22/03/11 18:43 - Ιησούς Χριστός: Ελληνισμός- Χριστιανισμός (3)

 

Ιησούς Χριστός: Ελληνισμός- Χριστιανισμός (3)

Πού γεννήθηκε ο πρώτος άνθρωπος; Το πρώτο κεφάλαιο του πολύκροτου βιβλίου μας «Ιησούς Χριστός: Ελληνισμός-Χριστιανισμός» το οποίο κάνει μια βαθειά τομή στη λεγόμενη χριστιανική αρχαιολογία με βάση την Βίβλο και την Ελληνική Μυθολογία!..

Αδάμ και Εύα. («Ες Άδου Κάθοδος». Λεπτομέρεια. Μωσαϊκό μέσων 11ου αιώνος. Νέα Μονή Χίου).

ΠΟΥ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ Ο ΠΡΩΤΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ;

ΒΙΒΛΟΣ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ

Επειδή πολλά λέγονται και πολλά γράφονται για το πού εγεννήθη ο πρώτος άνθρωπος εις την Γην, θα πρέπει να πούμε εδώ, ότι εάν κάποιος αντικρίση την υδρόγειον από το διάστημα, ίσως τότε αντιληφθή ότι, ως χώρος, δεν είμεθα παρά μία κουκίδα και τίποτε άλλο. Πολύ περισσότερο όταν κάποιος θελήση να ξεχωρίση τα μέρη της Ευρώπης, της Μεσογείου, της Μεσοποταμίας κι ακόμη περισσότερο της Ιουδαίας ή της Βηθλεέμ.
Δεν είναι εις τις προθέσεις μου να ανατρέξω εις άλλες ιστορικές πηγές (παλαιοντολογικές, ανθρωπολογικές, αρχαιολογικές κ.λ.π.) ώστε να ενισχύσω την επιχειρηματολογίαν μου. Οι όποιες θέσεις ή «επιφυλάξεις» μου γίνονται με την ανάγνωσιν και μόνον της Παλαιάς Διαθήκης, που πολλοί δωδεκαθεϊστές θέλουν να καταργήσουν επειδή λέει την αλήθειαν1 …
Γένεσις, λοιπόν… Και ας αρχίσωμεν:
Ο πάνσοφος Μωϋσής, συγγραφεύς, όπως λέγεται, της Γενέσεως της Παλαιάς Διαθήκης, αφού καταγράφει τις πρώτες 5 ημέρες της Δημιουργίας του Θεού (ουρανός και γη, στερέωμα εν μέσω ύδατος, σύναξις υδάτων κάτωθεν του ουρανού, αστερισμοί διαχωρίζοντες την ημέραν από την νύκτα, κήτη και πτηνά του ουρανού, θηρία της γης), φθάνει εις την 6ην ημέρα της Δημιουργίας Του, όπου η Βίβλος λέει:
«Και είπεν ο θεός ποιήσωμεν άνθρωπον κατ’ εικόνα ημετέραν και καθ’ ομοίωσιν, και αρχέτωσαν των ιχθύων της θαλάσσης και των πετεινών του ουρανού και των κτηνών και πάση της γης και πάντων των ερπετών και ερπόντων επί της γης. Και εποίησεν ο Θεός τον άνθρωπον, κατ’ εικόνα Θεού εποίησεν αυτόν, άρσεν και θήλυ εποίησεν αυτούς. Και ευλόγησεν αυτούς ο Θεός λέγων: αυξάνεσθε και πληθύνεσθε και πληρώσατε την γην και κατακυριεύσατε αυτής και άρχετε των ιχθύων της θαλάσσης και των πετεινών του ουρανού και πάντων των κτηνών και πάσης της γης…» (Γεν. Α, 26-28).
Εις το σημείο αυτό, όπως παρατηρεί ο καλόπιστος αναγνώστης, ο συγγραφεύς της Γενέσεως δεν διευκρινίζει ποιος ήταν ο πρώτος άνθρωπος που εδημιούργησε ο Θεός, δεδομένου ότι θα μπορούσε να ομιλήση, κατ’ ευθείαν για τον Αδάμ, και αν ήταν ένας ή δύο άνθρωποι μαζί («και εποίησεν ο Θεός τον άνθρωπον, κατ’ εικόνα Θεού εποίησεν αυτόν, άρσεν και θήλυ εποίησεν αυτούς»).Δεν μπορεί, δηλαδή, ένας πάνσοφος Μωϋσής μέσα εις την ιδίαν παράγραφον: α) να μην διευκρινίζη ποιον ή ποιους ανθρώπους εννοεί και β) να μην αναφέρεται εις τα ονόματα των πρώτων ανθρώπων, τους οποίους και ευλόγησε ο Θεός, ώστε να πολλαπλασιασθούν επί της Γης.
Τίθενται, λοιπόν, τα εξής εύλογα ερωτήματα:
1) Ποιός ήταν ο πρώτος ή οι πρώτοι άνθρωποι επί της Γης;
2) Πώς oνομάζονταν αυτοί οι άνθρωποι;
3) Πού εγεννήθησαν ακριβώς οι πρώτοι άνθρωποι κατά την ημέραν που τους έπλασε ο Θεός, ώστε να κατακυριεύσουν αργότερον την Γην;

