22/05/13 0:30 - Υπάρχουν Έλληνες που επιθυμούν την απομυθοποίηση της Ελληνικής Μυθολογίας;

Υπάρχουν Έλληνες που επιθυμούν την απομυθοποίηση της Ελληνικής Μυθολογίας;

Απάντηση σε φίλο της ιστοσελίδας μας ο οποίος ρωτάει αν υπάρχουν πανεπιστημιακοί δάσκαλοι οι οποίοι δίνουν σημασία ή βαρύτητα στην Ελληνική Μυθολογία και αν συμφωνούν με όλα όσα γράφει ο Ησίοδος στη «Θεογονία» του για τη «γέννηση» των «πρώτων θεών»!..

 

ΕΡΩΤΗΣΗ:

Αξιότιμε κ. Σακκέτο,

Διαβάζω εδώ και καιρό την ιστοσελίδα σας και μου κάνει εντύπωση ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζετε τα θέματά σας, ιδίως αυτά που έχουν σχέση με την ελληνική μυθολογία και γενικότερα την αρχαία ελληνική ιστορία. Η μυθολογία είναι μυθολογία και δεν μπορούμε να δίνουμε σημασία σε μύθους και παραμύθια, όπως το θέμα που θίξατε προ ημερών με τους «πρώτους θεούς», που γράφει ο Ησίοδος στη «Θεογονία» του! Αλήθεια, τα πιστεύετε αυτά; Δεν είμαι χριστιανός, ούτε μουσουλμάνος, ούτε πολυθεϊστής. Ωστόσο ποιοι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι έδωσαν τόση μεγάλη βαρύτητα και σημασία στην ελληνική μυθολογία, όπως εσείς, ή στην όποια μυθολογία των άλλων λαών, όπως κάνουν κάποιοι άλλοι; Συγγνώμη για τον κόπο στον οποίο σας υποβάλλω, αλλά θα ήθελα την απάντησή σας.

Με τιμή : Απόστολος Χ…..

ΑΠΑΝΤΗΣΗ::

Αγαπητέ κ. Απόστολε Χ...,

Ο γράφων θεωρεί εαυτόν ως τον «έσχατο των εσχάτων», που ασχολείται ή διερευνά παρόμοια θέματα, δεδομένου ότι έχουν προηγηθεί δεκάδες ή και εκατοντάδες άλλοι συνάδελφοι ερευνητές του Ελληνισμού ή της Ορθοδοξίας.
Το αν πιστεύω ή όχι στην Ελληνική Μυθολογία (δεν μ’ ενδιαφέρουν οι άλλες μυθολογίες διότι Έλλην ειμί) το κάνω για έναν απλούστατο λόγο: Διότι η Ελληνική Μυθολογία, όπως αποδεικνύεται, δεν είναι ένας μύθος αλλά μια πανάρχαια Ελληνική Ιστορία, που απλώς ο απόηχός της έφτασε μέχρι τ’ αυτιά μας. Πώς λοιπόν και με ποιό δικαίωμα θα την αρνηθώ ή θα την αποποιηθώ;
Όσον αφορά στο συγκεκριμένο θέμα, αν υπάρχουν πανεπιστημιακοί δάσκαλοι οι οποίοι έδωσαν τόση μεγάλη βαρύτητα και σημασία στην ελληνική μυθολογία, παραθέτω ευθύς αμέσως την παρακάτω ανάλυση  για τη λεγόμενη «γέννηση» των «πρώτων θεών». Διαβάστε την:

ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΣΧΟΛΙΑ
Οι μύθοι που αρχίζουν τη γένεση του κόσμου, άλλος με το Χάος ή τον Τάρταρο, άλλος με τη Νύχτα ή το 'Ερεβος και άλλος με τον Αέρα ή τον Ωκεανό, για τον προεπιστημονικό άνθρωπο που τους διατύπωσε, δεν διαφέρουν στη θεογονική αρχή τους τόσο πολύ, όσο φαίνεται στον σημερινό άνθρωπο με τη σύγχρονη αντί­ληψη για τα πράγματα του κόσμου. Θα λέγαμε μάλιστα ότι με όλες αυτές τις θεογονικές αρχές ο προεπιστημονικός άνθρωπος επιχειρεί να κατανοήσει την ίδια κατάσταση, δηλαδή την προκοσμική μορφή, που τη φαν­τάζεται χαοτική, σκοτεινή, παγερή, υγρή, ασταθή και χωρίς καθαρά περιγράμματα. Οι παραλλαγές πάνω σ' αυτό το μοναδικό νόημα εξηγούνται από το γεγο­νός ότι κάθε μυθοπλάστης είναι προσδιορισμένος από το ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον του, ακριβέστερα από το κύριο γνώρισμα του, για να δώσει την προτεραιότη­τα σε ένα από τα φυσικά σώματα ή φαινόμενα.
