06/01/13 20:52 - Τα Θεοφάνια των Χριστιανών και τα Επιφάνια των αρχαίων!

Τα Θεοφάνια των Χριστιανών και τα Επιφάνια των αρχαίων!..

Ορισμένοι αρνούνται την θειϊκή υπόσταση του Ιησού Χριστού και τα Θεοφάνιά Του κατά τη Βάπτιση ή τη Μεταμόρφωσή Του. Ωστόσο «αγνοούν» το γεγονός ότι και η αρχαία θρησκεία είχε διάφορες επιφάνιες θεοτήτων, που είναι άλλη μία απόδειξη Ομοιοτήτων Ελληνισμού-Χριστιανισμού. Η διαφορά είναι ότι ο κόσμος αποδέχθηκε ως θεό τον Ιησού Χριστό και τα Θεοφάνια του Κυρίου εδώ και 2000 χρόνια!...

Ο πρωθυπουργός κ. Αντώνης Σαμαράς, κατά τη σημερινή τελετή του Αγιασμού των Υδάτων στον Πειραιά,  απελευθέρωσε ένα περιστέρι στον ουρανό, την ώρα που ο κ. Ιερώνυμος έριξε το σταυρό στη θάλασσα!..

ΟΤΑΝ μιλάμε για Θεοφάνεια (1) ή Θεοφάνια ή Επιφάνια (2) του Κυρίου, πάντα εννοούμε την παρουσία τής Αγίας Τριάδος κατά τη Βάπτιση τού Χριστού στον Ιορδάνη. Την εορτή τών Φώτων ή την εορτή τής Βαπτίσεως τού Χριστού. Πρόκειται για την εμφάνιση του Θεού στους ανθρώπους. Επειδή, όμως, ορισμένοι νεοέλληνες αρνούνται ή δεν πιστεύουν στα Θεοφάνια ή Επιφάνια του Κυρίου, θα τους θυμίσουμε ποιοι άλλοι στην αρχαιότητα μιλούσαν κι αυτοί για επιφάνιες θεοτήτων, αλλά που ο κόσμος δεν αποδέχθηκε τελικά την θεϊκή υπόστασή τους και τον μόνο θεό που αναγνώρισαν οι άνθρωποι ήταν ο Ιησούς Χριστός!..

α) Ο Καλλίμαχος από την Κυρήνη (Κυρηναίος), υπήρξε ένας ποιητής και λόγιος του 4ου/3ου αι. π.Χ. Κατα­γόταν από αρχοντική οικογένεια, που προφανώς όμως φτώχυνε. Γεννήθηκε λίγο πριν από το 300. Νέος πήγε στην Αλεξάνδρεια και δοκίμασε εκεί να κάνει την τύχη του ως δάσκαλος μικρών παι­διών ο ίδιος έκανε τις σπουδές του δίπλα στον Ερμοκράτη από την Ιασό. Η μεγάλη τομή στη ζωή του έγινε όταν προσκλήθηκε στη Βιβλιοθή­κη, όπου του ανατέθηκε η κατάρτιση ενός κατα­λόγου των τεράστιων αποθεμάτων της - φαίνε­ται πως με την υπηρεσία αυτή ήταν συνδεδεμέ­νος και ένας αυλικός τίτλος. Την τεράστια εργα­τικότητα του μαρτυρεί ο αριθμός των 800 συνο­λικά - κατά την παράδοση - τόμων του έργου του, ενώ τον όγκο της δουλειάς του στη Βιβλιο­θήκη τον δείχνει ο κατάλογος των βιβλίων που κατάρτισε (120 τόμοι)... Δίπλα σε διάφορους επικούς μάλλον ύμνους (που προορίζονταν για σόλο-απαγγελία;) έχουμε  άλλους τρεις ύμνους, που - ολοκάθαρα - έχουν περισσότερο λατρευτικό χαρακτήρα. Στον δεύτερο Ύμνο, που αναφέρεται επίσης στον Απόλλωνα, ο ομιλητής αναγγέλλει μιαν «επιφάνια» του θεού, απευθύνεται προτρεπτικά σ' έναν Χορό αγοριών και επαινεί τον Απόλλωνα κάπως απροσδόκητα ως ιδρυτή πόλεων, εδώ ιδιαίτερα της Κυρήνης, της ιδιαίτερης πατρίδας του ποιητή.