Ο ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ ΤΗΣ ΕΔΕΜ ΚΑΙ Η «ΑΝΩΝΥΜΟΣ» ΓΥΝΗ ΤΟΥ ΑΔΑΜ

Διαβάζοντας κανείς το Κεφάλαιο Β΄ της Γενέσεως, παρατηρεί ότι η Βίβλος ξεκαθαρίζει κάπως το ομιχλώδες τοπίο της ανθρώπινης δημιουργίας, λέγοντας επί λέξει τα εξής:
«Αύτη η βίβλος γενέσεως ουρανού και γης, ότε εγένετο η ημέρα εποίησε Κύριος ο Θεός τον ουρανόν και την γην και παν χλωρόν αγρού προ του γενέσθαι επί της γης και πάντα χόρτον αγρού προ του αντατείλαι˙ ου γαρ έβρεξεν ο Θεός επί την γην, και άνθρωπος ουκ ην εργάζεσθαι πρόσωπον της γης. Και έπλασεν ο Θεός τον άνθρωπον, χουν από της γης και ενεφύσησεν εις το πρόσωπον αυτού πνοήν ζωής, και εγένετο ο άνθρωπος εις ψυχήν ζώσαν.
Και εφύτευσεν ο Θεός παράδεισον εν Εδέμ κατά ανατολάς και έθετο εκεί τον άνθρωπον, ον έπλασε…». (Γένεσις Β΄, 1-8).
Εις την συνέχειαν, αφού ο συγγραφεύς της Γενέσεως προσδιορίζει τον γεωγραφικόν χώρον εις τον οποίον ευρίσκετο ο Παράδεισος της Εδέμ, όπως και το «δένδρον της γνώσεως του καλού και του κακού», φθάνει εις το σημείο που ο Αδάμ αποκτά και σύζυγο, για να γράψη:
«Και είπε Κύριος ο Θεός ου καλόν είναι τον άνθρωπον μόνον˙ ποιήσωμεν αυτώ βοηθόν κατ’ αυτόν. Και έπλασεν ο Θεός έτι εκ της γης πάντα τα θηρία του αγρού και πάντα τα πετεινά του ουρανού και ήγαγεν αυτά προς τον Αδάμ, ιδείν τι καλέσει αυτά. Και παν ο εάν εκάλεσεν αυτό Αδάμ ψυχήν ζώσαν, τούτο όνομα αυτώ. Και εκάλεσεν Αδάμ ονόματα πάσι τοις κτήνεσι και πάσι τοις πετεινοίς του ουρανού και πάσι τοις θηρίοις του αγρού˙ τω δε Αδάμ ουχ ευρέθη βοηθός όμοιος αυτώ. Και επέβαλεν ο Θεός έκστασιν επί τω Αδάμ και ύπνωσε˙ και έλαβε μίαν των πλευρών αυτού και ανεπλήρωσε σάρκα αντ’ αυτής. 