17/04/13 22:45 - Τι γινόταν ακριβώς στα Ελευσίνια Μυστήρια; (6)

 

Τι γινόταν ακριβώς στα Ελευσίνια Μυστήρια; (6)

Μια σειρά αποκαλυπτικών άρθρων για τα τεκταινόμενα μέσα στα Ελευσίνια Μυστήρια και ο τρόπος με τον οποίον πολλοί είχαν μεν πρόσβαση, αλλά τηρούσαν σιγήν ιχθύος μέχρι θανάτου, αφού ο παραβάτης καταδιωκόταν απηνώς, εις περίπτωση κατά την οποίαν απεκάλυπτε τα εντός των Μυστηρίων δρώμενα!.. Διαβάστε τα κείμενα!.. Οι πληροφορίες είναι συγκλονιστικές!..

Από τον «Προτρεπτικόν» λόγον του Κλήμεντος του Αλεξανδρέως, έτσι όπως τον βρίσκουμε ψηφιοποιημένο μέσα στα αρχαία ελληνικά χειρόγραφα του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας.

Συνέχεια από το προηγούμενο…

Μόνον που ο πανεπιστημιακός δάσκαλος Γεώργιος Ε. Μυλωνάς δεν σταματάει εκεί. Προχωράει και παραπέρα. Μας θυμίζει τον λόγον «Προτρεπτικόν προς Έλληνας» του Κλήμεντος του Αλεξανδρινού, όπου βρίσκουμε περικοπές, επί των οποίων στηρίχτηκαν υποθέσεις και θεωρίες για την ουσία των Μυστηρίων! Όπως ο τίτλος του λόγου φανερώνει, σκοπός του είναι ν’ αποδείξει την πλάνη των θρησκευτικών δοξασιών τών εθνικών και να προσελκύσει αυτούς, και κυρίως τους Έλληνες της περιοχής της Αλεξάνδρειας, στην πίστη του Χριστού. Και τον σκοπόν αυτό καθορίζει σαφώς στο πρώτο μέρος του λόγου, που αναφέρει τα εξής (II 27,1):

Το απόσπασμα του «Προτρεπτικού προς Έλληνας» του Κλήμεντος του Αλεξανδρινού, εκ του ψηφιοποιημένου αρχαίου ελληνικού χειρόγραφου του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας, για το οποίο μιλάμε ευθύς πιο κάτω!..

«Εθέλω δε υμίν», λέει ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, «εν χρω τους θεούς αυτούς επιδείξαι οποίοί τινες και εί τινες , ιν’ ήδη ποτέ της πλάνης λήξητε, αύθις δε παλινδρομήσητε εις ουρανόν». Και προσθέτει (II 27,4): «τα μεν δη πλείστα μεμύθευται και πέπλασται περί θεών υμών».

Στηριζόμενος δε στις μαρτυρίες των αρχαίων εθνικών συγγραφέων, συμπεραίνει ότι οι λεγόμενοι θεοί ήσαν όντως θνητοί, των οποίων τα έργα «ανθρώπων αισχρών και ασελγώς βεβιωκότων». Ως παραδείγματα δε φέρει (ΙΙ 32,1) τους έρωτες και «τας παραδόξους της ακρασίας μυθολογίας» των θεών «τα τραύματα αυτών και δεσμά και γέλωτας και μάχας και δουλείας τε έτι και συμπόσια συμπλοκάς τ’ αύ και δάκρυα και πάθη και μαχλώσας ηδονάς».

Είναι αλήθεια ότι ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς χλευάζει τα αγάλματά τους, τα ολεθρια αυτά αθύρματα (1), τα έργα λιθοξόων (2), ανδριαντοποιών, γραφέων, τεκτόνων και ποιητών, τα οποία οι λεγόμενοι θεοί δεν μπορούν να προφυλάξουν από τη φωτιά και τους κερδαλέους (3) σεισμούς και χαρακτηρίζει (ΙΙ 11,1) τα άδυτα των εθνικών ως άθεα, τα μαντεία τους ως μεμαρασμένα –«σεσίγηται γουν η Κασταλία πηγή … και τα άλλα ομοίως τέθνηκε νάματα» - και τα ιερά τους μυστήρια ως «απάτης και τερατείας έμπλεα» (ΙΙ 14, 1),

Τέλος κάνει εύγλωττη την έκκλησή του προς τους εθνικούς να εγκαταλείψουν τις παλαιές τους συνήθειες, οι οποίες πράγματι αποτελούν τις δοξασίες τους:

«Φύγωμεν ουν την συνήθειαν, φύγωμεν οίον άκραν χαλεπήν ή Χαρύβδεως απειλήν ή Σειρήνας μυθικάς• άγχει τον άνθρωπον, της αληθείας αποτρέπει, απάγει της ζωής, παγίς εστιν, βάραθροόν εστιν, βόθρος εστί, λίχνον εστίν κακόν η συνήθεια… και τον ούτω παρανοούντα επί σωτηρίαν παρακαλέσαιμι σωφρονούσαν, ότι και κύριος μετάνοιαν αμαρτωλού και ουχί θάνατον ασπάζεται. Ήκε, ώ παραπλήξ, μη θύρσω σκηριπτόμενος, μη κιττώ αναδούμενος, ρίψον την μίτραν, ρίψον την νεβρίδα, σωφρόνησον• δείξω σοι τον λόγον και του λόγου τα μυστήρια».

Στο επόμενο η συνέχεια…

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

(1) άθυρμα το (Α ἄθυρμα)· (νεοελλ.) 1. παιδικό παιχνίδι· 2. αυτός που άγεται και φέρεται σαν παιχνίδι, άβουλο όργανο, ανδρείκελο, έρμαιο· || (αρχ.) 1. τέρψη, χαρά· 2. (στον πληθ.) τὰ ἀθύρματα· κοσμήματα, στολίδια. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀθύρω «παίζω, διασκεδάζω»].
(2) λιθοξόος ο (AM λιθοξόος)· ο τεχνίτης που λαξεύει λίθους και, κυρίως, μάρμαρα· || (αρχ.) γλύπτης. [ΕΤΥΜΟΛ. < λιθ(ο)-* + -ξόος (< ξόος < ξέω), πρβλ. κεραο-ξόος, λαο-ξόος].
(3) κερδαλέος -α, -ο (Α κερδαλέος, -α, -ον, θηλ. και κερδαλέη και κερδαλή) [κέρδος]· αυτός που αποφέρει κέρδος, επωφελής, επικερδής («τὰς τ' ἐμπορίας, τὰς κερδαλέας πρός τόν μάντιν κατεροῡσιν». Αριστοφ.)· || (αρχ.) 1. δόλιος, πανούργος, πονηρός, κατεργάρης («κερδαλέος κ' εἴη καὶ ἐπίκλοπος», Ομ.Οδ.)· 2. (το θηλ. ως ουσ.) ή κερδαλέη και κερδαλῆ· α) η αλεπού («τῇ λεοντή τὴν κερδαλῆν ἐγκρύπτειν», Γρηγ. Ναζ.)· β) το δέρμα τής αλεπούς. Επίρρ. κερδαλέως (Α)· επωφελώς, με κέρδος, με ωφέλεια, ιδιοτελώς («Ἀθηναίους ἑλόμενοι δικαίως μᾱλλον ἢ ὑμᾱς κερδαλέως»· επειδή προτιμήσαμε μάλλον τους Αθηναίους σύμφωνα με το δίκαιο παρά εσάς σύμφωνα με το συμφέρον μας, Θουκ.). (Πάπυρος, Μέγα Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας).