04/07/13 22:28 - Το φλογερό πάθος των ελληνιστών!..

Το φλογερό πάθος των ελληνιστών!..

Τι σημαίνει να είσαι ελληνιστής -και μάλιστα φιλέλλην-, όπως η διάσημη Γαλλίδα ακαδημαϊκός Ζακλίν ντε Ρομιγύ, την οποίας το ιερόν πάθος για την Ελλάδα και τον Ελληνισμό ξεπερνά κι αυτό ακόμη το πάθος, που είχαν πολλοί φιλέλληνες κατά την διάρκεια της επαναστατημένης Ελλάδας, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπήρξαν και φιλέλληνες που θυσιάστηκαν γι’ αυτήν!..

Pedro Olalla González de la Vega (Οβιέδο, Ισπανία 1966) είναι συγγραφέας, ελληνιστής, καθηγητής φιλόλογος, μεταφραστής, φωτογράφος και κινηματογραφιστής, και σε αυτούς τους τομείς συνεργάζεται τακτικά με εκδοτικούς οίκους, πανεπιστήμια και πολιτιστικούς φορείς από διάφορες χώρες του κόσμου. Εδώ και είκοσι εννέα χρόνια, διατηρεί μια έντονη σχέση με την Ελλάδα και το 1994 μετοίκησε στην Αθήνα με σκοπό να ασχοληθεί με την έρευνα, τη δημιουργία και τη διδασκαλία. (Πάνω φωτογραφία: Βίκτωρ Ογκώ. Ένας εκ των πιο φλογερών φιλελλήνων, που υποστήριξε με πάθος τα δίκαια των επαναστατημένων Ελλήνων.

ΕΙΝΑΙ γεγονός ότι με τον όρο «φιλελληνισμός» εννοούμε μία ιδεολογική και πολιτική κίνηση, που αποσκοπούσε κυρίως στην ηθική και υλική ενίσχυση του ελληνισμού κατά την εποχή της τουρκοκρατίας, προπάντων όμως κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα του 1821-29. Βεβαίως, το φαινόμενο του φιλελληνισμού συνδέεται άμεσα με το ρομαντικό κίνημα του 19ου αι., αλλά οι ρίζες του ξεκινούν από πολύ παλαιότερα, από την Αναγέννηση τουλάχιστον και εξής.
Ο όρος ωστόσο είναι ακόμα πιο παλαιός: στα κλασικά χρόνια η λέξη φιλελληνισμός χρησιμοποιήθηκε όχι μόνο για τους ξένους φίλους των Ελλήνων, αλλά και για τους Έλληνες που μεριμνούσαν για την εθνική ενότητα (π.χ. ο Ξενοφών αποκαλεί φιλέλληνα τον Αγησίλαο), για όσους δεν συμμετείχαν αλλά έδειξαν ενδιαφέρον για τον αγώνα εναντίον των Περσών (Ιέρων των Συρακουσών, Αλέξανδρος, γιος του βασιλιά Αμύντα της Μακεδονίας). Φιλελληνιστές αποκαλεί επίσης ο Πλάτων τους πολίτες της ιδανικής Πολιτείας του. Από τους ξένους, εξάλλου, ο πρώτος που ονομάστηκε φιλέλλην θεωρείται ο βασιλιάς της Αιγύπτου Άμασις και με τον ίδιο τρόπο πήραν τον τίτλο αυτό Πέρσες ηγεμόνες (Κύρος), Πάρθοι, Αρμένιοι και Άραβες, καθώς επίσης και Ρωμαίοι (όπως ο ύπατος Τίτος Κόιντος Φλαμινίνος, ο Μάρκος Αντώνιος κ.ά.).
Μετά την Άλωση (1453) και τη φυγή των Ελλήνων λογίων προς τη Δύση, η στροφή προς τις κλασικές σπουδές και τα αρχαιοελληνικά πρότυπα ξαναθύμισε στους ουμανιστές την παλαιά δόξα των Ελλήνων. Πολλοί δεν περιορίστηκαν μόνο να θαυμάσουν τον κλασικό κόσμο μέσα στα χειρόγραφα και στα βιβλία τους, αλλά θέλησαν να επισκεφτούν την κοιτίδα του, να μελετήσουν τα λείψανά του και να αναλογιστούν με απαισιοδοξία την κατάπτωσή του, για την οποία –οι πιο ειλικρινείς– έβρισκαν πως η δυτική χριστιανική Ευρώπη έφερε τις ευθύνες της.