2 Και ωκοδόμησεν ο Θεός την πλευράν, ην έλαβεν από του Αδάμ, εις γυναίκα και ήγαγεν αυτήν προς τον Αδάμ. Και είπεν Αδάμ˙ τούτο ουν οστούν εκ των οστέων μου και σαρξ εκ της σαρκός μου˙ αύτη κληθήσεται γυνή, ότι εκ του ανδρός αυτής ελήφθη αύτη˙ ένεκεν τούτου καταλείψει άνθρωπος τον πατέρα αυτού και την μητέρα και προσκολληθήσεται προς την γυναίκα αυτού και έσονται οι δύο εις σάρκα μίαν. Και ήσαν οι δύο γυμνοί, ο τε Αδάμ και η γυνή αυτού, και ουκ ησχύνοντο» (Γεν. Β΄, 18-25).
Εις το Κεφάλαιο Γ΄ της Γενέσεως, αφού διαβάσωμεν για τον φρονιμώτατον πάντων των θηρίων της γης όφιν, που ξεγέλασε την γυναίκα του Παραδείσου ώστε να φάγη τον απαγορευμένον καρπόν, τον οποίον έδωσε εις την συνέχειαν και εις τον σύζυγό της, τον Αδάμ, ακούομεν την φωνήν του Κυρίου του Θεού «περιπατούντος εν τω παραδείσω το δειλινόν» να θέτη αιώνιον έχθραν μεταξύ όφεως και ανθρώπου και να λέγη εις την γυναίκα:
«Πληθύνων πληθυνώ τας λύπας σου και τον στεναγμόν σου˙ εν λύπαις τέξη τέκνα, και προς τον άνδρα σου η αποστροφή σου και αυτός σού κυριεύσει».
Και εις τον Αδάμ:
«Ότι ήκουσας της φωνής της γυναικός σου και έφαγες από του ξύλου, ου ενετειλάμην σοι τούτου μόνου μη φαγείν, απ’ αυτού έφαγες, επικατάρατος η γη εν τοις έργοις σου˙ εν λύπαις φαγή αυτήν πάσας τας ημέρας της ζωής σου˙ ακάνθας και τριβόλους ανατελεί σοι, και φαγή τον άρτον σου, έως του αποστρέψαι σε εις την γην, εξ’ ης ελήφθης, ότι γη ει και εις γην απελεύση» (Γεν. Γ΄ 16-19).
Ακριβώς εις το σημείο αυτό και ολίγον προ της εξώσεως των Πρωτοπλάστων εκ του Παραδείσου «εκάλεσεν Αδάμ το όνομα της γυναικός αυτού Ζωή, ότι αυτή μήτηρ πάντων των ζώντων.»! (Γεν. Γ΄20).
Προσοχή! Το όνομα που έδωσε ο Αδάμ εις την γυναίκα (: «ανδρίς», σύμφωνα με την μετάφραση του Συμμάχου) δεν ήταν Εύα, αλλά …Ζωή! Και η μέχρι τούδε ανώνυμος γυνή του Παραδείσου λαμβάνει το όνομα Ζωή!
Και η Εύα; Ποια ήταν άραγε, η Εύα, η οποία εις τα εβραϊκά σημαίνει…Ζωή; 

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ .. ΠΡΩΘΕΛΛΗΝΙΔΑ ΕΥΑ!

