04/05/13 0:44 - Εκείνο το βράδυ που περνούσε ο Επιτάφιος!...

 

Εκείνο το βράδυ που περνούσε ο Επιτάφιος!..

Διαβάστε ένα απόσπασμα από το συγκλονιστικό έργο του Κωστή Παλαμά: «Ο θάνατος του παλληκαριού», όπου ένα ατύχημα το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής, που θα περνούσε ο Επιτάφιος, στάθηκε ικανό να εμπνεύσει τον μεγάλο Έλληνα ποιητή και πεζογράφο μας!.. Πρόκειται για ένα έργο-σταθμός στην πεζογραφική δεινότητα του Κωστή Παλαμά ο οποίος δεν μας συγκλονίζει μόνο με την Ποίηση, αλλά και με την Πεζογραφία!..

Κωστής Παλαμάς – Ο θάνατος του παλληκαριού (απόσπασμα)

«Κανείς δεν έπεσε να κοιμηθεί, όλοι αγρυπνούσαν· πού να κλείσουν μάτι τέτοια χρονιάρα νύχτα; Νύχτα Μεγάλης Παρασκευής. Ότι πέρασαν τα μεσάνυχτα, βουβές οι καμπάνες και στις τρεις εκκλησούλες του Θαλασσοχωριού. Σωπαίνουν κι οι καμπάνες για του Χριστού τα Πάθη, σα νάχουν κι αυτές ανθρώπινη ψυχή και δεν μπορούν απ’ το βαθύ καημό τους ούτε να ξεφωνίσουν. Μόνο τα ξύλινα τριτσόνια ξεκουφαίνουν τον κόσμο στων παιδιών τα χέρια· τρέχουν τα παιδιά, κι από γειτονιά σε γειτονιά, κι από πόρτα σε πόρτα, και τα χτυπούνε με κακό και με φωνές: «Ώρα για την εκκλησιά! Ώρα για την εκκλησιά!» Κ’ οι λιγοστοί που απομένουν βάρυπνοι, πετειούνται ξαφνισμένοι και τρέχουν στο παράθυρο, θαρρώντας πως γλυκοχαράζει και πως περνάει κάτου ο επιτάφιος. Για την αγάπη του Χριστού, μια φορά το χρόνο, τη Μεγάλη Παρασκευή, βουβαίνοντ’ οι καμπάνες του Θαλασσοχωριού, εκείνες μόνο· γιατί, απ’ άκρη σ’ άκρη, το Θαλασσοχώρι σηκώνεται στο πόδι, για την αγάπη πάλι του Χριστού, μια φορά το χρόνο, τη νύχτα της Μεγάλης Παρασκευής.

Έτσι κι εκείνη τη νύχτα· γυναίκες κι άντρες, άλλοι χώρια κι άλλοι μαζωχτοί, έβγαιναν απ’ τα σπίτια, από τους καφενέδες, και σκορπίζονταν εδώ κι εκεί κατά τις εκκλησιές. Οι περπατησιές βαρυχτυπούσαν στα καλντερίμια κι ολοένα εμάκραινε τους ήχους ο αντίλαλος της νύχτας. Κ’ η νύχτα, δροσοστάλαχτη απριλιάτικη, μ’ ένα φεγγάρι νυσταγμένο που πάει να βασιλέψει και χύνει αχνότερη γι’ αυτό τη λάμψη του στα μαύρα και ξασβέστωτα παλιόσπιτα και στα στραβά σοκάκια, που, λίγη, περισσή, ποτέ κ’ η λάσπη δεν τους λείπει. Οι εκκλησιές ολόφωτες, με πόρτες ορθάνοιχτες. Κάπου κάπου ξεχύνονταν ως έξω η φωνή του αναγνώστη, πριν αρχίσουν οι θρήνοι. Αλλά το μεγάλο πανηγύρι γίνετ’ απ’έξω από τις εκκλησιές. Γύρω σε φωτιές μεγάλες θρεμμένες με ρετσίνα, με κληματόξυλα, με σκαφίδια και με κοφίνια της μπουγάδας, και κάπου κάπου μ’ ολόκληρο παραθυρόφυλλο, – αλίμονο στα χαμηλά σπιτάκια και στις ασυλλόγιστες νοικοκυρές, τη νύχτα εκείνη! – γύρω σε φωτιές, του κόσμου τα παιδιά και τα παλιόπαιδα, και μέσα στα παιδιά κι άντρες με μουστάκια, πηδούνε, τρέχουν, αλαλάζουν, δαιμονίζονται· κι αστραποβολούν στα σκότη και βροντοχτυπούν στην ησυχία οι σαλιόρες και στα χοντρά χαλκούνια – Σώσον, Κύριε! – κ’ οι τρακατρούκες και τα χαϊμαλιά, με τέχνη καμωμένα από καλάμια κι από χοντρόχαρτα, και γεμισμένα με μπαρούτι, με μπαρούτι ατέλειωτο. Δίσκος για το μπαρούτι γύριζε μέσα στις εκκλησιές. Άντρες και παιδιά, φωτοκαίγονταν μ’ εκείνα, της φωτιάς τα σύνεργα, για την καλή χρονιά. Μπαρούτι μύριζε το Θαλασσοχώρι κ’ οι ενορίτες με τους ενορίτες στέκονταν αμάν για πόλεμο.

