01/09/13 21:52 - Ο Κωστής Παλαμάς και μια Ελένη!..

 

Ο Κωστής Παλαμάς και μια Ελένη!..

Για μιαν Ελένη, λοιπόν!... Και δεν ήταν μόνον ο Γιώργος Σεφέρης που έψαλε γι’ αυτήν, αλλά και ο ίδιος ο Κωστής Παλαμάς που ερωτεύθηκε «μιαν Ελένη», την Ελένη Κορτζά ή Ραχήλ, όπως την αποκαλούσε ο ίδιος. Ας διαβάσουμε ένα μικρό δημοσίευμα του «Βήματος» και στη συνέχεια ένα ποίημα του Κωστή Παλαμά, για την Ραχήλ και άλλο ένα από τον «Δωδεκάλογο του Γύφτου» που όπως όλα τα ποιήματά του παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον. Για μιαν Ελένη…

Κωστής Παλαμάς - Ραχήλ (Ελένη Κορτζά)

Όταν πρωτοσυναντήθηκαν σε ένα φιλικό σπίτι τα Χριστούγεννα του 1921, η Ελένη Κορτζά ήταν μια όμορφη, φιλομαθής κοπέλα γύρω στα 20. Παρ' ότι αγνοούσε την ύπαρξή του («Δεν γνωρίζω ποιητή Παλαμά»), η Ελένη κατάφερε να εντυπωσιάσει τον εξηντάρη τότε Παλαμά, όχι μόνο με τη μορφή αλλά και με τη μόρφωσή της. Η συζήτησή τους γύρω από τον Μποντλέρ και τον Ουγκό αποδείχθηκε τόσο ενδιαφέρουσα που συμφώνησαν ότι πρέπει να συνεχιστεί. Ετσι, για τον σκοπό αυτόν άρχισαν, παρουσία και άλλων ενδιαφερομένων, να συναντιούνται κάθε Σάββατο στο ίδιο σπίτι ¬ κάτι σαν κοσμικό φιλολογικό «σαλόνι» της εποχής. Ο Παλαμάς όμως δεν άντεχε την πολυκοσμία και ζήτησε από την Ελένη να τον επισκέπτεται στο Κελλί (το «ησυχαστήριο» και σπουδαστήριό του). Σιγά σιγά αναπτύχθηκε μεταξύ τους μια ερωτική σχέση που έδωσε νέα πνοή στον κουρασμένο ποιητή: οι φόβοι, οι αμφιβολίες και οι ανησυχίες καταλάγιασαν χάρη στο γεμάτο προσμονή και πίστη βλέμμα της Ελένης. Και εκείνη όμως με τη σειρά της ¬ που έπασχε από φυματίωση και είχε μια μελαγχολική φύση ¬ άντλησε δύναμη από την προσοχή αυτή που την κολάκευε τόσο. Συχνά, κυρίως τους χειμώνες, αναγκάζονταν να μείνουν χωριστά, εφόσον η άρρωστη Ελένη έπρεπε να αναζητήσει ηπιότερα κλίματα. Τα διαστήματα αυτά αλληλογραφούσαν εκτεταμένα. Στα γράμματά του ο Παλαμάς άρχισε να την αποκαλεί «Ραχήλ». Η σχέση συνεχίστηκε σίγουρα ως τον Αύγουστο του 1935 ¬ τότε χρονολογείται το τελευταίο γράμμα που διασώθηκε. Από εκεί και πέρα δεν είμαστε σίγουροι. Η Ελένη ακολούθησε τον στρατηγό πατέρα της στην Αίγυπτο και μετά στη Νότιο Αφρική. Οταν επέστρεψε το 1944, ο Παλαμάς είχε πια πεθάνει.
«Η αλήθεια είναι πως τα γράμματά σου ¬ και μάλιστα το τελευταίο σου ¬ είναι σαν κάποια ωραία μάτια εκφραστικά που σε κοιτάζουν δακρυοπνιγμένα, μα χωρίς να στάζουνε τα δάκρυά τους, και χωρίς να χάνουν τίποτε από την ομορφιά τους τα μάτια αυτά. Μάλιστα γίνονται ομορφότερα. Μα η αλήθεια είναι πως θα τα ήθελα τα μάτια αυτά (παραμερίζοντας κάθε αισθητικό εγωισμό), πως θα τα ήθελα να μη πνίγονται δακρυσμένα, θα τα ήθελα ολοκάθαρα να λάμπουν και να χαμογελούν με το χαμόγελο εκείνο των ωραίων ματιών που κάποτε και πότε είναι εκφραστικώτερο και ποθητότερο από το χαμόγελο που ανατέλλει στα χείλη• κάποτε και πότε σημειώνω, γιατί δεν είναι τίποτε ωραιότερο ¬ καθώς κάπου το παρατηρεί και ο Τολστόης ¬ από το χαμόγελο του ανθρώπου• το μειδίαμα, βέβαια, που κέντρο του το στόμα είναι, μα που απλώνεται φωτίζοντας, με το φως μιας αυγής, ολόκληρο το πρόσωπο... Τα γράμματά σου πώς πονούν! Παλμός τους είναι η μελαγχολία, μιαdeception τα τρεμοσαλεύει κ' ένας φόβος τα κιτρινίζει. Αστείος και αφελής θα ήμουν ανπροσπαθούσα να σε παρηγορήσω. Μα και δεν πρέπει να σου σιωπήσω δυο πράγματα: Πρώτα, πως μου δίνουν κ' εμένα ένα πένθος που όσο κι αν είναι δυσκολοέκφραστο, εύκολα θα μπορής να το εννοήσης. Επειτα και μαζί πως μου δίνουν μια χαρά. Το πένθος είναι από το πένθος σου, και η χαρά από τη σκέψη πως με θεωρείς άξιο της εμπιστοσύνης σου ώστε να γέρνης προς την ψυχή μου το πρόσωπο της θλίψης σου» (31 Αυγούστου 1924). [ΤΟ ΒΗΜΑ, 16 Αυγούστου 1998]