Στη «Θεογονία» του Ησιόδου, το Χάος, η Γη και ο Έρως αποτελούν την πρωταρχική τριάδα. Αυτές οι μορφές, όπως τις παρουσιάζει ο ποιητής, δεν έχουν γεννηθεί η μια από την άλλη· απέχουν μόνο χρονικά στη σειρά της γένεσης τους, δηλαδή είναι αυτογέννητες, όχι όμως και άναρχες, όπως θα πει αργότερα ο Φερεκύδης για τη δική του πρώτη τριάδα, τον Zα, τον Κρόνο ή τον Χρόνο και τη Χθονίη. Από τους τρεις πρώ­τους θεούς του Ησιόδου μόνο ο 'Ερως δεν γεννά απογόνους. Αυτός ενεργεί σαν ορμή που ενώνει τις άλλες δυνάμεις και τις ωθεί στη δημιουργία.
Η ησιόδεια περιγραφή της γενιάς του Χάους περιέ­χει στοιχεία και από εμπειρίες του φυσικού κόσμου και από αλληγορίες πάνω σε φαινόμενα του ηθικού βίου-συγκεκριμένα μόνο στο πρώτο μέρος της είναι γνή­σιος θεογονικός μύθος, ενώ στο δεύτερο αποτελεί φι­λοσοφική διασκευή. Tα πρώτα ζευγάρια, το 'Ερεβος και η Νύχτα, ο Αιθέρας και η Ημέρα, είναι μορφές πλασμένες από τα κυρίαρχα φαινόμενα της ατμοσφαί­ρας, όπως διαπιστώθηκαν αρχικά από τον άνθρωπο μέ­σα στη φύση και πριν από την επιστήμη. Πρόκειται για μορφές που στη συνέχεια θα τις αναγνωρίσουμε σε κάθε θεογονική σύνθεση ανάμεσα στην αρχέγονη τιτανογενιά, κάτω από ονόματα όπως του Τάρταρου, του Φάνη, του Υπερίωνα, του Αστραίου ή της Αστερίας, της Λητώς, της Φοίβης και της Θείας. Με τον Αιθέρα και την Ημέρα σαν παιδιά της Νύχτας, γενεαλόγου ν την πάγια προεπιστημονική γνώμη ότι τη νύχτα τη δια­δέχεται η μέρα, ότι το σκοτάδι παραχωρεί τη θέση του στο φως. Ακόμα και ο πρώτος φιλόσοφος, ο Θαλής (μαρτυρία 1 DK), όταν τον ρωτούν τι έγινε πρώτα, η νύχτα ή η μέρα, απαντά: «η νύχτα, μια μέρα πρωτύτε­ρα!». Ο Ύπνος και ο Θάνατος είναι εύλογο να περ­νούν στη φαντασία των ανθρώπων σαν αδέλφια και να έχουν μητέρα τη Νύχτα, δηλαδή να αναφέρονται στην περιοχή του σκοτεινού και απόκρυφου. Από αυτό το σημείο όμως αρχίζει η μεταφορά· η Απάτη και η 'Ερις, επίσης σαν παιδιά της Νύχτας, βγαίνουν από το σκο­τεινό και απόκρυφο όχι σαν φυσικό φαινόμενο αλλά σαν πνευματικό. Ευκολονόητη αλληγορία είναι και τα παιδιά της 'Εριδας: Πόνος, Λήθη, Λιμός, Μάχες, Φό­νοι, Δυσνομία, Όρκος.
