεκεμβρίου 1979

«ΑΣ μου επιτραπεί, παρακαλώ, να μιλήσω στο όνομα της φωτεινότητας και της διαφάνειας.
Επειδή οι ιδιότητες αυτές είναι που καθορίσανε τον χώρο μέσα στον οποίο μου ετάχθη να μεγαλώσω και να ζήσω. Και αυτές είναι που ένιωσα, σιγά-σιγά, να ταυτίζονται μέσα μου με την ανάγκη να εκφρασθώ.
Είναι σωστό να προσκομίζει κανείς στην τέχνη αυτά που του υπαγορεύουν η προσωπική του εμπειρία και οι αρετές της γλώσσας του.
Πολύ περισσότερο όταν οι καιροί είναι σκοτεινοί και αυτό που του υπαγορεύουν είναι μια όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ορατότητα.
Δεν μιλώ για τη φυσική ικανότητα να συλλαμβάνει κανείς τ' αντικείμενα σ' όλες τους τις λεπτομέρειες αλλά για τη μεταφορική, να κρατά την ουσία τους και να τα οδηγεί σε μια καθαρότητα τέτοια που να υποδηλώνει συνάμα την μεταφυσική τους σημασιολογία.
Ο τρόπος με τον οποίο μεταχειρίστηκαν την ύλη οι γλύπτες της Κυκλαδικής περιόδου, που έφτασαν ίσια-ίσια να ξεπεράσουν την ύλη, το δείχνει καθαρά. Οπως επίσης, ο τρόπος που οι εικονογράφοι του Βυζαντίου επέτυχαν από το καθαρό χρώμα να υποβάλλουν το «θείο».
Μια τέτοια, διεισδυτική και συνάμα μεταμορφωτική, επέμβαση, μέσα στην πραγματικότητα επεχείρησε πιστεύω ανέκαθεν και κάθε υψηλή ποίηση.
Όχι ν' αρκεστεί στο «νυν έχον» αλλά να επεκταθεί στο «δυνατόν γενέσθαι».
Κάτι που, είναι η αλήθεια, δεν εκτιμήθηκε πάντοτε. Ίσως γιατί οι ομαδικές νευρώσεις δεν το επέτρεψαν. Ίσως γιατί ο ωφελιμισμός δεν άφησε τα μάτια των ανθρώπων ανοιχτά όσο χρειάζεται. Η ομορφιά και το φως συνέβη να εκληφθούν άκαιρα ή ανώδυνα. Και όμως. Η διεργασία που απαιτείται για να φτάσει κανείς στο σχήμα του Αγγέλου είναι, πιστεύω πολύ πιο επώδυνη από την άλλη που εκμαιεύει όλων των λογιών τους Δαιμόνους.
Βέβαια υπάρχει το αίνιγμα. Βέβαια υπάρχει το μυστήριο.
Αλλά το μυστήριο δεν είναι μια σκηνοθεσία που επωφελείται από τα παιχνίδια της σκιάς και του σκότους για να μας εντυπωσιάσει απλώς. Είναι αυτό που εξακολουθεί να παραμένει μυστήριο και μέσα στο απόλυτο φως. Είναι τότε που προσλαμβάνει την αίγλη εκείνη που ελκύει και που την ονομάζουμε ομορφιά. Την ομορφιά που είναι μια οδός -η μόνη ίσως οδός- προς το άγνωστο μέρος του εαυτού μας, προς αυτό που μας υπερβαίνει. Επειδή αυτό είναι στο βάθος η ποίηση: η τέχνη να οδηγείσαι και να φτάνεις προς αυτό που σε υπερβαίνει.
Από τα μυριάδες μυστικά σήματα, που μ' αυτά είναι διάσπαρτος ο κόσμος και που αποτελούν άλλες τόσες συλλαβές μιας άγνωστης γλώσσας, να συνθέσεις λέξεις και από τις λέξεις φράσεις που η αποκρυπτογράφησή τους να σε φέρνει πιο κοντά στην βαθύτερη αλήθεια.
