07/12/13 22:15 - Τι ακριβώς αναφέρει ο Δανιήλ για τους Έλληνες και τον Αλέξανδρο;

 

Τι ακριβώς αναφέρει ο Δανιήλ για τους Έλληνες και τον Αλέξανδρο;

Διαβάστε ολόκληρο το κείμενο του Προφήτη Δανιήλ σε νεοελληνική απόδοση από την Παλαιά Διαθήκη, ώστε να δούμε πόσες φορές ο προφήτης αυτός αναφέρεται στους Έλληνες, αλλά και πώς προφητεύει την Έλευση του Μεγάλου Αλεξάνδρου ως νέου κυριάρχου της γης!.. [Η νεοελληνική απόδοση του κειμένου είναι από τον  πανεπιστημιακό μας δάσκαλο Ι. Θ. Κολιτσάρα]:

ΔΑΝΙΗΛ 1
Δαν. 1,1 Κατά το τρίτον έτος της βασιλείας του Ιωακείμ, βασιλέως του βασιλείου Ιούδα, ο Ναβουχσδονόσορ, ο βασιλεύς της Βαβυλώνος, επήλθεν εναντίον της Ιερουσαλήμ και την επαλιορκούσε.
Δαν. 1,2 Ο Κυριος παρέδωκεν εις τα χέρια αυτού αιχμάλωτον τον Ιωακείμ, βασιλέα Ιούδα, και ένα μέρος από τα ιερά σκεύη του ναού του Θεού, τα οποία αυτός έφερεν εις την χώραν Σενναάρ στον ναόν του Θεού του. Τα σκεύη αυτά τα έφερε και τα απέθεσεν στο θησαυροφυλάκιον του ναού του Θεού του.
Δαν. 1,3 Ο βασιλεύς έδωσεν εντολήν εις τον Ασφανέζ τον αρχιευνούχον να εκλέξη και να οδηγήση εις τα βασιλικά ανάκτορα από τους αιχμαλώτους Ισραηλίτας, μάλιστα δε από όσους κατήγοντο από βασιλικόν γένος και από τους ευγενείς,
Δαν. 1,4 νέους άνδρας, στους οποίους δεν θα υπήρχε κανένα σωματικόν ελάττωμα, θα ήσαν ωραίοι κατά την εμφάνισιν, ικανοί προς κάθε σοφίαν, μορφωμένοι και επιστήμονες, ευφυείς, με ζωτικότητα ψυχής και σώματος, δια να παρίστανται στον βασιλικόν οίκον ενώπιον του βασιλέως. Επί πλέον θα έπρεπεν ο Ασφανέζ να φροντίση, ώστε αυτοί να διδαχθούν τα γράμματα και την γλώσσαν των Χαλδαίων.
Δαν. 1,5 Διέταξεν ακόμη ο βασιλεύς να παρέχεται εις αυτούς κάθε ημέραν τροφή από την βασιλικήν τράπέζαν και οίνος από εκείνον, τον οποίον πίνει ο βασιλεύς. Ετσι να τους θρέψουν και να τους διαπαιδαγωγήσουν επί τρία έτη και έπειτα να εμφανισθούν ενώπιον του βασιλέως.
Δαν. 1,6 Μεταξύ των Ιουδαίων, που επελέγησαν, ήσαν ο Δανιήλ, ο Ανανίας, ο Αζαρίας και ο Μισαήλ.
Δαν. 1,7 Ο άρχων των ευνούχων έδωσεν εις αυτούς νέα ονόματα. Τον Δανιήλ ωνόμασε Βαλτάσαρ, τον Ανανίαν Σεδράχ, τον Μισαήλ Μισάχ και τον Αζαρίαν Αβδεναγώ.
Δαν. 1,8 Ο Δανηιήλ επήρεν όλοψύχως την απόφασιν, να μη μολυνθή τρώγων από τα φαγητά της βασιλικής τραπέζης και να μη πίνη από τον οίνον, που έπινεν ο βασιλεύς. Παρεκάλεσε δε επιμόνως και θερμώς τον αρχιευνούχον, να μη τον υποχρέωση και μολυνθή τρώγων φαγητά απαγορευομένα από την θρησκείαν του.
Δαν. 1,9 Εδωκεν ο Θεός, ώστε ο Δανιήλ να εύρη ευμένειαν και συναισθήματα συμπαθείας εκ μέρους του αρχιευνούχου.
Δαν. 1,10 Είπε δε ο αρχιευνούχος στον Δανιήλ• “εγώ φοβούμαι τον κύριόν μου τον βασιλέα, ο οποίος διέταξε ποίον να είναι το φάγητόν σας και το ποτόν σας. Φοβούμαι, μήπως ίδη τα πρόσωπα σας καταβεβλημένα από την νηστείαν, εν συγκρίσει προς τα πρόσωπα των συνομιλήκων σας, και γίνετε έτσι αφορμή να με καταδικάσετε εις θάνατον, να διατάξη τον αποκεφαλισμόν μου ο βασιλεύς”.
Δαν. 1,11 Ο Δανιήλ είπε προς τον Αμελσάδ, τον οποίον ο αρχιευνούχος είχεν εγκαταστήσει υπεύθυνον δια τον Δανιήλ, τον Ανανίαν, τον Μισαήλ και τον Αζαρίαν.
Δαν. 1,12 “Καμε μίαν δοκιμήν με ημάς τους δούλους σου. Επί δέκα ημέρας ας μας δώσουν όσπρια να τρώγωμεν και μόνον νερό να πίνωμεν.
Δαν. 1,13 Επειτα δε παρατήρησε συ ο ίδιος με προσοχήν τα πρόσωπα ημών και τα πρόσωπα των άλλων νέων, οι οποίοι θα τρώγουν από την τράπεζαν την βασιλικήν. Συμφωνα δέ με ο,τι ίδης, πράξε δι' ημάς τους δούλους σου”.
Δαν. 1,14 Εδέχθη ο Αμελσάδ την παράκλησίν των και τους υπέβαλεν εις δοκιμασίαν επί δέκα ημέρας.
Δαν. 1,15 Μετά το τέλος των δέκα ημερών ευρέθησαν, ότι τα πρόσωπά των ήσαν ωραιότερα και τα σώματά των ρωμαλεώτερα από τους νέους, οι οποίοι έτρωγαν από την τράπεζαν του βασιλέως.
Δαν. 1,16 Εκτοτε ο Αμελσάδ αφαιρούσε πάντοτε το βασιλικόν δείπνον των τεσσάρων παίδων και τον οίνον, τον οποίον θα έπιναν, και έδιδεν εις αυτούς όσπρια και άλλας φυτικάς τροφάς.
Δαν. 1,17 Εις τους νέους αυτούς, στους τέσσαρας Ισραηλίτας, έδωκεν ο Θες σύνεσιν και φρόνησιν και πρόοδον εις τα χαλδαϊκά γράμματα και εις την σοφίαν των Χαλδαίων. Ο Δανιήλ μάλιστα ήτο εις θέσιν να κατανοή και να ερμηνεύη κάθε ειδός οράματος και ονείρων.
Δαν. 1,18 Μετά το πέρας του χρονικού διαστήματος, που ο βασιλεύς είχεν ορίσει να παρουσιάσουν αυτούς ενώπιόν του, ο αρχιευνούχος τους έφερε πράγματι ενώπιον του Ναβουχοδονόσορος.
Δαν. 1,19 Ο βασιλεύς συνωμίλησε με αυτούς. Δεν ευρέθησαν δε από όλους τους αυλικούς και τους δούλους του βασιλέως όμοιοι προς τον Δανιήλ, τον Ανανίαν, τον Μισαήλ και τον Αζαρίαν. Εκτοτε προσελήφθησαν αυτοί εις την υπηρεσιάν του βασιλέως.
Δαν. 1,20 Εις κάθε δε ζήτημα σοφίας και επιστήμης, στο οποίον τους ερωτούσαν ο βασιλεύς, τους ευρήκε δέκα φοράς ανωτέρους από όλους τους εξορκιστάς και τους μάγους, οι οποίοι ευρίσκοντο εις όλην την έκτασιν του βασιλείου του.
Δαν. 1,21 Ο Δανιήλ ειδικώτερα παρέμεινεν εις τα ανάκτορα μέχρι του πρώτου έτους της βασιλείας του Κυρου, βασιλέως των Περσών.