Στον Ησίοδο η διαμόρφωση του κόσμου αρχίζει ου­σιαστικά με τη Γη. Αυτή γεννά τον Ουρανό, τα Όρη και τον Πόντο, δηλαδή όλα τα μέρη του σύμπαντος κατά τη μυθική αντίληψη. Η ιδέα ότι από τη μάζα της Γης διαμορφώνονται όλα τα άλλα μέρη του σύμπαντος, κυριαρχεί ακόμα και στην ελληνική επιστήμη κατά την αρχική φάση της ιστορικής διαδρομής της· έτσι ο Ξε­νοφάνης (μαρτυρίες 32-43 DK) εξηγεί τα ουράνια σώ­ματα σαν κυριολεκτικά εφήμερα μορφώματα από τις αναθυμιάσεις της Γης και ο Εμπεδοκλής (απόσπ. 55 DK) λέει τη θάλασσα γης ίδρωτα. Το μεγάλο μητριαρ-χικό πρότυπο, που επιβάλλει στη συνείδηση του Ησιό­δου τη Γη σαν πρωτογέννητη και αυτογέννητη «ανα­δυόμενη» από το Χάος, θεά που δημιουργεί το σύμπαν γεννώντας τα μέλη του με μόνο το ανέραστο ακόμα σώμα της, διαφαίνεται από τα ακόλουθα στοιχεία της «Θεογονίας»: α) Η Γη γεννά τα πρώτα παιδιά της «δί­χως πόθο ερωτικό», β) Αντίθετα από την παγκόσμια μυθική αντίληψη ότι ο Ουρανός και η Γη αποτελούν το αρχαιότερο αντρόγυνο, εδώ ο Ουρανός υποτάσσεται στη Γη και γίνεται γιος της. γ) Η Γη παραχωρεί στον Ουρανό μέρος από τις εξουσίες της. δ) Η Γη ανα­δεικνύει τον Ουρανό βασιλικό σύζυγο και τεκνοποιεί από το σπέρμα του. ε) Η Γη τελικά παραμερίζει τον Ουρανό και μεταβιβάζει τις εξουσίες σε άλλο πρόσωπο. Οι απόγονοι της Γης, οι Τιτάνες, οι Γίγαντες, οι Κύ­κλωπες, οι Εκατόγχειρες, σε αφετηριακές φάσεις του μύθου πρέπει να ήταν μορφές όχι πολύ διαφορετικές μεταξύ τους· έχουμε να κάνουμε με μυθοπλασίες που δίνουν πρόσωπο σε άμεσα γνωστά φυσικά σώματα και φαινόμενα, όπως οι στεριές και οι θάλασσες, τα βουνά και τα ποτάμια, ο ήλιος και το φεγγάρι, η μέρα και η νύχτα. Η πολυμορφία και η πολυωνυμία εξηγούνται από παράλληλες και διαδοχικές, στο χώρο και στο χρό­νο, μυθοπλασίες μιας βασικής ιδέας. 'Ετσι δεν χρεια­ζόμαστε ιδιαίτερη προσπάθεια για να αναγνωρίσουμε τον Κύριο των Υδάτων πάνω στα χαρακτηριστικά και στα ονόματα του Ωκεανού, του Πόντου, του Νηρέα και του Ποσειδώνα. Ανάλογα μπορούμε να σκεφτούμε και για τον Ουρανό, τον Κρόνο, τον Δία, τον Αστραίο· ή για τον Υπερίωνα, τον ' Ηλιο, τον Απόλλωνα· ή για τη Νύ­χτα, την Αστερία, τη Λητώ· ή για τη Φοίβη, τη Σελήνη, την Εκάτη, την Άρτεμη. Λεπτομερειακές εξηγήσεις για όλα αυτά δίνονται πιο κάτω, στα ειδικά κεφάλαια που είναι αφιερωμένα σε καθεμιά από τις παραπάνω μεγάλες μορφές της ελληνικής μυθολογίας. Εδώ αρ­κεί να προστεθεί ότι η πολύκλαδη παράδοση μιας ενιαίας ιδέας παρουσιάζει συχνά ισοδύναμη επιβολή πάνω στην ελληνική συνείδηση και όχι σπάνια βρισκό­μαστε μπροστά σε φαινόμενα όπως του Ησιόδου, που στη «Θεογονία» του αδυνατεί να συγχωνεύσει τη γενιά του Ωκεανού με τη γενιά του Πόντου, αφού στα χρόνια του θα τις παρέλαβε έτοιμες ήδη σαν αυτοτελείς υδατογονικές συνθέσεις.