Ο γνωστός Έλληνας δημοσιογράφος και συγγραφέας Δημήτριος Δρουμπούκης, εις το βιβλίο του: «ΕΛΛΗΝΙΚΑ: Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΩΝ ΠΡΩΤΟΠΛΑΣΤΩΝ» (Εκδόσεις «Νέα Θέσις», Αθήναι, Ιανουάριος 1999), εις την σελίδα 51, αναφερόμενος εις το θέμα «ΑΜΕΝΑΝΟΣ ΕΥΑ» υπό τον τίτλο: «Η μυστηριώδης αρχαιοελληνική αναφορά εις την πρωθελληνίδα Εύαν», επισημαίνει τα εξής:
«Ο εκδοτικός οίκος Herder Freiburg, από την έκδοσιν 1943 του κύκλου έργων τέχνης του Dr. Heinrich Lutzeler, παρουσίασε το εικονογραφημένο βιβλίο: «Από την θρησκεία των αρχαίων Ελλήνων» (διάθεσις: Βιβλιοπωλείον Κ. Κακουλίδου). Εις τις εικόνες παρουσιάζει και αυτήν (μία εικόνα δηλαδή) με τις ενδείξεις:
«Ο ποτάμιος θεός Αμένανος. Αργυρά δραχμή από την Κατάνη, Σικελία.. Γύρω στα 410 π.Χ. Βερολίνο, Κρατική συλλογή νομισμάτων.».
Η ένδειξις αυτή είναι πέρα ως πέρα λάθος. Πρώτον η κεφαλή είναι ελληνική, γυναικεία, νεανική. Ποτάμιος θεός αποκλείεται να έχει γαρίδα ως έμβλημα. Μάλλον για κάποιο μετάλλιο ή απεικόνισιν μεταλλίου και όχι για νόμισμα, πρόκειται. Αλλά και η εξήγησις ότι πρόκειται περί ποτάμιου θεού πρέπει, μάλλον, να είναι λάθος. Ιδού γιατί:
Η γνωστή εις ημάς γραφή πρέπει να είναι: «Αμείνονος Εύα» όπως φαίνεται εις την εικόνα. Όπου αμένανος ή αμείνονος ( γενική του επιθέτου ο, η αμείνων, το άμεινον – του, της αμείνονος) είναι ο συγκριτικός βαθμός του αμείνων = αγαθός). Σημαίνει: του αγαθοτέρου – της αγαθοτέρας ή του καλυτέρου – της καλυτέρας, Εύα. Δηλαδή: «Για το καλύτερον, απονέμεται εις την Εύαν».
Αν, όμως, είναι το επίρρημα αμεινόνως (δηλαδή αγαθοτέρας), σημαίνει: «Είναι δικαιώτερον ν’ απονεμηθή εις την Εύαν».
Είναι δυνατόν όμως να επρόκειτο για κάποιον διαγωνισμόν καλλονής κατά τα πρότυπα του Πάριδος, οπότε σημαίνει: «Είναι δικαιώτερον ν’ απονεμηθή εις την καλυτέραν ή ωραιοτέραν», διότι Εύοιος ή Εύιος = ωραίος – καλός.
Αλλά και αν επρόκειτο περί απεικονίσεως ποταμίου θεού Αμένανος- αγνώστου εις ημάς – και πάλιν εξακολουθεί να παραμένη μυστήριο η ονομασία Εύα. Ενώ αν η γαρίδα και τα άλλα, μάλλον, ποτάμια ψάρια συμβολίζουν τον Αλφειόν, ο οποίος διαπερνώντας την θάλασσαν εξέρχεται εις την Σικελίαν ως η πηγή της Αρεθούσης και πάλιν η λέξις «Εύα» παραμένει ανεξήγητος.
Πάντως η ονομασία ήταν γνωστή εις τους Αρχαίους Έλληνες και αυτό έχει ιδιαιτέραν σημασίαν.
Ο ως άνω συγγραφεύς κάτω από το νόμισμα της αργυράς δραχμής (που έχει και ως εξώφυλλό του) παραθέτει το εξής σχόλιο: «Αμένανος Εύα = η καλλονή Εύα. Είναι φανερό ότι η προσηγορία Εύα (εκ του ευ) είναι ελληνική. Και η Βίβλος κάποιο πρότυπο ελληνικής Βυβλίδος είχε…».