«…Και δεν ήξερε πως ο Μήτρος δε μπορούσε να κρατηθεί στα πόδια του, και πως ο ίδιος είχε πει στα παιδιά: «Βάλτε με ν’ ακουμπήσω στον τοίχο, για να μη με ιδεί άξαφνα η μάννα μου και φοβηθεί». Κ’ εκεί που τόλεγαν αυτό, μέσα στο νου του είπε και κάτι άλλο που δε βγήκε απ’ τα χείλη του: «Πως θα με ιδεί η Φροσύνη!» Η Φροσύνη ήταν η αρραβωνιαστικιά του.» (Στη φωτογραφία η πανέμορφη Ελληνίδα καλλονή, Όλγα Φαρμάκη, σε μια ειδική φωτογράφηση, που συνάδει με το σημερινό μας θέμα της Μεγάλης Παρασκευής!...)

 Δεν ήταν μόνο οι εκκλησιές ανοιχτές, την ώρα εκείνη. Εδώ κ’ εκεί πρόβαλλε μισανοιγμένο κάνα μαγερειό, κανένας καφενές. Όσο νάρθ’ η ώρα που θα βγει ο επιτάφιος, ως τις τρεις το πρωί, όλος ο κόσμος δεν μπορούσε να περνά την ώρα του ολόρθος μεσ’ στην εκκλησιά! Μ’ ένα βαρύ γλυκό, με ένα μεζέ και δυο ρουφηξιές πυργιώτικο κρασί, καταπιάνεται κανείς ύστερ’ από τη νηστεία και παίρνει δύναμη για να συντροφέψει τον επιτάφιο. Κ’ έτσι σιγά σιγά οι παρέες τραβιούνταν κατά τις εκκλησιές με δροσισμένο στομάχι. Τελευταία είχε ξεχαστεί στο κρασοπουλειό του Ψημένου μια συντροφιά χαρούμενη· ο Μήτρος ο Ρουμελιώτης, ο Γιαννάκος ο Ταρνάμαμας, ο Μάρκος ο Κανίνιας και το παιδί της Χαρίταινας, που κανείς δεν τόκραζε με τόνομά του, όσο που και το ίδιο το ξέχασε κι άκουγε μόνο σαν τον φώναζαν η Ταρία Ταρέλα. Κ’ οι τέσσερες θαλασσινοί· ο πρώτος είχε ψαροκάικο, ο δεύτερος δούλευε στο ψαροκάικο του πρώτου, ο τρίτος ταξίδευε με τις μαούνες, και η Ταρία Ταρέλα ήταν ψαράς. Και οι τέσσερες εικοσιπέντε χρόνων κι αδερφωμένοι από τα μικρά τους χρόνια. Το κρασί κ’ η κουβέντα τους άναψαν το κεφάλι, κι αν δεν ήταν Μεγάλη Παρασκευή, θα τόσκουζαν. Τα τραγούδι μισαγαλινό, απαλά απαλά κι αθέλητα, ξεφύτρωνε στα χείλη τους τέτοια νύχτα. Στα υστερινά κατάλαβαν πως άργησαν. Στον Άη Νικόλα, λίγα ποδάρια παρέκει από το κρασοπουλειό, άρχισαν κι έψελναν «Αι γενεαί πάσαι». Ο Ψημένος έστεκε στο φτερό για να κλείσει. Πετάχτηκαν στη στιγμή. Βρέθηκαν στο δρόμο.
«Μωρέ ξέχασα τα βεγγαλικά!» φωνάζει ο Κανίνιας.
Τα βεγγαλικά τα είχαν για να τανάψουν στον επιτάφιο.
«Στα πόδια του τραπέζιού ταπίθωσα, ζερβά στην αγκωνή, λέει ο Μήτρος· στάσου και στα φέρνω».