Το Χάος και τα συνώνυμα του σαν πρώτο θεό, εκτός από τη «Θεογονία» του Ησιόδου, το βρίσκουμε και στα ανάλογα, αποσπασματικά γνωστά, έργα των ορφικών. Στον Αλκμάνα το Χάος, χωρίς να αποβάλει ακόμα τα μυθικά γνωρίσματα του, έχει πάρει για πρώτη φορά το όνομα της Ύλης, που γεννά τη Θέτιδα, δηλαδή τη θάλασσα, σαν θεά δημιουργό του κόσμου. Εδώ σημει­ώνουμε ότι η θεογονική φύση της Θέτιδας, που τη γνωρίζουμε αλλιώς από το μύθο, διαφαίνεται ακόμα και στο ρόλο της ως μητέρας του Αχιλλέα, στον οποίο διατηρεί τα χαρακτηριστικά του θαλάσσιου δαίμονα στο ακέραιο.
Από τους εξωελληνικούς κοσμογονικούς μύθους που αναφέρουν ως αρχή του κόσμου το Χάος, το βα­βυλωνιακό έπος «Ενούμα έλις» (= Όταν εκεί πάνω) μας προσφέρει την ακόλουθη περιγραφή: «Όταν εκεί πάνω οι ουρανοί δεν είχαν ονοματιστεί, όταν αποκάτω η Γη δεν είχε όνομα, όταν ο ίδιος ο Αψού, ο πρωταρχι­κός, ο πατέρας των θεών, ο Μουμμού, η Τίαματ, αυτή που γέννησε τα πάντα, είχαν ανάμεικτα τα νερά τους, όταν το πεθαμένο καλάμι δεν είχε ακόμα σωρευτεί, καλαμώνα δεν είχες να δεις, όταν θεός δεν είχε ακό­μα φανεί, με όνομα δεν είχε ονομαστεί, μοίρα δεν του είχε οριστεί, τότε γεννήθηκαν οι θεοί από τους κόλ­πους του Αψού και της Τίαματ». Η συνέχεια της βαβυ­λωνιακής κοσμογονίας είναι σε πολύ αδρές γραμμές η ακόλουθη: Αιώνες πέρασαν ώσπου να γεννηθεί η πρώ­τη γενιά των θεών, που ο καθένας τους έμοιαζε με τον πατέρα του, ήταν όμως από εκείνον πιο σοφός, πιο μεγάλος και πιο δυνατός. Αυτά τα παιδιά ήταν πολύ κουραστικά για τη μητέρα τους, και ο πατέρας τους αποφάσισε να τα εξοντώσει. 'Ετσι άρχισε ο πόλεμος ανάμεσα στους παλαιούς και στους νέους θεούς. Ο Αψού και ο Μουμμού πιάστηκαν αιχμάλωτοι· μόνο η Τίαματ έμεινε ανίκητη. Αυτή τότε πήρε άλλον άντρα, τον Κιγκού, και τον έκανε πρώτο θεό. Όλοι οι θεοί που μάχονταν εναντίον της δεν κατάφερναν τίποτε, ώσπου ο Μαρδούκ, ο πιο μικρός, πήρε πάνω του τον αγώνα, με τον όρο να γίνει αυτός πρώτος θεός. Ο Μαρδούκ πέτυχε να πιάσει την Τίαματ με ένα δίχτυ, και τότε την καταπάτησε, την ξέσκισε, την κουρέλιασε, την κομμάτιασε, και με τα κομμάτια της κατασκεύασε τον κόσμο και τους ανθρώπους. — Και η βιβλική «Γένεσις» (1,1) προσφέρει αυτή την εικόνα του Χάους. Πρβ. και «Ψαλμούς» (103) και «Ιώβ» (38, 1 κ.ε.).