β) Ο Ίστρος από την Κυρήνη (Κυρηναίος) ήταν ένας συγγραφέας με αρχαιογνωστικά ενδιαφέροντα και γραμματικός του 3ου αι. π.Χ. Από την καταγω­γή του ήταν δούλος. Υπήρξε μαθητής του Καλ­λίμαχου. Έγραψε έργα κυρίως αρχαιογνωστικού περιεχομένου, σε στίχους και σε πεζό λόγο. Η βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας του πρόσφερε από την άποψη αυτή πλούσιο υλικό. Ως συλλο­γές υλικού πρέπει επίσης να δούμε μερικά από τα έργα του: τα τουλάχιστο 14 βιβλία του έργου του που έφερε τον τίτλο «Αττικά» δεν ήταν μάλ­λον ιστορία της Αττικής, αλλά συγκέντρωση των σχετικών ιστορικών και μυθολογικών πλη­ροφοριών (άλλος τίτλος: Συναγωγή των Ατθί­δων)' παρόμοιο χαρακτήρα πρέπει να είχαν και τα έργα του για την Ήλιδα και την Αργολίδα {'Ηλιακά, Αργολικά), καθώς και μια μελέτη του για επιμέρους αιγυπτιακούς οικισμούς και για την πόλη Πτολεμαΐδα της Αιγύπτου. Υλικό από την ιστορία του πολιτισμού και της θρησκείας περιείχαν τα έργα του για επιφάνιες θεών (του Απόλλωνα, του Ηρακλή), για τοπικά έθιμα θυσι­ών (Κρήτη), για αγώνες κλπ.

γ) Η ηρωολατρία, ως γνωστόν, αποτελεί έναν ιδιαίτερο κλάδο της θρησκειολογίας. Στην περίπτωση ωστόσο του Φιλόστρατου δεν έχουμε βεβαιωθεί αν όλες οι αναφερόμενες λατρείες αντιστοιχούν στην πραγ­ματικότητα του 2ου και του 3ου αι. μ.Χ. και οι περιγραφόμενες επιφάνιες των ηρώων στην πί­στη των κατοίκων της βορειοδυτικής Μικρασίας. Ο «Ηρωικός» είναι ένα κείμενο πολύτιμο, η φιλο­λογική όμως έρευνα δεν το έχει ακόμα αναλύσει εξαντλητικά, και δεν αποκλείεται πολλά από τα στοιχεία που δίνει να αποδειχτεί πως είναι αυθαί­ρετες επίνοιες του συγγραφέα.

δ) Για την εποχή του Σόλωνα χαρακτηριστικά νέα θέματα του μύθου των θεών είναι προπαντός οι αγώνες των θεών με τους Γίγαντες και η τιμωρία άλλων ασεβών, του Προμηθέα, του Τιτυού, του Ακταίωνα και της Νιόβης. Άλλα θέματα θυμί­ζουν τους ομηρικούς' Υμνους στους θεούς. Τον 'Υμνο στον Απόλλωνα τον αναφέραμε στον αμ­φορέα της Μήλου, έναν Ύμνο στον ' Ηφαιστο μπορούμε να φανταστούμε με την ει­σαγωγή του στον Όλυμπο πάνω στον κρατήρα του Κλειτία. Επίσης και στον Ύμνο στον Ερμή γίνονται υπαινιγμοί, προπαντός όμως πρέ­πει να υπήρχε ένας Ύμνος στην Αθηνά. Έχει διασωθεί μόνο ένας νεότερος Ύμνος, που φαί­νεται να προϋποθέτει το όραμα του Φειδία για την «επιφάνια» της θεάς στο ανατολικό αέτωμα του Παρθενώνα.

