14/05/13 23:20 - Κομοτηνή και Αλεξανδρούπολη: Οι ιστορικές ελληνικές πόλεις !..

Κομοτηνή και Αλεξανδρούπολη: Οι ιστορικές ελληνικές πόλεις !..

Σαν σήμερα απελευθερώθηκαν μετά από πολλούς διωγμούς που υπέστη εκεί το ελληνικό στοιχείο και η Κομοτηνή, αλλά και η Αλεξανδρούπολη!.. Διαβάστε το παρακάτω κείμενο, όπου γίνεται μια σύντομη ιστορική αναδρομή και ο τρόπος που σήμερα είναι ελεύθερες ελληνικές πόλεις!..

14 Μαΐου 1920: Εικόνα από την απελευθέρωση της Κομοτηνής από την Βουλγαρική κατοχή.

Η Κομοτηνή, όπως όλοι γνωρίζουν, είναι μια πόλη της Θράκης, πρωτεύουσα του νομού Ροδόπης. Αποτελεί έδρα του ομώνυμου δημοτικού διαμερίσματος και του δήμου Κομοτηνής. Έχει πληθυσμό 43.326 κατοίκους. Βρίσκεται στο κέντρο μιας εύφορης κοιλάδας, σε μικρή απόσταση από τη θάλασσα. Η Κομοτηνή είναι σημαντικό εμπορικό, οικονομικό και πνευματικό κέντρο ολόκληρης της Θράκης. 
Στην πόλη συγκεντρώνονται τα περισσότερα γεωργικά και κτηνοτροφικά προϊόντα της περιοχής, όπως σιτηρά, βαμβάκι, σουσάμι, καπνός, τυρί και μαλλιά.
Η πόλη έχει ένα ιδιαίτερο χαρακτήρα καθώς συνυπάρχει ο μουσουλμανικός και ο χριστιανικός πληθυσμός και αυτός ο χαρακτήρας αντανακλάται και στα μνημεία της. Υπάρχουν πολλά τζαμιά και χριστιανικές εκκλησίες, ενώ οι μουσουλμανικές συνοικίες διατηρούνται ακόμη παράλληλα με σύγχρονα κτίρια. Στην Κομοτηνή υπάρχουν τρία μουσεία: αρχαιολογικό, λαογραφικό και εκκλησιαστικό. Παράλληλα λειτουργούν και σχολές του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου.

Η χρυσή προτομή του Ρωμαίου αυτοκράτορα, Σεπτίμου Σεβήρου, που βρίσκεται στο Μουσείο Κομοτηνής.

Δεν είναι γνωστό πότε ακριβώς χτίστηκε η Κομοτηνή. Στο φρούριο της πόλης, που σωζόταν ακέραιο ως το 1922, υπήρχε επιγραφή που έγραφε «Θεοδοσίου κτίσμα». Με βάση την τοιχοδομία του φρουρίου συμπεραίνουμε πως είναι του 4ου αι. μ.Χ. και πως ο Θεοδόσιος της επιγραφής είναι ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου. Ως το 14ο αι. η Κομοτηνή δεν αναφέρεται στις ιστορικές πηγές. Την εποχή αυτή πρόσφυγες, κυρίως από τη Μοσυνούπολη, εγκαταστάθηκαν στο φρούριο, που αποτέλεσε μια μικρή πόλη. Ο Ν. Γρηγοράς (14ος αι.) την αναφέρει με το σύγχρονο όνομά της. Κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας η πόλη υπαγόταν στο βιλαέτι της Αδριανούπολης και ονομαζόταν Γκιουμουλτζίνα ή Γκιουμουρτζίνα. Κατά τον α’ βαλκανικό πόλεμο έπεσε στα χέρια των Βουλγάρων, αλλά ανακτήθηκε από τον ελληνικό στρατό στις 14 Ιουλίου 1913. Με τη Συνθήκη όμως του Βουκουρεστίου (1913) παραχωρήθηκε, όπως και όλη η Δυτική Θράκη, στη Βουλγαρία. Μετά τον α’ παγκόσμιο πόλεμο παραχωρήθηκε στην Ελλάδα με τη συνθήκη των Σεβρών (1920) και επικυρώθηκε εκ νέου με τη συνθήκη της Λοζάνης (1923).
Την 14η Μαΐου 1920 η Κομοτηνή ενώθηκε με την Ελλάδα κατόπιν διπλωματικής νίκης του πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου και του στενού συνεργάτη του Χαρίσιου Βαμβακά.
Ο Ελληνισμός της Κομοτηνής υπέστη ολοκληρωτική καταστροφή κατά τη Βουλγαρική κατοχή την περίοδο 1913 - 1920, όταν σχεδόν όλοι οι Έλληνες εγκατέλειψαν την πόλη (ενώ και πολλοί μουσουλμάνοι προσέφυγαν στην Κωνσταντινούπολη), για να τονωθεί εκ νέου μετά την ανταλλαγή πληθυσμών της Συνθήκης της Λωζάνης!..

Ο φάρος της Αλεξανδρούπολης, σήμα κατατεθέν τα πόλης!