Στην ελληνική επιστήμη ο τύπος του μύθου με πρώ­το θεό το Χάος φαίνεται να προσδιορίζει ορισμένα κο­σμολογικά συστήματα: Ο Αναξίμανδρος (μαρτυρία 10 DK) βάζει στην αρχή το «Άπειρο», την αδιαμόρφωτη μάζα. Ο Αναξαγόρας (απόσπ. 1 DK) διδάσκει ότι, πριν ο Νους κατατάξει τα πράγματα του κόσμου, όλα ήταν σε κατάσταση συμφυρμού, ομού πάντα. Ο Λεύκιππος (μαρτυρία 1 και 10 DK) και ο Δημόκριτος (μαρτυρία 37 DK) προϋποθέτουν το «κενό» σε κάθε κοσμοπλαστική διεργασία. Ακόμα και ο Πλάτων (Τίμαιος 52b) δέχεται τη «χώρα» πριν από τη δημιουργία του κόσμου.
Ο Ωκεανός σαν πρώτος θεός στους κοσμογονικούς μύθους, όπως φάνηκε ήδη, είναι ένα άλλο πρόσωπο του Χάους. Σ' αυτόν το ρόλο ο Ωκεανός, όπως και κάθε συνώνυμο του, θαλάσσιος ή ποτάμιος δαίμων, σε κάθε χώρα και περιοχή, είναι ο πατέρας θεών και αν­θρώπων. Η Γη αναδύεται από τα νερά του. Αυτή η εικό­να, βασισμένη σε προεπιστημονική εποπτεία πάνω από νησιά και προσχώσεις, είναι σε παγκόσμια κλίμακα το μοναδικό πρότυπο για όσες ιστορίες κάνουν λόγο για νησιά πλωτά, όπως η Αιολία, η Δήλος, η Ρόδος, η Θήρα, η Ανάφη, ακόμα και για τον πασίγνωστο μύθο της ανα­δυόμενης Αφροδίτης· η πανέμορφη θεά, που αναδύε­ται από τους αφρούς των κυμάτων, στην αφετηριακή φάση του μύθου δεν μπορεί να είναι άλλη από την ίδια τη Γη, που γεννιέται από τον Ωκεανό. Ο Ωκεανός, που σηκώνει στις πλάτες του τη Γη, είναι το πρότυπο ακό­μα και για κάθε μύθο με θεό, θαλάσσιο ή ποτάμιο δαί­μονα, που μεταφέρει στη ράχη του, πάνω από τα κύμα­τα, κάποια νύμφη ή ηρωίδα, όπως ο ταυρόμορφος Δίας την Ευρώπη και ο Τρίτων κάποια από τις Νηρηίδες. Στη «Θεογονία» του Ησιόδου είδαμε ότι ο Ωκεανός, όπως και ο Ουρανός, για την ανάγκη της υποταγής στο μεγά­λο μητριαρχικό πρότυπο, από πατέρας της Γης έχει γίνει γιος της.