ε) Πά­νω στην Ακρόπολη της Αθήνας το Ερεχθείο, που οικοδομήθηκε γύρω στο 420, απαντά πολλαπλά στο δεσπόζοντα Παρθενώνα, με τον πιο εξώφθαλμο μάλιστα τρόπο στην πρόσταση των κορών (Καρυάτιδες) και ακόμα πιο κομψά το αφιέρωμα του ναΐσκου της Νίκης αναφέρεται στον επιβλη­τικό Παρθενώνα. Ο ναός του Απόλλωνα στη Φιγάλεία μοιάζει βέβαια με κτίσμα της ώριμης κλασι­κής περιόδου, έχει όμως ποικιλότροπα εκλε­πτυνθεί και προσαρμοστεί στο υπέροχο ορεινό τοπίο. Αρκεί να αναφερθούμε μόνο στη μαγευτι­κή διαμόρφωση του εσωτερικού τού ναού, που με έναν κορινθιακό κίονα και ένα μεσότοιχο χω­ρίζεται σε δύο χώρους, στον μικρότερο από τους οποίους κατοικεί ο θεός. Ο μεγαλύτερος ήταν προορισμένος για χώρος εγκοίμησης των προ­σκυνητών, που ήλπιζαν να τους φανερωθεί ο θεός στο όνειρο τους. Και πραγματικά μια παρόμοια «επιφάνια» έχει διατηρηθεί στη ζωφόρο με την Κενταυρομαχία και την Αμαζονομαχία που περιβάλλει το χώρο στο ψηλότερο σημείο. Ενώ οι γυναίκες, που έχουν βρεθεί σε δύσκολη θέση από τους Κενταύρους, προσφεύγουν ικέτιδες στο αρχαιότροπα ακίνητο άγαλμα της Άρτεμης, εμφανίζονται ο Απόλλων και η Άρτεμις πάνω σ' ένα άρμα που το σύρουν ελάφια, μέσα στην πραγματικά θεϊκή ζωή τους.

στ) Σχετικά με το χορό των Κουρητών πρέπει να φέ­ρουμε στο νου μας και άλλες περιπτώσεις από την αρχαία ελληνική παράδοση, όπου ο χορός φαίνεται να αποτελεί ένα μέσον, μέσα από το οποίο οι πιστοί βιώ­νουν τη θεότητα. Από τον μινωικό πολιτισμό μάς έχουν σωθεί παραστάσεις με «επιφάνιες» θεοτήτων μέσα σε χορό και τραγούδι. Και από την αρχαία ελληνική μυθολογία υπάρχει το παράδειγμα της Αθηνάς, που, μόλις γεννιέται πάνοπλη μέσα από το κεφάλι του Δία, αρχίζει να χορεύει τον πολεμικό χορό «πυρρίχη» —χορό που χορεύουν και οι πιστοί στα Παναθήναια, μιμούμενοι τον πρώτο εκείνο θεϊκό χορό.