Πού λοιπόν βρίσκεται σε έσχατη ανάλυση η αλήθεια; Στην φθορά και στον θάνατο που διαπιστώνουμε κάθε μέρα γύρω μας ή στη ροπή που μας ωθεί να πιστεύουμε ότι αυτός ο κόσμος είναι ακατάλυτος και αιώνιος; Είναι φρόνιμο ν' αποφεύγουμε τις μεγαλεπήβολες εκφράσεις, το ξέρω. Οι κατά καιρούς κοσμολογικές θεωρίες τις χρησιμοποίησαν, ήρθαν σε σύγκρουση, ακμάσανε, πέρασαν. Η ουσία όμως έμεινε, μένει. Και η ποίηση, που εγείρεται στο σημείον όπου ο ορθολογισμός καταθέτει τα όπλα του για να τ' αναλάβει εκείνη και να προχωρήσει μέσα στην απαγορευμένη ζώνη, ελέγχεται να είναι ίσια-ίσια εκείνη που προσβάλλεται λιγότερο από τη φθορά. Διασώζει σε καθαρή μορφή τα μόνιμα, τα βιώσιμα στοιχεία που καταντούν δυσδιάκριτα μέσα στο σκότος της συνείδησης όπως τα φύκια μέσα στους βυθούς των θαλασσών.
Να γιατί μας χρειάζεται η διαφάνεια. Για να διακρίνουμε τους κόμπους στο νήμα που μες από τους αιώνες τεντώνεται και μας βοηθεί να σταθούμε όρθιοι πάνω σ' αυτή τη γη.
Από τον Ηράκλειτο έως τον Πλάτωνα και από τον Πλάτωνα έως τον Ιησού διακρίνουμε αυτό το «δέσιμο» που φτάνει κάτω από διάφορες μορφές ως τις ημέρες μας και που μας λέει περίπου το ίδιο: ότι εντός του κόσμου τούτου εμπεριέχεται και με τα στοιχεία του κόσμου τούτου ανασυντίθεται ο άλλος κόσμος, ο «πέραν» η δεύτερη πραγματικότητα η υπερτοποθετημένη επάνω σ' αυτήν όπου παρά φύσιν ζούμε. Είναι μια πραγματικότητα που τη δικαιούμαστε και που από δική μας ανικανότητα δεν αξιωνόμαστε.
Δεν είναι διόλου τυχαίο ότι σε εποχές υγιείς το κάλλος ταυτίσθηκε με το αγαθόν και το αγαθόν με τον Ήλιο. Κατά το μέτρο που η συνείδηση καθαίρεται και πληρούται με φως, τα μελανά σημεία υποχωρούν και σβήνουν αφήνοντας κενά που -όπως ακριβώς στους φυσικούς νόμους- τα αντίθετά τους έρχονται να πληρώσουν τη θέση τους.
Κι αυτό, με τέτοιον τρόπο που τελικά το δημιουργημένο αποτέλεσμα να στηρίζεται και στις δύο πλευρές, θέλω να πω στο «εδώ» και στο «επέκεινα». Ο Ηράκλειτος δεν είχε ήδη μιλήσει για μιαν «εκ των διαφερόντων καλλίστην αρμονίην»; Εάν είναι ο Απόλλων ή η Αφροδίτη, ο Χριστός ή η Παναγία, που ενσαρκώνουν και προσωποποιούν την ανάγκη να δούμε υλοποιημένο εκείνο που σε ορισμένες στιγμές διαισθανόμαστε, δεν έχει σημασία. Σημασία έχει η αναπνοή της αθανασίας που μας επιτρέπουν. Η ποίηση οφείλει, κατά την ταπεινή μου γνώμη, πέραν από συγκεκριμένα δόγματα, να επιτρέπει αυτή την αναπνοή.
Πως να μην αναφερθώ εδώ πέρα στον Φρειδερίκο Χαίλντερλιν, τον μεγάλο ποιητή που με το ίδιο πνεύμα εστράφηκε προς τους Θεούς του Ολύμπου και προς τον Ιησού; Η σταθερότητα που έδωσε σ' ένα είδος οράματος είναι ανεκτίμητη. Και η έκταση που μας αποκάλυψε μεγάλη. Θα έλεγα τρομακτική. Αυτή άλλωστε είναι που τον έκανε, όταν μόλις ακόμη άρχιζε το κακό που σήμερα μας πλήττει, ν' ανακράξει: Wozu Dichter in durftiger Zeit!