Ο τύπος του μύθου με πρώτο θεό τον Ωκεανό (ή τη Θάλασσα, όπου ίσχυαν μητριαρχικά πρότυπα), πρέπει να είχε μεγάλη διάδοση στους προελληνικούς πληθυ­σμούς που ζούσαν σε παράλιες ή παραποτάμιες πε­ριοχές. Από τους εξωελληνικούς μύθους με τον Ωκε­ανό στην αρχή, μας είναι γνωστοί αρκετοί. Στην Αίγυ­πτο, δημιούργημα του μεγάλου ποταμού της, δεν υπάρχει θεός παλαιότερος από τον Ωκεανό, τον Νουν. Από τα νερά του γεννιέται ο Ήλιος, που δημιουργεί τον κόσμο. Και στο «Βιβλίο των νεκρών» (17) διαβά­ζουμε: «Ο ύψιστος θεός, ο αυτογέννητος, αυτός είναι το νερό- αυτός το πρωταρχικό υγρό, ο πατέρας των θεών». Έχουμε το αίσθημα ότι ακούμε τον δικό μας Όμηρο (Ξ 246) να μας αποκαλύπτει τη μορφή του 'Ωκεανού, ός περ γένεσις πάντεσσι τέτυκται. Στους Σουμερίους αντίστοιχος θεός είναι ο Ενκί. Αυτός με τα νερά του γονιμοποιεί τη Νιντού, τη Γη. Στους Ιν­δούς η γένεση της Γης από τον αρχέγονο Ωκεανό περιγράφεται περίπου έτσι: Στην αρχή ήταν μόνο νερό· κάποτε ο θεός πρόσταξε κάποιο αμφίβιο να βουτήξει στο βυθό του ωκεανού, να βγάλει μια φούχτα χώμα· από αυτό έγινε η γη. — Και σε μύθο της Πολυνησίας στην αρχή υπήρχε μόνο νερό και σκοτάδι. Ο Ιό, ο ύψι­στος θεός, διεχώρισε τα ύδατα με μόνη τη δύναμη του νου και του λόγου του και εδημιούργησε τους ουρα­νούς και τη γη. Αυτός είπε: «Ας διαχωριστούν τα ύδα­τα, ας σχηματιστούν οι ουρανοί και ας φανεί η γη!». Η ιδέα του ωκεανού που υποβαστάζει τη γη βρίσκεται και στη Βίβλο και στη χριστιανική υμνογραφία.
Στην ελληνική επιστημονική σκέψη ο τύπος του μύ­θου με πρώτο θεό τον Ωκεανό προσδιορίζει τις θεω­ρίες του Θαλή και του 'Ιππωνα. Κατά τον Θαλή (μαρ­τυρία 1 και 27 DK) το νερό ήταν το πρώτο δομήσιμο υλικό του κόσμου. Ακόμα και η διδασκαλία του Θαλή (μαρτυρία 14 DK) ότι η γη πλέει σαν καράβι πάνω στο νερό, θητεύει στον τύπο της Αναδυόμενης.
Ο Αέρας σαν πρώτος θεός είναι ένα ακόμα πρόσωπο του Χάους. Το ίδιο και η Νύχτα. Το αβγό, που διαμορ­φώνεται από τον χαοτικό εναγκαλισμό αυτών των θεών, όπως η τεκνογονία και η γεννητική δύναμη του νερού και της γης, είναι από τις βασικές βιολογικές παραστά­σεις, που ο προεπιστημονικός άνθρωπος μεταχειρί­στηκε στις μυθοπλαστικές διατυπώσεις του πάνω στην κοσμογένεση. Ιδιαίτερα για τη Νύχτα και το Αβγό ανά­μεσα στα πρώτα κοσμογονικά όντα, πρέπει να σημειώ­σουμε ότι παίζουν μεγάλο ρόλο στις θεογονικές συν­θέσεις των ορφικών.