Το ποίημα «Ραχήλ» του Κωστή Παλαμά

Γιατί Ραχήλ την έκραξα,
Δεν ξέρω, Δέσποινά μου.
Μπορεί έτσι την εικόνα της
Να την κρατάω μπροστά μου.
Ραχήλ! Και μόνο τ’ όνομα
Τραγούδι ως να είναι ωραίο,
Της πάει •Ραχήλ τη λέω
Κ’ είναι ως να τραγουδώ.
Στάσου στο πλάι μου,
και χωρίς να ειπείς «ανέβα»
θα με ειδείς
να μου ταράζει το κορμί
σαν αϊτοφτέρουγη μια ορμή.
Μόνο το χέρι σου απλωτό.
Μου φτάνει αυτό
Κάμε πως ήρθες, πως κρατάς
Ένα ποτήρι, όποιο, και πας
Μια η δίψα για να σβύσεις, ω!
-δος το ποτήρι, θα σου ειπώ.
Μου φτάνει αυτό.
Βόηθα με, αγνάντια μου, Ψυχή,
Με τη θωριά σου μοναχή,
Γελαστή, αγέλαστη, καθώς
Προβάλλεις πάντα, στάσου, φως,
Με τη θωριά σου, αμίλητη
Μου φτάνει αυτή.
Όταν η πόρτα ανοίγεται του καλυβιού και μπαίνεις
Μπαίνει με σε, θαμπώνοντας τη σκέψη μου, ένα φως,
Όπου στέκομαι όπου πάω
- θα στο πω!
Με το νου μου λέω:- δε σ’ αγαπώ
Σ’ αγαπάω!
Μέσα στο –άω, μέσα στο –άω
Πότε πως ουρλιάζει ένα σκυλί,
Πότε να στενάζει ένα φιλί
Γρικάω
Και όπου στέκομαι, όπου πάω,
Τραγουδάω τον ίδιο τον σκοπό.
Και ρωτιέμαι: – σ’ αγαπώ;
Κι αποκρίνομαι: – όχι. σ’ αγαπάω.

Chère Clarté, c’ est de toi même,
……………………………..
je forme l’ amour dont je t’ aime….

Για μιαν Ελένη…

Και τώρα θα διαβάσουμε ένα απόσπασμα από το πολυθρύλητο ποίημα «Ο Θάνατος των Αρχαίων», αλιευμένο μέσα από τον «Δωδεκάλογο του Γύφτου», όπου ο Κωστής Παλαμάς μιλάει πάλι «για μιαν Ελένη»!..:

«Θὰ διαβοῦμε καὶ στεριὲς καὶ πέλαγα,
θὰ σταθοῦμε ὅπου τὸ πόδι δὲν μπορεῖ
Τούρκου κανενὸς νὰ μᾶς πατήση
ἀπὸ τὴν πατρίδα μας διωγμένοι,
καὶ σβησμένοι ἀπ᾿ τὴν Ἀνατολή,
θ᾿ ἀνατείλουμε στὴ Δύση.
Ὅπου πᾶμε, θἄβρουμε πατρίδες
καὶ θὰ πλάσουμε, ἀπ᾿ τὸ Βόσπορο
χαιδευτὰ συνεβγαλμένοι ὡς τὸν Ἁδρία
θὰ φωλιάσουμε στὴ Βενετιά,
θὰ ξαναρριζώσουμε στὴ Ρώμη,
θὰ μᾶς ἀγκαλιάση ἡ Φλωρεντία.
Τ᾿ Ἄλπεια τὰ βουνὰ θὰ δρασκελήσουμε,
θὰ ξαφνίσουμε τὰ ρέματα τοῦ Ρήνου,
στοῦ Βοριὰ θ᾿ ἀσπροχαράξουμε τὰ σκότη,
θὰ χυθοῦμε σὰ μαγιάπριλα τοῦ νοῦ
ὅπου τόποι, ὅπου γεράματα, θὰ σπείρουμε
μίαν Ἑλλάδα καὶ μία νιότη.
Καὶ πλανῆτες μὲ δικό μας φῶς,
τὸ δικό μας φῶς θὰ ρίξουμε
ὅπου θάμπωμα καὶ βράδιασμα στὴ φύση
κι ὁ ἀσκητὴς θὰ φιλιωθῆ μὲ τὴ ζωὴ
καὶ τὸ γάλα τῆς χαρᾶς ξανὰ θὰ πιῆς,
νηστευτή, κ᾿ ἕνα κρασὶ θὰ σὲ μεθύση.
Καὶ ὁ Κελτὸς καὶ ὁ Γότθος κι ὁ Ἀλαμάνος,
κάθε βάρβαρος μ᾿ ἐμᾶς θ᾿ ἀναγαλλιάσει,
κι ὁ Ἰταλὸς ἀπ᾿ ὅλους πρῶτα
ρασοφόροι καὶ ποντίφικες
θὰ προσπέσουνε στὰ πόδια τῆς Ἑλένης
καὶ τὸν κύκνο θὰ λατρέψουνε τοῦ Εὐρώτα…»

ΚΛΕΙΝΟΝΤΑΣ να μη λησμονήσουμε να γράψουμε ότι ο Κωστής Παλαμάς έκανε μία μετάφραση του έργου: "Η Ελένη της Σπάρτης" του Αιμ. Βεράβεν (1906). Κι αυτό έχει την δική του αξία, έστω και αν το λάβουμε υπόψη μας ως ένα σημειολογικό θέμα.