Οι καιροί φευ εστάθηκαν ανέκαθεν για τον άνθρωπο durftiger. Αλλά και η ποίηση ανέκαθεν λειτουργούσε. Δύο φαινόμενα προορισμένα να συνοδεύουν την επίγεια μοίρα μας και που το ένα τους αντισταθμίζει το άλλο. Πως αλλιώς. Αφού και η νύχτα και τ' άστρα εάν μας γίνονται αντιληπτά είναι χάρη στον ήλιο.
Με τη διαφορά ότι ο ήλιος, κατά τη ρήση του αρχαίου σοφού, εάν υπερβεί τα μέτρα καταντά «ύβρις». Χρειάζεται να βρισκόμαστε στη σωστή απόσταση από τον ηθικόν ήλιο, όπως ο πλανήτης μας από τον φυσικόν ήλιο, για να γίνεται η ζωή επιτρεπτή. Μας έφταιγε άλλοτε η αμάθεια. Σήμερα μας φταίει η μεγάλη γνώση. Δεν έρχομαι μ' αυτά που λέω να προστεθώ στην μακρά σειρά των επικριτών του τεχνικού μας πολιτισμού. Μια σοφία παλαιή όσο και η χώρα που μ' εξέθρεψε, μ' εδίδαξε να δέχομαι την εξέλιξη, να χωνεύω την πρόοδο μαζί με όλα της τα παρεπόμενα, όσο δυσάρεστα και αν μπορεί να είναι αυτά.
Τότε όμως η ποίηση; Τί αντιπροσωπεύει μέσα σε μια τέτοια κοινωνία; Απαντώ: τον μόνο χώρο όπου η δύναμη του αριθμού δεν έχει πέραση. Και ακριβώς, η εφετινή απόφασή σας να τιμήσετε στο πρόσωπό μου την ποίηση μιας μικρής χώρας δείχνει σε πόσο αρμονική ανταπόκριση βρίσκεστε με την χαριστική αντίληψη της τέχνης, την αντίληψη ότι η τέχνη είναι η μόνη εναπομένουσα πολέμιος της ισχύος που κατήντησε να έχει στους καιρούς μας η ποσοτική αποτίμηση των αξιών.
Είναι, το ξέρω, άτοπο ν' αναφέρεται κανείς σε προσωπικές περιπτώσεις. Και ακόμη πιο άτοπο να παινά το σπίτι του. Είναι όμως κάποτε απαραίτητο, στο βαθμό που αυτά βοηθούν να δούμε πιο καθαρά μιαν ορισμένη κατάσταση πραγμάτων. Και είναι σήμερα η περίπτωση. Μου εδόθηκε, αγαπητοί φίλοι, να γράφω σε μια γλώσσα που μιλιέται μόνον από μερικά εκατομμύρια ανθρώπων. Παρ' όλ' αυτά, μια γλώσσα που μιλιέται επί δυόμιση χιλιάδες χρόνια χωρίς διακοπή και μ' ελάχιστες διαφορές. Η παράλογη αυτή, φαινομενικά, διάσταση, αντιστοιχεί και στην υλικο-πνευματική οντότητα της χώρας μου. Που είναι μικρή σε έκταση χώρου και απέραντη σε έκταση χρόνου. Και το αναφέρω όχι διόλου για να υπερηφανευθώ αλλά για να δείξω τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ένας ποιητής όταν χρησιμοποιεί για τα πιο αγαπημένα πράγματα τις ίδιες λέξεις που χρησιμοποιούσαν μία Σαπφώ ή ένας Πίνδαρος π.χ. -χωρίς ωστόσο να έχει το αντίκρυσμα που είχαν εκείνοι επάνω στην έκταση της πολιτισμένης τότε ανθρωπότητας. Εάν η γλώσσα αποτελούσε απλώς ένα μέσον επικοινωνίας, πρόβλημα δεν θα υπήρχε. Συμβαίνει όμως ν' αποτελεί και εργαλείο μαγείας και φορέα ηθικών αξιών. Προσκτάται η γλώσσα στο μάκρος των αιώνων ένα ορισμένο ήθος. Και το ήθος αυτό γεννά υποχρεώσεις. Χωρίς να λησμονεί κανείς ότι στο μάκρος εικοσιπέντε αιώνων δεν υπήρξε ούτε ένας, επαναλαμβάνω ούτε ένας, που να μην γράφτηκε ποίηση στην ελληνική γλώσσα. Να τι είναι το μεγάλο βάρος παράδοσης που το όργανο αυτό σηκώνει. Το παρουσιάζει ανάγλυφα η νέα ελληνική ποίηση.
Η σφαίρα που σχηματίζει η νέα ελληνική ποίηση έχει, θα μπορούσε να πει κανείς, όπως κάθε σφαίρα δύο πόλους: τον βόρειο και τον νότιο. Στον ένα τοποθετείται ο Διονύσιος Σολωμός που από την άποψη της εκφραστικής επέτυχε -προτού υπάρξει ο Mallarme στα ευρωπαϊκά γράμματα- να χαράξει με άκρα συνέπεια και αυστηρότητα την αντίληψη της καθαρής ποίησης με όλα της τα παρεπόμενα: να υποτάξει το αίσθημα στη διάνοια, να εξευγενίσει την έκφραση και να δραστηριοποιήσει όλες τις δυνατότητες του γλωσσικού οργάνου προς την κατεύθυνση του θαύματος. Στον άλλο πόλο, τοποθετείται ο Κ. Π. Καβάφης, αυτός που παράλληλα με τον T.S. Eliot έφτασε στην άκρα λιτότητα, στη μεγαλύτερη δυνατή εκφραστική ακρίβεια, εξουδετερώνοντας τον πληθωρισμό στη διατύπωση των προσωπικών του βιωμάτων.
Ανάμεσα στους δύο αυτούς πόλους κινήθηκαν οι μεγάλοι μας άλλοι ποιητές, ο Ανδρέας Κάλβος, ο Κωστής Παλαμάς, ο Άγγελος Σικελιανός, ο Νίκος Καζαντζάκης, ο Γιώργος Σεφέρης, άλλος λιγότερο άλλος περισσότερο προς το έν ή το άλλο από τα δύο άκρα. Αυτή είναι μια πρόχειρη και όσο γίνεται πιο σχηματική χαρτογράφηση του νεοελληνικού ποιητικού λόγου. Το πρόβλημα για μας που ακολουθήσαμε ήταν να επωμιστούμε τα υψηλά διδάγματα που μας κληροδότησαν και, ο καθένας με τον τρόπο του, να τ' αρμόσουμε πάνω στη σύγχρονη ευαισθησία. Πέραν από τα όρια της τεχνικής, οφείλαμε να φτάσουμε σε μια σύνθεση που από το ένα μέρος ν' αναχωνεύει τα στοιχεία της ελληνικής παράδοσης και από το άλλο να εκφράζει τα κοινωνικά και ψυχολογικά αιτήματα της εποχής μας. Με άλλα λόγια, να φτάσουμε να προβάλλουμε τον τύπο του «Ευρωπαίου-Έλληνα». Δεν μιλώ για επιτυχίες μιλώ για προσπάθειες. Οι κατευθύνσεις είναι που έχουν σημασία για τον μελετητή της λογοτεχνίας.
Πώς όμως ν' αναπτυχθούν οι κατευθύνσεις αυτές ελεύθερα όταν οι συνθήκες της ζωής είναι στις ημέρες μας εξοντωτικές για τον δημιουργό; Και πως να διαμορφωθεί η πνευματική κοινότητα όταν οι φραγμοί των γλωσσών ορθώνονται αξεπέραστοι; Σας γνωρίζουμε και μας γνωρίζετε από το 20 ή έστω το 30% που απομένει ύστερα από την μεταγλώτισση. Ειδικά εμείς όλοι, όσοι κρατάμε από μια συγκεκριμένη παράδοση και αποβλέπουμε στα θαύματα του λόγου, στον σπινθήρα που τινάζουν εκάστοτε δύο λέξεις κατάλληλα τοποθετημένες, παραμένουμε βουβοί, αμετάδοτοι. Πάσχουμε από την έλλειψη μιας κοινής γλώσσας. Και ο αντίκτυπος απ' αυτή την έλλειψη -αν ανεβούμε την κλίμακα- σημειώνεται ακόμη και στην πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα της κοινής μας πατρίδας, της Ευρώπης.
