26/05/11 15:37 - Πώς ήταν άραγε ο Μοριάς την εποχή του Μοροζίνι;

Πώς ήταν άραγε ο Μοριάς την εποχή του Μοροζίνι;

Διαβάστε ένα ιστορικό ντοκουμέντο. Πρόκειται για μία περιγραφή της Πελοποννήσου από τον  Ολλανό ιστορικό και «περιηγητή της πολυθρόνας», Olfert Dapper, που έζησε την εποχή εκείνη!..

Ο Φραντσέσκο Μοροζίνι ή Φραντζέσκο Μοροζίνι (ιταλ. Francesco Morosini) ή Φραγκίσκος Μοροζίνης (εξελληνισμένο), (1619 - 16 Ιανουαρίου 1694), ο επικαλούμενος και «Πελοποννησιακός», ήταν Δόγης της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας, από το 1688 μέχρι το 1694, κατά το αποκορύφωμα του Ενετοτουρκικού πολέμου, που είχε αρχίσει από το 1645 με την επιδρομή των Τούρκων κατά της Κρήτης. Ήταν γόνος της περίφημης ενετικής μεσαιωνικής οικογένειας ευγενών Μοροζίνι, από την οποία και προήλθαν πολλοί Δόγηδες, λόγιοι, στρατηγοί και ναυμάχοι.


Ο Μοριάς την εποχή του Μοροζίνι:
η Περιγραφή της Πελοποννήσου από τον Olfert Dapper