Δεν ξέρω γιατί ο Άγγελος Σικελιανός διετύπωνε λυρικώς τον στίχον: «Στην Ελλάδα εφάνη ο αληθινός Θεός»!...
Δεν ξέρω γιατί ο Τίμος Μωραϊτίνης έγραψε εκείνον τον περίφημον στίχον: «Κι ήταν ημέρα Ελληνική/ του κόσμου η πρώτη ημέρα»!...
Ξέρω, όμως ότι ο ως άνω συγγραφεύς υποστηρίζει ότι σκοπίμως ορισμένοι αλλοιώνουν ακόμη και την ορθογραφίαν της Βίβλου γράφοντας το όνομα «Εὔα» (με οξείαν) και όχι «Εὖα» (με περισπωμένην), όπως βλέπωμεν εις το Λεξικό Ζηκίδου, «με αποτέλεσμα να το διεκδικούν, ως μη έδει, άλλα έθνη, όπως οι Εβραίοι, χωρίς να έχουν κανένα τέτοιο δικαίωμα, αφού η πρωτόπλαστος… δεν ήτο Εβραία!... Η ορθογραφία της Βίβλου, με ιώτα, είναι λανθασμένη και τις οίδε ποίοι εις την απωτέραν αρχαιότητα ήλλαξαν την ορθογραφίαν της από Βυβλίς εις Βίβλον, με προφανείς σκοπούς να αλλάξουν την εθνικότητα και να παραποιήσουν εκ του ασφαλούς…».
Πάντως, από πλευράς συγγραφέως του ανά χείρας βιβλίου, όσο αφορά το όνομα «Εύα» θα δώσωμεν άλλα δύο συμπληρωματικά στοιχεία, δεδομένου ότι υπάρχουν:
α) Εύα, μια κώμη της Κυνουρίας επί του όρους Πάρνωνος.
β) Εύα, όρος της Μεσσηνίας, που ακόμη και σήμερον υψώνεται αγέρωχο εις τον υπερήφανον Μωρέα ( και όχι Μορέα, που κάποιοι διαστρεβλωτές της αληθείας προσπαθούν να τον συνδέσουν με τον σλαβικόν όρον «μόρε», που σημαίνει «θάλασσα», ενώ ο Μωριάς, τουλάχιστον, είναι γεμάτος από βουνά, όπου εκαλλιεργείτο η μουριά!...)
Δράττομαι δε της ευκαιρίας να αναφέρω τι ψάλλει η Εκκλησία μας κατά την Μεγάλην Δευτέρα:
«Δευτέραν Εύαν την Αιγυπτίαν, ευρών ο δράκων, δια ρημάτων έσπευδε κολακείας, υποσκελίσαι τον Ιωσήφ˙ αλλ’ αυτός καταλιπών τον χιτώνα, έφυγε την αμαρτίαν, και γυμνός ουκ ησχύνετο, ως ο πρωτόπλαστος, προ της παρακοής, αυτού ταις ικεσίαις, Χριστέ, ελέησον ημάς.».
Ως γνωστόν οι Πρωτόπλαστοι του Παραδείσου μόλις αντελήφθησαν ότι ήσαν γυμνοί «έρραψαν φύλλα συκής και εποίησαν εαυτοίς περιχώματα». (Γεν. Γ΄, 7).
Οι παρατηρήσεις που έχομεν να κάνωμεν εδώ είναι οι εξής:
α) Ο Θεός τοποθετεί τον πρώτον άνθρωπον επί της Γης, εις τον Παράδεισον της Εδέμ. Από πού, όμως, τον έφερε και τον ετοποθέτησε εκεί, την ώραν που η ίδια η Γένεσις δεν ξεκαθαρίζει (ή έστω δεν διευκρινίζει) για το αν ήταν ή όχι ο Αδάμ ο πρώτος άνθρωπος, που «εποίησε» 3 ή «έπλασε» ο Θεός – Δημιουργός επί της Γης;