Και βιαστικός έκαμε να γυρίσει στον καφενέ.
Μα γυρίζοντας γλυστράει στο πεζούλι απάνου., και ξαπλώνεται μακρύς πλατύς, και γκοπ! Ακούστηκε ένας ξερός κρότος.
Τρία ξεροσκαστά γέλια ξέφυγαν από τα στόματα του Μάρκου, του Γιαννάκου και της Ταρίας, και μια φωνή, ένα «σκοτώθηκα» από το στόμα του Μήντρου.
«Καλά, αδερφέ, που σκοτώθηκες! Σήκω τώρα· μήπως χτύπησες;
Μωρέ σκοτώθηκα! Δεν μπορώ να σηκωθώ! Δε με πιστεύετε;»
Και μ’ ένα βογγητό τελείωσεν ο λόγος του, κ’ η φωνή χύθηκε παραπονιάρα, ραγισμένη, σα νάχε πάθει από πέσιμο κι αυτή. Κ ‘ έφτασε στ’ αυτιά τους η φωνή του τόσο λυπητερή, βαθειά βγαλμένη από φυλλοκάρδια, τόσον έξαφν’ αλλαγμένη· απ’ τον πόνο, ξεψυχισμένη, που τους περίχυσεν ιδρώτας και τους τρεις. Είδαν πως δεν ήταν χωρατά.
«Μωρέ Μήτρο!» μπόρεσαν μόνο να ξεφωνίσουν, κι έτρεξαν να τον πιάσουν, να του δώσουν χέρι για να σηκωθεί.
«Έτσι για το τίποτε· παραπάτησα…γλύστησα…να, σε μια φλούδ’ απάνου· λεμονοκόμματο θα ήταν…να πάθω τέτοιο κακό…Αχ! σκοτώθηκα!»
Και πιο σιγά και πιο παραπονετικά έλεγεν ότι έλεγε. Πάλεψε να σηκωθεί μόνος του, δεν μπορούσε· τον ανασήκωσαν οι άλλοι.
«Κουράγιο, Μήτρο!»
Ο Μήτρος δε μπορούσε να σταθεί στα πόδια του· τόνα του πόδι, το δεξί, δεν τόννοιωθε πια για πόδι, του φαινόταν σαν από σίδερο, του στεκόταν ασάλευτο. Τον κρατούσαν από τις μασχάλες. Ο Ψημένος είχε κλείσει το μαγαζί κ’ εστεκόταν κι αυτός για να βοηθήσει. Παραπέρα οι φωνές των παιδιών απ’ έξω από την εκκλησιά σκορπειούνται και βοϊζουν· ξεσπούν στον αέρα τα χαλκούνια· κ’ η νύχτα αστράφτει, βροντάει και σφυρίζει, και ρίχνει βροχή από σπίθες. Από τις πόρτες και τα παράθυρα τ’ Αη Νικόλα τ’ αναμμένα κεριά κ’ οι λαμπάδες του επιταφίου φαντάζουν σαν αστέρια· δροσερά παιδιάτικα ψαλσίματα ξεχύνονται: «Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον που έδει σου το κάλλος;»
«Να τον πάμε στο σπίτι.
- Κράξε της μάννας μου, Κανίνια· είναι στην εκκλησιά.
- Καλά λες. Κανίνια, τράβ’ απ’ την πίσω πορτοπούλα· μίλα της κλησάρισσας να της πει πως τη γυρεύουν· έτσι με τρόπο.
- Μη την τρομάζεις, βρε αδερφέ, τη γυναίκα· πες της πως τη γυρεύει ο Μήτρος».