ζ) Είναι φανερό πως ο μύθος του Διονύσου επικάλυψε το μύθο της 'Ηρας. Καθώς όμως ο Μελά­μπους παντρεύεται τη μια κόρη, ξαναγυρνά στο πεδίο δικαιοδοσίας της Ήρας, της θεάς του θεσμοθετημέ­νου γάμου. Οι παλιότερες ερμηνείες των μύθων αυτών έβλεπαν σαν κεντρικό τους σημείο την αντίσταση που συναντού­σε η νεοφερμένη θρησκεία του Διονύσου σ' ένα χώρο με διαμορφωμένους θεούς και λατρείες. Σήμερα ξέ­ρουμε πως ο Διόνυσος δεν είναι καθόλου «νέος». Εί­ναι ήδη μυκηναϊκός θεός. Όμως στη λατρεία του υπάρχουν στοιχεία με προφανή την ανατολική καταγω­γή τους. Βάκχος είναι ίσως σημιτική λέξη (Βάκχον κλαυθμόν Φοίνικες, λέει ο Ησύχιος). Ορειβασία και χορός στα αμπέλια μαρτυρούνται από την Παλαιά Δια­θήκη και για τις γυναίκες του Ισραήλ. Και στα τυπικά λατρευτικά σύνεργα των Μαινάδων μπορούμε να δια­πιστώσουμε φρυγολυδικές και θρακικές επιδράσεις: Όπως τις βλέπουμε να παριστάνονται οι μαινάδες στην αττική αγγειογραφία του 6ου αι. (εποχή κατά την οποία ο διονυσιακός θίασος ήταν ένα πολύ δημοφιλές θέμα), αποτελούν το αναπόσπαστο γυναικείο τμήμα του «θιάσου» του Διονύσου, μαζί με το ανδρικό, τους Σατύρους. Είναι ντυμένες και συχνά έχουν ριγμένη στους ώμους τη νεβρίδα, το δέρμα από ελάφι, χο­ρεύουν σε έκσταση με το κεφάλι ριγμένο πίσω. Κρα­τούν τον θύρσο, δηλαδή ένα ραβδί (το νάρθηκα) στε­φανωμένο με κισοό (ή και με κουκουνάρια). Κρατούν πολλές φορές δαυλούς και συχνά εικονίζονται στις φρικτές σκηνές που ξεσκίζουν τον νεβρόν, το νεαρό ελάφι. Στις αγγειογραφίες συχνά απεικονίζεται και το θαύμα της «επιφάνιας» του θεού Διονύσου, όπως στο μύθο των Μινυάδων. Ξαφνικά π.χ. βλαστάρια από κλή­ματα και κισσούς αρχίζουν να περιπλέκονται σε κάποιο μέρος, βρύσες να τρέχουν κτλ.: ο θεός ήρθε.

Αποθέωση και μεταθανάτια ζωή

Σαράντα χρόνια μετά τον αγώνα τους με τους Αφαρητίδες, οι Διόσκουροι, λέει μια παράδοση, λογίστηκαν σαν θεοί. Εξομοιώθηκαν τότε με άστρα και τοποθετήθηκαν απ' τον Δία στον ουρα­νό σχηματίζοντας τον αστερισμό των Διδύμων. Αυτό ήταν ένας «λόγος» που τον ήξερε ήδη ο Ευριπίδης και που αργότερα έγινε γενική σχεδόν πίστη.
Σαν ουράνιες πια θεότητες οι Διόσκουροι συν­δέθηκαν με πολλούς θρύλους για πλήθος θαυμα­τουργές επεμβάσεις τους («επιφάνιες») στη ζωή των ανθρώπων. Σχίζοντας τους αιθέρες, άλλοτε πάνω στα άσπρα φτερωτά τους άλογα και άλλοτε φτερωτοί οι ίδιοι, εμφανίζονταν παντού όπου τους επικαλούνταν, «σωτήρες» και «παραστάται», σε κάθε κίνδυνο και σε κάθε ανάγκη, στις αρρώστιες, στον πόλεμο και κυρίως στους θαλασ­σινούς κινδύνους. Αρκούσε να θυσιάσουν και να προσευχηθούν στους γιους του Δία οι απειλούμε­νοι με ναυάγιο ναυτικοί, και οι Διόσκουροι κατέ­φθαναν αστραπιαία! Η θύελλα σταματούσε αμέ­σως και κόπαζε η τρικυμία. Με τον ίδιο τρόπο επιφαίνονταν και στα «θεοξένια», στις γιορτές δηλ. όπου παρευρίσκονταν ως ξενιζόμενοι, σε ανάμνηση επιφανιών τους που διαιώνιζε η παρά­δοση. Στις «επιφάνιες» αυτές, άλλοτε έρχονταν ως ευεργέτες, όπως στην περίπτωση του Ευφορίωνα της αρκαδικής Αζανίας, και άλλοτε ως τιμω­ροί, όπως στην περίπτωση του Σπαρτιάτη Φορμίω­να..
Ιδού λοιπόν γιατί είναι ακράδαντη πλέον η πίστη των περισσοτέρων Ελλήνων ότι η καθιέρωση του χριστιανισμού δεν ήταν τυχαία, αφού πολλά πράγματα έμοιαζαν με τη δική τους φιλοσοφική αντίληψη. Κατά συνέπεια η αποδοχή του χριστιανισμού ήταν ένα φυσικό επακόλουθο, διότι είχαν να κάνουν με κάτι δικό τους.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