β) Πως είναι δυνατόν ο Αδάμ, που έδωσε ονόματα «πάσι τοις κτήνεσι και πάσι τοις πετεινοίς του ουρανού και πάσι τοις θηρίοις του αγρού», να αφήση, μέχρι την έξωσιν, ανώνυμον την σύζυγόν του; Η εξήγησις που δίνει ο Αδάμ για το όνομα «γυνή» είναι εννοιολογική. Προς τι λοιπόν, η «αδιαφορία» αυτή του Αδάμ; Μη λησμονούμε το γεγονός ότι τόσον ο Θεός όσον και ο Αδάμ καθ’ όλην την διάρκειαν της ζωής των Πρωτοπλάστων εις τον Παράδεισον αποκαλούν συνεχώς την Εύαν ως «γυνή»! Προς επιβεβαίωσιν των ισχυρισμών του γράφοντος δεν έχομεν παρά να διαβάσωμεν ολόκληρο το κεφάλαιο Γ΄ της Γενέσεως και θα διαπιστώσωμεν την αλήθειαν αυτήν. Μία αλήθεια που προβληματίζει κάθε σκεπτόμενον άνθρωπον4. Την Εύα, ως σύζυγον του Αδάμ με το συγκεκριμένο όνομα, την συναντώμεν μετά την εκδίωξιν των Πρωτοπλάστων από τον Παράδεισον, όπως διαβάζωμεν εις το Δ΄ Κεφάλαιο της Γενέσεως5, όπου ο Αδάμ εγνώρισε την Εύαν, «την γυνή αυτού» και η οποία Εύα «συλλαβούσα έτεκε τον Κάιν» και εις την συνέχειαν τον Άβελ και τον Σηθ «και υιούς και θυγατέρες» για να πολλαπλασιασθή το ανθρώπινο γένος. Ας σημειωθεί ότι ο Αδάμ έζησε ακριβώς 930 έτη – πράγμα που μας δίνει το δικαίωμα να πιστεύωμεν, ότι εις την μακρόχρονον ζωήν του ασφαλώς και πολλά συνέβησαν, από την αρχήν της δημιουργίας του, την τοποθέτησίν του εις τον Παράδεισο και εις την συνέχειαν την έξωσίν του απ’ αυτόν, όπως και η εν γένει πορεία του εις την χιλιόχρονον ζωήν του. 6
γ) Ασφαλώς και δεν αποκλείομεν το γεγονός η «γυνή» του Γ’ Κεφαλαίου της Γενέσεως να ήταν η Εύα, όπως δέχονται και υιοθετούν όλοι οι Πατέρες της Εκκλησίας και οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς. Γιατί, όμως δεν μνημονεύεται το όνομά της ευθύς εξ’ αρχής από τον Μωϋσήν; Τι εγνώριζε άραγε; Απέκρυψε κάποιο μυστικό ή μήπως ήταν μία απλή συγγραφική αμέλεια του συγγραφέως της Γενέσεως;
Και, για να τελειώνωμε, ας θέσωμεν δύο ερωτήματα:
1) Η «γυνή» του Παραδείσου πώς ελέγετο τελικώς; Γυνή, Ανδρίς, Ζωή ή Εύα;
2) Ο Παράδεισος της Βίβλου ήταν αυτός που αναφέρεται εις την Γένεσιν ή μήπως κάπου αλλού, 7 που η ίδια η Βίβλος αφήνει «αδιευκρίνιστο», ως θέμα, με την δημιουργίαν του ανθρώπου ή των ανθρώπων επί της Γης, αφού δεν γνωρίζομεν πού επλάσθησαν και πότε ετοποθετήθησαν εις τον Παράδεισον, για να επέλθη αργότερον η εκδίωξης των Πρωτοπλάστων εξ αυτού; 8
Μήπως, λοιπόν, εις το σημείο αυτό οι ελληνικές πηγές είναι πιο διαφωτιστικές; Μήπως αξίζει να ρίξωμε και μίαν ματιάν εις την Αρχαίαν Ελληνικήν Μυθολογίαν καθώς και εις τις άλλες αρχαιοελληνικές πηγές περί Κοσμογονίας, όπως επί παραδείγματι του Ορφέως, του Ησιόδου ή της Ωγυγίας του περίφημου Έλληνος καθηγητού της Βιέννης Αθανασίου Σταγειρίτου;
Ας το εξετάσωμεν...