Η χήρα η Δήμαινα, η μάννα του Μήτρου, ήτανε στην εκκλησιά· βρίσκονταν αποβραδύς εκεί με τις άλλες γυναίκες· είχε ξενυχτήσει τον επιτάφιο. Έχασε τον άνδρα της προτού φτάσει στα μισοκοπίμστα. Και από τότε, αντίο χρυσό κοντογούνι και φέσι κατακκόκινο με το φουντωτό παπάζι! Μέσα στο σπίτι δεν κάθονταν παρά για να κοιτάζει το Μήτρο, το γιό της το μονάκριβο, και δεν άφηνε το σπίτι παρά για να κοιτάξει τα’ αμπελάκι που της άφησεν ο μακαρίτης. Για να πάει στο αμπελάκι περνούσε από τα μνήματα, και κάπου κάπου άναβεν ένα κερί, κ’ έκαιγε λίγο λιβάνι στον τάφο του μακαρίτη. Κ’ ήταν γυναίκα της δουλειάς, άξια γυναίκα. Κι όταν μεγάλωσεν ο γιος της και ταξίδεψε με τα καΐκια – την τέχνη του πατέρα - κι αγάλια αγάλια, με των γονέων την ευχή και τη δική του προκοπή, απόχτησε δικό του καϊκάκι, τότε η χήρα Δήμαινα σαν να το συλλογίσθηκε πιο πολύ πως ήταν χριστιανή· το ξεπεταρούδι της το γνοιάσθηκεν, έπρεπε να γνοιασθεί και για την ψυχή της. Κι από τότε ζύγωνε συχνότερα στην εκκλησιά· κι όσο που έφευγαν τα χρόνια – τα είχε πατήσει τα εξήντα – τόσο θεοφοβούμενον ένοιωθε τον εαυτό της. Όμως, να πούμε την αλήθεια, περσότερο έτρεμε τα μάγια και τα ξωτικά, χωρίς κι αυτή καλά να το καταλαβαίνει.
«Κυρά Δήμαινα, σε γυρεύουν έξω, το παιδί σου…» τραβώντας την από το φόρεμα, της ψυθίρισε στ’ αυτί η κλησάρισσα.
«Το παιδί μου! Και τι να με θέλει;» Δεν πρόφτασε να το συλλογισθεί, και να, μπροστά της ο Μάρκος ο Κανίνιας. Ξεσκούφωτος και λαχανιασμένος.
«Τίποτε, κυρά Δήμαινα, το πόδι του στραγγούλισεν ο Μήτρος».
Ξεπετάχτηκεν η γριά, σούσουρο γίνηκε τριγύρω της, άρχισαν οι γυναίκες τα ψυθιρίσματα. «Σιωπή γυναίκες», έκραζαν με θυμό οι επίτροποι. Αλλά που να σωπάσουν; Κάτι έτρεξε· το στραγγούλισμα ήταν αυτό; Κάποιος θα κάηκεν απ’ τα χαλκούνια, κάποιος θα μαχαιρώθηκε. Στη στιγμή μαθεύτηκε το πράμα· στη στιγμή η μισή εκλησιά είχεν αδειάσει! Που να κρατηθεί ο κοσμάκης; Την εκκλησιά του τι βρίσκει πάλι, με τέτοια, θεός να μας γλυτώνει, δε γίνονται κάθε μέρα.
«Μάτια μου , μάτια μου, ο Χριστός! Ο Χριστός!» φώναζε τρέχοντας η γριά. Κι απ’ έξω απ’ την εκκλησιά βλέπει εκεί μπροστά της το παιδί, ορθό κι ακουμπιστό στον τοίχο. Τον παράστεκαν οι σύντροφοι, κι άλλοι πέντε έξι.
«Δεν είναι τίποτε μάννα· παραπάτησα, κ’ έπεσα και χτύπησα λιγάκι στο γόνατο. Πάμε στο σπίτι να βάλω απάνου τίποτε. Μια μεγάλη πέτρα ξεπλάκωσε τα στήθη της φτωχής. Έβανε με το νου της τα χειρότερα, και σαν τον είδε μπροστά της έτσι ορθό, στο μισοσβυσμένο φως του φεγγαριού, ξανάσανεν.
«Ο Χριστός! Ο Χριστός! κακή ώρα, παιδί μου!»
Και δεν ήξερε πως ο Μήτρος δε μπορούσε να κρατηθεί στα πόδια του, και πως ο ίδιος είχε πει στα παιδιά: «Βάλτε με ν’ ακουμπήσω στον τοίχο, για να μη με ιδεί άξαφνα η μάννα μου και φοβηθεί». Κ’ εκεί που τόλεγαν αυτό, μέσα στο νου του είπε και κάτι άλλο που δε βγήκε απ’ τα χείλη του: «Πως θα με ιδεί η Φροσύνη!»
Η Φροσύνη ήταν η αρραβωνιαστικιά του.

Κρατώντας και ξεσέρνοντας και ανασηκώνοντας, τον πήγανε στο σπίτι. Εκείνη τη χρονιά η χήρα η Δήμαινα, ο Μάρκος ο Κανίνιας, ο Γιαννάκος Ταρνάμαμας κ’ η Ταρία Ταρέλα δε χάρηκαν επιτάφιο. Ξημερώθηκαν στο κρεββάτι του Μήτρου. Δεν έκλεισε μάτι, πονούσε, μούγγριζε σαν ταύρος. Το πόδι του επρήζονταν, γίνηκε μια κολώνα!..»