Πώς γίνεται τα ταξιδιωτικά βιβλία ενός ανθρώπου που δεν έφυγε ποτέ από τη χώρα του, να παραμένουν μέχρι σήμερα ανάμεσα στις σημαντικότερες καταθέσεις του είδους των περιηγητικών βιβλίων; Αυτό είναι ε'να ερώτημα που θα πρέπει να έχει κανείς κατά νου, όταν προσεγγίζει την εργασία του διά­σημου Ολλανδού συγγραφέα ταξιδιωτικών βιβλίων, Olfert Dapper (Όλφερτ Ντάπερ)*, ενός «περιηγητή της πολυθρόνας». Άλλωστε, δεν ήταν ο μόνος. Όπως μας πληροφορεί ο Θ. Κουτσογιάννης, στην έκδοση Το Αρχιπέ­λαγος, και ο Ιταλός ζωγράφος και συγγρα­φέας Mario Boschini -ο οποίος επηρέασε καίρια τον Dapper στις δικές του εκδόσεις-επίσης δεν είχε απομακρυνθεί από το αγα­πημένο του Βένετο (βλ. Θοδωρής Κουτσο­γιάννης, «Το Αρχιπέλαγος του Marco Boschini και η εικονική πλοήγηση», στο: Marco Boschini, To Αρχιπέλαγος, εισαγωγή-επιμέλεια Θ. Κουτσογιάννης, μετάφραση-σχόλια Κ. Τζαντάλια, εκδόσεις Βιβλιοφιλία, 2007, σελ. xlix).
Ας πάρουμε όμως, τα πράγματα από τη αρχή. Ο Olfert Dapper γεννήθηκε στο Άμστερνταμ πιθανότατα το 1635, δεδομένου ότι βαπτίσθηκε στη Λουθηρανική Εκκλησία τον Ιανουάριο του 1636. Τον Μάιο του 1658 εγγράφηκε στο Πανεπιστήμιο της Ουτρέχτης και δύο χρόνια αργότερα υπέγραφε ως "doctor medicinae", δηλαδή ως «δόκτωρ ια­τρικής», μολονότι δεν υπάρχουν σαφή στοι­χεία που να αποδεικνύουν ότι πράγματι ακο­λούθησε ιατρικές σπουδές. Πολύ σύντομα ο Dapper στράφηκε προς τη συγγραφική στα­διοδρομία, που ξεκίνησε με την έκδοση, το 1663, μιας ιστορικής περιγραφής της γενέτει­ρας του, του Άμστερνταμ. Δύο χρόνια αργό­τερα, ακολούθησε η έκδοση στα ολλανδικά, των έργων του Ηροδότου. Ήταν, μήπως, η επαφή του με το κείμενο του αρχαίου ταξιδιώτη-ιστορικού, που έστρεψε τον Dapper, προς την ταξιδιωτική-περιηγητική λογοτε­χνία; Σε κάθε περίπτωση, βασιζόμενος απο­κλειστικά σε κείμενα και αναφορές άλλων, το 1668 ο Dapper εξέδωσε το πιο γνωστό και, αναμφίβολα, το σπουδαιότερο σύγγραμ­μα του, εκείνο που ακόμη και σήμερα θεω­ρείται θεμελιώδες για τους ιστορικούς, γεω­γράφους και εθνολόγους που ασχολούνται με τη Μαύρη Ήπειρο: πρόκειται για το Naukeurige Beschrijvingen der Afrikaensche gewesten ή αλλιώς, Περιγραφή της Αφρικής. Δεν είναι τυχαίο ότι ένα από τα σημαντικό­τερα μουσεία αφρικανικής τέχνης, που στε­γάζεται στο Παρίσι, φέρει σήμερα το όνομα του: πρόκειται για το Musée Dapper, που ιδρύθηκε το 1986 από το Ίδρυμα Olfert Dapper.
Μετά την έκδοση της Αφρικής, ακολού­θησαν το 1670 η περιγραφή της Κίνας {Gedenkwaerdig bedryf der Nederlandsche Oost-Indische Maetschappye, op de kuste en in het Keizerrijk van Taising of Sina [...]) και το 1672 η περιγραφή της Ινδίας, της Περσίας και της Γεωργίας (Asia, of naukeurige beschryving van het rijk des Grooten Mogols, en een groot gedeelte van Indien:... beneffens een volkome beschryving van geheel Persie, Géorgie, Mengrelie en andere gebuur-gewesten [..-]). Πέντε χρόνια αργότερα, το 1677, ήταν η σειρά της Συροπαλαιστινιακής ακτής, σε μια έκδοση με τον τίτλο {Naukeurige beschrijving van gantsch Syrie, en Palestyn of Heilige land [...] beneffens de landen van Perea of Over-Jordaen, Galilea, byzonder Palestyn, Judea en Idumea [...]), ενώ το 1680 ο Dapper παρουσίασε σε μια ακόμη ταξιδιωτική έκδο­ση τη Μεσοποταμία και την Αραβική Χερσό­νησο {Naukeurige beschryving van Asie: behelsende de gewesten Mésopotamie, Babylonie, Assyrie, Anatolie of Klein Asie: beneffens eene volkome beschrijving van gansch... Arabie).
Θα έλεγε κανείς ότι ο Ολλανδός συγ­γραφέας περιηγητικών βιβλίων ξεκινούσε από τα πλέον εξωτικά μέρη, για να καταλή­ξει σε πιο κοντινούς -γεωγραφικά- προορι­σμούς. Έτσι, τα δύο τελευταία του ταξιδιω­τικά βιβλία, που είναι, εύλογα, τα γνωστό­τερα και πιο δημοφιλή στην Ελλάδα, ανα­φέρονται στις βενετικές κτήσεις και στην ευρύτερη περιοχή του ελλαδικού χώρου. Έτσι, το 1688 εκδόθηκαν αφενός η περι­γραφή του Μορέα, έκδοση στη οποία περι­λαμβάνονταν και τα Ιόνια Νησιά [Naukeurige beschrijving van Morea, eertijts Peloponnesus […]), αφετέρου το Αρχιπέλα­γος {Naukeurige beschryving der Eilanden, in de Archipel der Middelantsche Zee, en omirent dezelve, gelegen: waer onder de voornaemste Cyprus, Rhodus, Kandien, Samos, Scio, Negropont). Ενδεχομένως ο Dapper έλαβε την απόφαση να ασχοληθεί με τις περιοχές του Μορέα και του Αρχιπε­λάγους λόγω του σύγχρονου του, του Βενε-τοτουρκικού Πολέμου και ιδίως των πολεμι­κών επιτυχιών του Francesco Morosini Ι Φραντσέσκο Μοροζίνι, 1619-1694), που στο διάστημα μεταξύ 1685-1688 είχε κατα­λάβει τον Μοριά, ενώ συνέχιζε τις πολεμι­κές επιχειρήσεις στην περιοχή της Αττικής (βλ. The Library of Henry Myron Blackmer II, Sotheby's, London 1989, λήμμα 542). Αυτά ήταν και τα δύο τελευταία βιβλία που εξέ­δωσε ο Dapper, που πέθανε στις 29 Δεκεμ­βρίου του 1689.
Το Αρχιπέλαγος παραμένει, ίσως, η πιο γνωστή εργασία του Dapper στον ελλαδικό χώρο, ειδικά στη γαλλική της έκδοση, που παρουσιάστηκε στο κοινό δεκαπέντε χρό­νια αργότερα, το 1703. Αντίθετα, η έκδοση του Μορέα εκδόθηκε μόνο στην ολλανδική γλώσσα. Ο πλήρης τίτλος του βιβλίου είναι Naukeurige Beschryving van Morea, eertijts Peloponnesus; en de Eilanden, gelegen onder de Kusten van Morea, en Binnen en Buiten de Golf van Venetien [= Ακριβής περιγραφή τον Μορέα, τουτέστιν της Πελοποννήσου, και των νήσων που βρίσκονται έξω από την ακτή του Μορέα, εντός και εκτός του Βενε­τικού Κόλπου], εκδόθηκε δε από τους οί­κους Wolfgangh, Waesbergen, Boom, Someren και Goethals στο Άμστερνταμ το 1688.
Παρά τη δυσκολία της γλώσσας (παλαιά ολλανδική), η σημασία του έργου του Dapper είναι αδιαμφισβήτητη, όχι μόνο λό­γω του κειμένου αλλά και χάρη στη εξαιρετική εικονογράφηση που το συνοδεύει.
Φυσικά, οι πηγές του Ολλανδού γεωγρά­φου και συγγραφέα εύκολα ανιχνεύονται σε σύγχρονα ή λίγο προγενέστερα του έργα, ει­δικά δε για την εικονογράφηση οι εκδόσεις των Vincenzo Maria Coronelli, Jacob van Meurs, Joan Blaeu αποτελούν ίσως, τις κύ­ριες πηγές πάνω στις οποίες βασίστηκε η ολ­λανδική.
Για τον αναγνώστη του σήμερα, τα ταξι­διωτικά κείμενα και οι γοητευτικές, γραφι­κές εικόνες των βιβλίων του Dapper δεν συ­νιστούν απλώς και μόνο ένα ταξίδι στο χώρο, αλλά και στο χρόνο, καθώς τα βιβλία του μι­λούν για έναν κόσμο που έχει χαθεί ανεπι­στρεπτί. Αυτό, όμως, δεν συμβαίνει με όλα τα βιβλία; (*)

ΣΗΜΕΙΩΣΗ:

(*) Περιοδικό «Βιβλιοφιλία», τεύχος 132, Απρίλιος-Μάϊος-Ιούνιος, 2011, σελ. 10-11.