Λέμε, και το διαπιστώνουμε κάθε μέρα, ότι ζούμε σ' ένα χάος ηθικό. Κι αυτό, τη στιγμή που ποτέ άλλοτε η κατανομή των στοιχείων της υλικής μας ύπαρξης δεν έγινε με τόσο σύστημα, τόση στρατιωτική θα έλεγα τάξη, τόσον αδυσώπητο έλεγχο. Η αντίφαση είναι διδακτική. Όταν σε δύο σκέλη το ένα υπερτροφεί, το άλλο ατροφεί. Μια αξιέπαινη ροπή να συνενωθούν σε ενιαία μονάδα οι λαοί της Ευρώπης, προσκόπτει σήμερα στην αδυναμία να συμπέσουν τα ατροφικά και τα υπερτροφικά σκέλη του πολιτισμού μας. Οι αξίες μας ούτε αυτές δεν αποτελούν μια γλώσσα κοινή.
Για τον ποιητή - μπορεί να φαίνεται παράξενο αλλά είναι αληθές -η μόνη κοινή γλώσσα που αισθάνεται να του απομένει είναι οι αισθήσεις. Εδώ και χιλιάδες χρόνια, ο τρόπος που αγγίζονται δύο σώματα δεν άλλαξε. Μήτε οδήγησε σε καμιά σύγκρουση όπως οι εικοσάδες των ιδεολογιών που αιματοκύλισαν τις κοινωνίες μας και μας άφησαν με αδειανά χέρια.
Ομως όταν μιλώ για αισθήσεις δεν εννοώ το προσιτό, πρώτο ή δεύτερο, επίπεδό τους. Εννοώ το απώτατο. Εννοώ τις «αναλογίες των αισθήσεων» στο πνεύμα. Ολες οι τέχνες μιλούν με ανάλογα. Μια οσμή μπορεί να είναι ο βούρκος ή η αγνότητα. Η ευθεία γραμμή ή η καμπύλη, ο οξύς ή ο βαθύς ήχος, αποτελούν μεταφράσεις κάποιας οπτικής ή ακουστικής επαφής. Όλοι μας γράφουμε καλά ή κακά ποιήματα κατά το μέτρο που ζούμε και διανοούμαστε με την καλή ή την κακή σημασία του όρου. Μια εικόνα πελάγους από τον Όμηρο φτάνει άθικτη ως τις ημέρες μας. Ο Rimbaud την αναφέρει σαν mer melee au soleil και την ταυτίζει με την αιωνιότητα. Ενα κορίτσι που κρατάει ένα κλώνο μυρτιάς από τον Αρχίλοχο επιβιοί σ' έναν πίνακα του Matisse και μας καθιστά πιο απτή την αίσθηση, τη μεσογειακή, της καθαρότητας.
Εδώ αξίζει να σκεφτεί κανείς ότι ακόμη και μία παρθένος της βυζαντινής εικονογραφίας, δεν διαφέρει πολύ. Παρά ένα κάτι ελάχιστο, συχνά, το εγκώσμιο φως γίνεται υπερκόσμιο και τανάπαλιν. Μια αίσθηση που μας δόθηκε από τους αρχαίους και μια άλλη από τους μεσαιωνικούς έρχονται να γεννήσουν μια τρίτη που τους μοιάζει όπως το παιδί στους γεννήτορές του.
Μπορεί η ποίηση ν' ακολουθήσει έναν τέτοιο δρόμο; Οι αισθήσεις μες απ' τον αδιάκοπο καθαρμό τους να φτάσουν στην αγιότητα; Τότε η αναλογία τους θα επαναστραφεί επάνω στον υλικό κόσμο και θα τον επηρεάσει.
Δεν αρκεί να ονειροπολούμε με τους στίχους. Είναι λίγο. Δεν αρκεί να πολιτικολογούμε. Είναι πολύ. Κατά βάθος ο υλικός κόσμος είναι απλώς ένας σωρός από υλικά. Θα εξαρτηθεί από το αν είμαστε καλοί ή κακοί αρχιτέκτονες το τελικό αποτέλεσμα. Ο Παράδεισος ή η Κόλαση που θα χτίσουμε. Εάν η ποίηση παρέχει μια διαβεβαίωση και δη στους καιρούς τους durftiger είναι ακριβώς αυτή: ότι η μοίρα μας παρ' όλ' αυτά βρίσκεται στα χέρια μας». (Από την www.kathimerini.gr)