Από ξένους μύθους με πρώτο θεό τον Αέρα, αλλού κατασκότεινο και αλλού πάμφωτο, έχουμε μερικά δείγματα. Στους Αιγυπτίους ο Σχου, ο πάμφωτος αέ­ρας, είναι αυτός που χωρίζει τον Γκεμπ από τον Νουτ, δηλαδή τη Γη από τον Ουρανό, αυτός που βάζει τους οχτώ Ενού, τα στηρίγματα του σύμπαντος, και υψώνει τον ουράνιο θόλο. Πρόκειται για γνήσιο δημιουργό. Στους Φοίνικες βρίσκουμε μύθο συγγενέστερο με τις δικές μας θεογονικές συνθέσεις, που ξέρουμε από τον Επιμενίδη και τους ορφικούς: Στην αρχή είναι ο Αέρας, το Χάος και ο Πηλός. Ο Πηλός διαμορφώνεται σε αβγό που φωτίζει τα πάντα. Και αφού ο αέρας γίνε­ται πάμφωτος, γη και θάλασσα θερμαίνονται, γίνονται οι άνεμοι, τα σύννεφα, η βροντή, η βροχή και όλα τα άλλα όντα. — ' Ισως αυτή η θεογονία από τη Φοινίκη να πέρασε πρώτα στην Κρήτη, όπου υπήρχε ισχυρή ουρανολατρεία με πλούσια σχετική μυθοπλασία, και έτσι να έφτασε στον Κρητικό Επιμενίδη. Στην ινδική Ριγκ-Βέ-δα (10,129) αναφέρεται ότι κάποτε δεν υπήρχε ούτε το «είναι» ούτε το «μη είναι» και ότι ήταν μόνο σκοτάδι πάνω στο σκοτάδι και κατακλυσμός από νερά· ύστερα έγινε το φως, που, ενωμένο με το κενό, γέννησε το Ένα· αυτό ένιωσε τον έρωτα και έτσι βγήκε το πρώτο σπέρμα του Πνεύματος· έτσι ξεχώρισε το «είναι» από το «μη είναι» και τότε γεννήθηκαν οι δυνάμεις οι ανώ­τερες και οι κατώτερες, οι αρσενικές και οι θηλυκές κτλ. Σε μια χαλδαϊκή κοσμογονία επίσης, όλα κάποτε ήταν σκοτάδι και νερό, από όπου στην αρχή γεννήθη­καν τέρατα φτερωτά, στο σώμα μισά ζώα-μισά άνθρω­ποι, μισά άντρες-μισά γυναίκες. Σ' αυτά τα όντα βασί­λισσα ήταν η Ομόρκα, δηλαδή η Θάλασσα. Αυτήν την έκοψε στα δυο ο Βήλος και από τα κομμάτια της έφτιαξε τον ουρανό και τη γη και ύστερα έβαλε σε τάξη τον κόσμο. Σ' αυτή τη χαλδαϊκή κοσμογονία δεν δυσκολευόμαστε να αναγνωρίσουμε το βαβυλωνιακό πρότυπο της, όπου τη θέση του Βήλου κρατά, όπως είδαμε, ο Μαρδούκ και τη θέση της Ομόρκας η Τίαματ.
Στην ελληνική φιλοσοφία ο τύπος του μύθου με πρώτο θεό τον Αέρα λειτουργεί όχι μόνο στην κοσμο­γονία αλλά και στην κοσμολογία του Αναξιμένη (μαρ­τυρίες 5-7 DK) και ενός επιγόνου ίσως του Κρητικού Επιμενίδη, του Διογένη του Απολλωνιάτη (απόσπ. 5 DK). Κατά τις θεωρίες τους ο αέρας είναι όχι μόνο το αρχικό σώμα, από όπου κατάγονται όλα τα άλλα, αλλά και η μοναδική ουσία του κόσμου, ενώ όλα τα άλλα όντα εξηγούνται σαν μεταμορφώσεις του αέρα με μό­νη την πύκνωση και την αραίωση του.