Η Αλεξανδρούπολη είναι κι αυτή μία πόλη της Θράκης, πρωτεύουσα του νομού Έβρου. Είναι έδρα του ομώνυμου δημοτικού διαμερίσματος και του δήμου Αλεξανδρούπολης και έχει 48.885 κατοίκους.
Είναι παραθαλάσσια πόλη, και απέχει 14 χλμ. από τον ποταμό Έβρο. Αποτελεί εμπορικό κέντρο και είναι αρκετά αναπτυγμένη τουριστικά. Έχει αεροδρόμιο, σύγχρονο λιμάνι και είναι κόμβος σιδηροδρομικών συγκοινωνιών.
Η Αλεξανδρούπολη έχει πλούσια πολιτιστική και πνευματική κίνηση και στην πόλη βρίσκονται σχολές του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου της Θράκης (Ιατρική σχολή κ.ά.).
Πρόκειται για νέα πόλη, με ιστορία που μόλις υπερβαίνει την εκατονταετία. Αρχικά, στην περιοχή βρισκόταν ένας μικρός οικισμός με το όνομα Δεδέαγατς, από το όνομα Τούρκου μοναχού που θάφτηκε στη σκιά μεγάλου δέντρου κοντά στη σημερινή νομαρχία. Το ρυμοτομικό σχέδιο της σύγχρονης πόλης, με τους μεγάλους και φαρδείς δρόμους, σχεδιάστηκε από Ρώσους μηχανικούς, το 1877, όταν ο ρωσικός στρατός κατέλαβε την περιοχή κατά το ρωσοτουρκικό πόλεμο. Ιδρύθηκε ως σταθμός μεταξύ Αδριανούπολης - Κωνσταντινούπολης και της Ανατολικής Μακεδονίας.

Γράφει η Βικιπαίδεια:

«Ο Α' Βαλκανικός Πόλεμος τελείωσε επίσημα με τη συνθήκη του Λονδίνου (30 Μαΐου 1913). Ο σουλτάνος παραχώρησε όλα τα εδάφη δυτικά της γραμμής Αίνου-Μηδείας εκτός από την Αλβανία εξουσιοδοτώντας τις Μεγάλες Δυνάμεις να προχωρήσουν στον καθορισμό των συνόρων μεταξύ των βαλκανικών κρατών. Το μεγαλύτερο μειονέκτημα της συνθήκης ήταν ότι δεν καθόριζε τα νέα σύνορα των βαλκανικών κρατών με αποτέλεσμα να εμφανιστούν διενέξεις μεταξύ των νικητών. Αποτέλεσμα αυτού ήταν ο Β΄ Βαλκανικός Πόλεμος (16 Ιουνίου ως 18 Ιουλίου 1913). Η πόλη απελευθερώθηκε από ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις στις 11 Ιουλίου 1913. Με τη λήξη του Β' Βαλκανικού Πολέμου υπογράφηκε η συνθήκη του Βουκουρεστίου (10 Αυγούστου 1913) με την οποία η πόλη παραχωρείται και επίσημα στους Βούλγαρους. Η πόλη σχεδόν ερημώνει από Έλληνες, ενώ οι Βούλγαροι προκαλούν ανυπολόγιστες καταστροφές. Μετά το τέλος του πρώτου Παγκόσμιου πολέμου υπογράφεται η συνθήκη του Νεϊγύ (27 Νοεμβρίου 1919) σύμφωνα με την οποία η Βουλγαρία ως μεγάλη ηττημένη παραιτείται όλων των κυριαρχικών της δικαιωμάτων επί της μεσημβρινής δυτικής Θράκης. Το Δεδέαγατς κυβερνείται προσωρινά από μια Διασυμμαχική Διοίκηση, με κυβερνητικό αντιπρόσωπο τον Χαρίσιο Βαμβακά, στενό συνεργάτη του Ελευθέριου Βενιζέλου, ο οποίος κατορθώνει να ενσωματώσει την περιοχή στον Ελληνικό διοικητικό οργανισμό πριν ακόμη επιδικαστεί στην Ελλάδα. Την 14η Μαΐου 1920 η 9η Μεραρχία Σερρών, με διοικητή τον Στρατηγό Επαμεινώνδα Ζυμβρακάκη θα καταλάβει τις διαβάσεις προς τη Βουλγαρία και θα συγκεντρωθεί στη Γκιουμουλτζίνα (Κομοτηνή). Ταυτόχρονα μια νηοπομπή από είκοσι δύο φορτηγά πλοία, αποβιβάζει τη Μεραρχία Ξάνθης, με διοικητή το στρατηγό Κων/νο Μαζαράκη-Αινιάν, στο Δεδέαγατς. Γίνεται η υποστολή της Γαλλικής σημαίας και η έπαρση της Ελληνικής. Ο αστυνομικός διευθυντής Κ. Δανιήλ παραδίδει την πόλη. Με την συνθήκη των Σεβρών (28 Ιουλίου 1920) εκτός των άλλων η Οθωμανική Αυτοκρατορία παρέδιδε την κυριαρχία της Θράκης στην Ελλάδα.»

ΠΗΓΕΣ:
Ιστορικό και Δημοσιογραφικό Αρχείο του γράφοντος
Εγκυκλοπαίδεια «Μαλλιάρης-παιδεία»
Βικιπαίδεια