ΖΑΚΛΙΝ ΝΤΕ ΡΟΜΙΓΥ

Σήμερα, ασφαλώς, στον χώρο της διανόησης υπάρχουν πολλοί ελληνιστές. Το να είσαι ελληνιστής (αυτός που ασχολείται με την εν γένει ελληνική γραμματεία), αυτό δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι είσαι και φιλέλλην. Υπάρχουν ελληνιστές πολέμιοι του Ελληνισμού, όπως για παράδειγμα ο Φαλμεράϋερ.
Στη σημερινή εποχή, όπου οι ανθρωπιστικές σπουδές καταρρέουν, λόγω της παγκοσμιοποίησης, υπάρχει μια φλογερή ελληνίστρια, η Ζακλίν ντε Ρομιγύ (De Romilly), που ξεπερνά κι αυτό ακόμη το πάθος, που είχαν πολλοί φιλέλληνες κατά την διάρκεια της επαναστατημένης Ελλάδας, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπήρξαν και φιλέλληνες που θυσιάστηκαν γι’ αυτήν
Είμαι βέβαιος ότι πολλοί αναγνώστες θα συγκινηθούν εάν διαβάσουν μία επιστολή που έστειλε την 6ην Αυγούστου 1996, προς τις εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ του φίλου μου Οδυσσέα Χατζόπουλου (Πανεπιστημίου 46, στην Αθήνα), όπου λέει τα εξής:

«Κύριε διευθυντά,
Γα όλες τις χώρες στον κόσμο με χαρά θα έβλεπα να δημιουργείται και να προχωρεί μια σειρά συγγραφέων της ελληνικής Αρχαιότητας που να συνο­δεύεται από σύγχρονη μετάφραση. Πιστεύω μάλιστα πως σήμερα, που η γνώση των αρχαίων ελληνικών βρίσκεται σε έκλειψη, τούτο αποτελεί καθήκον επιτακτικό. Μεγάλο είναι το ενδιαφέρον -και δικαιολογημένα- που εκδηλώνεται για την προστασία των έργων τέχνης αυτής της περιόδου, τους ναούς, τα αγάλματα, τη ζωγραφική: οι αρχαίοι συγγραφείς δεν προσφέρουν λιγότερη χαρά ούτε μας πλουτίζουν λιγότερο· αντίθετα, παίζουν επιπλέον ένα ρόλο πάντοτε ζωντανό και αποφασιστικό, θα λέγαμε, για τη σκέψη μας, εμάς των συγχρόνων. Σε όλους τους τομείς, οι αλλοτινοί Έλ­ληνες υπήρξαν ρηξικέλευθοι: διαμόρφω­σαν και όρισαν τις έννοιες, καθόρισαν τις αρχές, προσδιόρισαν τα προβλήματα, συζή­τησαν θέσεις αντίθετες, πρόσφεραν δηλα­δή στον δυτικό πολιτισμό τα θεμέλια του. Και το έκαναν με κείμενα που είναι απλά και μας αγγίζουν -τραγωδία, ιστορία, διά­λογους. Tα κείμενα αυτά έθρεψαν τους Ρωμαίους, τους ανθρώπους της Αναγέννη­σης και δεν σταμάτησαν ποτέ να στηρίζουν τη σκέψη μας. Πώς να συζητήσει κανείς σήμερα για ιδέες πολιτικές, αν δεν ξεκιvήσει από τις αναλύσεις για τις διάφορες μορφές καθεστώτων, από τους διαυγείς στοχασμούς του τότε για τη δημοκρατία και τον νόμο, για τη διαφορά μεταξύ ελευθερίας και ελευθεριότητας; Όποιοι το επιχειρούν χωρίς να διαθέτουν αυτές τις Βάσεις πιστεύουν ότι καινοτομούν, είναι καταδικασμένοι όμως να περιπέσουν σε σύγχυση. Το ίδιο και στον χώρο της φιλο­σοφίας: μπορεί να προοδεύσει η φιλοσο­φική σκέψη στον σύγχρονο κόσμο, αν δεν στηριχτεί στον Πλάτωνα και στον Αρι­στοτέλη, στον Σωκράτη και στους στωι­κούς ή στην ελληνική χριστιανική σκέψη, από τους γνωστικούς μέχρι τους Πατέρες της Εκκλησίας; Αλλά και οι αξίες που προβάλλουν μέσα από τα κείμενα αυτά, οι αξίες του Ομήρου και του Πλουτάρχου, πώς να πιστέψει κανείς ότι δεν είναι ακόμη ζωντανές; Όλα αυτά, που είναι για μένα τόσο προφανή, προϋποθέτουν μια πλήρη σειρά, που να αντικατοπτρίζει τη θαυμαστή συνέ­χεια της σκέψης αυτής που δεν σταματά να επινοεί και να προσδιορίζει με ακρί­βεια, να ανανεώνεται κινούμενη από μία και την αυτή ορμή. Πρόκειται, θα έλεγα, για ένα διάλογο, υπέροχο στη συνοχή του, που φτάνει μέχρις εμάς. Αν αυτό είναι αληθές για όλους τους λαούς, τι να πούμε για την Ελλάδα; Μια σύγχρονη Ελλάδα που θα έχανε την επα­φή με τους αρχαίους συγγραφείς θα έχα­νε επίσης την επαφή με τους σύγχρονους ποιητές της, που είχαν και αυτοί γαλουχη­θεί με τις ίδιες αξίες, με τον Καβάφη, με τον Σεφέρη! Θα αγνοούσε αυτό που συ­νεχίζει να αποτελεί τη δόξα της προς τα έξω και πρέπει να μείνει το καύχημα της: το ότι άνοιξε τον δρόμο στον δυτικό πολιτι­σμό. Πώς να φανταστεί κανείς ότι οι ση­μερινοί πολίτες της μπορεί να αγνοούν την κληρονομιά που αυτή τους κληροδό­τησε και που μελετάται σήμερα στη Φιν­λανδία, στην Ιαπωνία, στη Βραζιλία; Ένας γνωστός μου νεαρός Κινέζος μεταφράζει στη γλώσσα του τον Θουκυδίδη: πώς να δεχτώ ότι ένας Έλληνας δεν έχει τη δυνατότητα να τον διαβάζει με ευχέρεια; Ευχαριστώ την καινούρια τούτη σειρά που ανοίγει τέτοιες δυνατότητες! Αυτό δεν μπορεί παρά να συγκινεί την ελληνική μου καρδιά.
Jacqueline de Romilly της γαλλικής Ακαδημίας

ΥΜΝΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Ήρθε η ώρα να διαβάσουμε ορισμένα αποσπάσματα από το βιβλίο της «Pourquoi la Grece» («Γιατί η Ελλάδα»), 1992 έκδοση «Το Άστυ», 1993, σε μετάφραση Μ. Αθανασίου και Κ. Μηλιαρέση, ώστε να διαπιστώσουμε όλοι μας το ιερόν πάθος της διάσημης Γαλλίδας ακαδημαϊκού για την Ελλάδα και τους Έλληνες, μέσα από σχετική έρευνα του φίλτατου κ Μενέλαου Παγουλάτου («Ανθολόγιον Πατριδογνωσίας», από τι Εκδόσεις Γεωργιάδη):
--      «Αναπνέουμε τον αέρα της Ελλάδας κάθε στιγμή, χωρίς να το ξέρουμε.» (Σελ. 18)
--      «Η Ελλάδα πρόσφερε στον κόσμο την τελεία και ιδανική έκφραση της δικαιοσύνης και της ελευθερίας.» (Σελ. 282)
--     «Η Ελληνική κληρονομιά, εδραιωμένη στην επιδίωξη του καθολικού, έγινε το πνεύμα του δικού μας δυτικού πολιτισμού.» (Σελ. 289)
--      «Ο Θουκυδίδης κάνει να λέγει ο Περικλής ότι αι Αθήναι είναι για την Ελλάδα "ζωντανή διδασκαλία", "μία εκπαίδευση". Αυτό υπήρξε για τους Έλληνες και οι Έλληνες για μας» (Σελ. 290).
--      «Τα Ελληνικά επιτεύγματα αγγίζουν τους ανθρώπους παντού και πάντοτε με το περιεχόμενο και την ανυπέρβλητη ποιότητά τους, με το ιδιαίτερο ύφος και ήθος της Ελλάδας. Με τα έργα του λόγου, της τέχνης και του λογισμού συνυφαίνονται άρρηκτα και άλλες αιώνιες αρχές: Ο νόμος, η έννοια του πολίτη, η αξία του αντιλόγου, ο σεβασμός στη δικαιοσύνη, η συμμετοχή στα κοινά, η τήρηση των σταθερών άγραφων κανόνων, που είναι αναπόσπαστες από τη δημοκρατία και την ανεκτικότητα.» (Συμπέρασμα)
--     «Οι Έλληνες, εραστές πάντοτε της ανεξαρτησίας, διακήρυσσαν συνεχώς με υπερηφάνεια την υπακοή στους νόμους. Είναι γεγονός ότι δεν αναζητούσαν, με κανένα τρόπο, να καθορίσουν τα δικαιώματα και τις ελευθερίες σε σχέση με την πόλη, στην οποίαν ανήκαν και με την οποίαν είχαν ταυτιστεί. Το μόνο που ζητούσαν ήταν να διοικείται η πόλη αύτη από ένα δικό της κανόνα και όχι από έναν άνθρωπο. Έτσι ο νόμος υπήρξε το στήριγμα και η εγγύηση όλης της πολιτικής τους ζωής και τον χρησιμοποιούσαν ως μέσον, για να αντιτάσσονται τόσο στην αναρχία της πρωτόγονης ζωής όσο και στην υποταγή των λαών που, σαν τους Πέρσες, υπόκεινται στην αυθαιρεσία του ηγεμόνα.» (Από το έργο της «Ο νόμος στην Ελληνική σκέψη» έκδοση «Άστυ», 1995. Μετάφραση Αθανασίου-Μηλιαρέση.)
--       «Η αρχαία Ελλάδα μας προσφέρει μια γλώσσα, για την οποία θα πω ότι είναι οικουμενική.» (Απο το βιβλίο της «Γιατί η Ελλάδα», 1993, σελ. 289, έκδοση «Άστυ», Μετάφραση Μ. Αθανασιου - Κ. Μηλιαρέση.)
--       «Όλος ο κόσμος πρέπει να μάθει Ελληνικά, γιατί η Ελληνική γλώσσα μας βοηθάει πρώτα απ' όλα να καταλάβουμε τη δική μας γλώσσα.» (Από ομιλία της που εξεφώνησε στην Πνύκα την 11η Ιουλίου κατά την απονομή σ' αυτήν του βραβείου «Ωνάση».)