Ο Αιθέρας σαν πρώτος θεός είναι μορφή παραπλή­σια με τον Αέρα και τη Νύχτα. ' Οπως είναι νοητός από τους αρχαίους σαν αυθυπόστατη φωτεινή ουσία, ανε­ξάρτητη από τον ' Ηλιο, μπορεί να αποτελεί πρότυπο για τους μύθους του Δία ή του Προμηθέα στον κοσμο­γονικό ρόλο τους· ακόμα και για την «Πεντέμυχο» ή «Επτάμυχο» του Φερεκύδη, με πρώτο και αγέννητο θεό τον Δία, που βέβαια στην αρχή τον εννοούσαν σαν αιθέρα και δαιμονικό της ατμόσφαιρας. Στον Φερεκύ­δη ο κόσμος δεν κατάγεται απλώς από κάποιο θεό, αλλά είναι έργο τέχνης, βγαλμένο από τα χέρια του θεού, δηλαδή εδώ έχουμε να κάνουμε με προσωπικό δημιουργό. Άλλες διαφορές στη θεογονία του Φερε­κύδη είναι το γεγονός ότι η πρωταρχική ησιόδεια τριά­δα του Χάους, της Γης και του 'Ερωτα έχει αντικατα­σταθεί από άλλη, τον Zα, τον Κρόνο ή τον Χρόνο και τη Χθονίη, όπου μόνο η Χθονίη μπορεί να ταυτιστεί με την ησιόδεια Γη, αν και εδώ ο ρόλος της γίνεται εντε­λώς παθητικός, όπως απαιτεί το πατριαρχικό πρότυπο του συριανού θεολόγου. Στις βασικές διαφορές ανή­κει και το ότι η πρωταρχική τριάδα του Φερεκύδη δεν γεννήθηκε αλλά υπήρχε ανέκαθεν. Ωστόσο ο κοσμο­γονικός μύθος στον Φερεκύδη δεν διασώζει πολλά από τα πρώτα γνωρίσματα του, γιατί έχει αλλοιωθεί με μυστικές και φιλοσοφικές αλληγορίες.
Από τους ξένους μύθους με πρώτο θεό τον Αιθέρα, εκτός από τον αιγυπτιακό, που ήδη γνωρίσαμε, με τον Σχου, τον πάμφωτο αέρα, έχουμε και έναν περσικό, που αρχίζει με το καθαρό φως, από όπου γεννιέται ο Ωρομάζης, ο δημιουργός θεός του καλού, ενώ από το σκοτάδι γεννιέται ο Αρειμάνιος, ο θεός του κακού, αντίπαλος του Ωρομάζη. Σύμφωνα με αυτό το μύθο, ο Ωρομάζης, ύστερα από τη γέννηση του, έγινε τρεις φορές μεγαλύτερος από τον ίδιο τον εαυτό του, πήρε απόσταση από τον ήλιο τόση όσο απέχει ο ήλιος από τη γη και στόλισε τον ουρανό με άστρα.
Στην πρώιμη ελληνική επιστήμη ο τύπος του μύθου με πρώτο θεό τον Αιθέρα, νοούμενο σαν φωτεινή ύλη, επιβίωσε με πολλούς τρόπους. Στον Ηράκλειτο (αποσπ. 51 -52 DK) η φωτιά είναι όχι μόνο η πρώτη αλλά και η μοναδική ουσία του κόσμου, αφού όλα τα όντα εξη­γούνται σαν μεταμορφώσεις της φωτιάς. Στον Παρμε­νίδη (απόσπ. 9 DK) όλες οι μορφές και τα φαινόμενα του κόσμου αποτελούνται αποκλειστικά από «φως και νύχτα». Στον Εμπεδοκλή (απόσπ. 6 και μαρτυρίες 23 και 33 DK) η φωτιά, ένα από τα τέσσερα στοιχεία που συνθέτουν και αποσυνθέτουν τον κόσμο, έχει αναμυθοποιηθεί, παίρνοντας το πρόσωπο του Δία ως αιθέρα. Από αυτή τη σκοπιά έχει σημασία και η διδασκαλία του Ηράκλειτου (απόσπ. 84 DK) ότι το ον «και δεν θέλει και θέλει το όνομα του Δία». Τέλος, ακόμα μια φορά στον Εμπεδοκλή (απόσπ. 38, 4 DK), «ο Τιτάν Αιθήρ, που περισφίγγει κυκλικά το σύμπαν», φανερώνει τον αρχικό του χαρακτήρα ως θεού κοσμογονικού. (*)

ΠΗΓΗ: Ελληνική Μυθολογία, Εκδοτκή Αθηνών