(1) θεοφάνεια (I)
η (AM θεοφάνεια)· 1. η παρουσία τής Αγίας Τριάδος κατά τη Βάπτιση τού Χριστού στον Ιορδάνη· 2. η εορτή τών Φώτων, τής Βαπτίσεως τού Χριστού· 3. η εμφάνιση θεού στους ανθρώπους. [ΕΤΥΜΟΛ. < θεο-* + -φάνεια (< -φανής < φαίνω), πρβλ. αληθο-φάνεια, επι-φάνεια].
θεοφάνεια (II)
τα (Μ θεοφάνεια)· 1. η θεοφάνεια· 2. (ενν. ιερά) τα τελούμενα κατά τη γιορτή τής θεοφανείας. [ΕΤΥΜΟΛ. θεοφάνεια (ενν. ιερά) «τα τελούμενα κατά την εορτή τής θεοφανείας» (βλ.λ.)].
Θεοφάνια
τα (Α θεοφάνια)· η θεοφάνεια, η γιορτή τών Φώτων· || (αρχ.) γιορτή στους Δελφούς κατά την οποία δείχνονταν στον λαό τα αγάλματα τού Απόλλωνος και άλλων θεών («ἐπικίρναται γὰρ ὑπὸ Δελφῶν θεοφανίοισι», Ηρόδ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. θεοφάνια (ενν. ιερά) < *θεοφάνιον (< θεο-* + -φάνιον < -φανής < φαίνω), πρβλ. επιφάνια (τα) (< *επιφάνιον), θεοξένια (τα)].
θεοφάνεια (I)
η (AM θεοφάνεια)· 1. η παρουσία τής Αγίας Τριάδος κατά τη Βάπτιση τού Χριστού στον Ιορδάνη· 2. η εορτή τών Φώτων, τής Βαπτίσεως τού Χριστού· 3. η εμφάνιση θεού στους ανθρώπους. [ΕΤΥΜΟΛ. < θεο-* + -φάνεια (< -φανής < φαίνω), πρβλ. αληθο-φάνεια, επι-φάνεια].
θεοφάνεια (II)
τα (Μ θεοφάνεια)· 1. η θεοφάνεια· 2. (ενν. ιερά) τα τελούμενα κατά τη γιορτή τής θεοφανείας. [ΕΤΥΜΟΛ. θεοφάνεια (ενν. ιερά) «τα τελούμενα κατά την εορτή τής θεοφανείας» (βλ.λ.)].
Θεοφάνια
τα (Α θεοφάνια)· η θεοφάνεια, η γιορτή τών Φώτων· || (αρχ.) γιορτή στους Δελφούς κατά την οποία δείχνονταν στον λαό τα αγάλματα τού Απόλλωνος και άλλων θεών («ἐπικίρναται γὰρ ὑπὸ Δελφῶν θεοφανίοισι», Ηρόδ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. θεοφάνια (ενν. ιερά) < *θεοφάνιον (< θεο-* + -φάνιον < -φανής < φαίνω), πρβλ. επιφάνια (τα) (< *επιφάνιον), θεοξένια (τα)]. (Πάπυρος, Μέγα Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας)

(2) επιφάνια (πολλοί γράφουν τη λέξη ως "επιφάνεια")
τα (AM ἐπιφάνια)· (εκκλ.) 1. η μέρα τής γεννήσεως τού Χριστού· 2. η μέρα τής βαπτίσεως τού Χριστού, η γιορτή τών Φώτων, τα Θεοφάνια.
[ΕΤΥΜΟΛ. επιφάνια (ενν. ιερά) < *επιφάνιον· πρβλ. κύρ. όνομα Επιφάνιος (επιφανής)· πρβλ. Θεοφάνια (τα) (< *Θεοφάνιον), θεοξένια].