ΔΑΝΙΗΛ 2

Δαν. 2,1 Κατά το δεύτερον έτος της βασιλείας του, ο Ναβουχοδονόσορ είδεν ένα όνειρον τέτοιο, ώστε εταράχθη το πνεύμα του και έφυγεν ο ύπνος από αυτόν.
Δαν. 2,2 Διέταξεν ο βασιλεύς να καλέσουν τους εξορκιστάς, τους μάγους, τους μάντεις, τους σοφούς γενικώς Χαλδαίους, δια να είπουν στον βασιλέα και να εξηγήσουν το όνειρόν του. Ηλθον αυτοί και παρουσιάσθησαν ενώπιον του βασιλέως.
Δαν. 2,3 Ο βασιλεύς τους είπεν• “είδα κάποιο όνειρόν και εταράχθη τόσον πολύ το πνεύμα μου, ώστε δεν το ενθυμούμαι πλέον”.
Δαν. 2,4 Οι Χαλδαίοι αυτοί είπαν προς τον βασιλέα εις την γλώσσαν την αραμαϊκήν• “βασιλεύ, στους αιώνας των αιώνων να ζήσης• αλλά ειπέ εις ημάς τους δούλους σου το όνειρόν σου και ημείς θα σου γνωστοποιήσωμεν την ερμηνείαν του”.
Δαν. 2,5 Ο βασιλεύς απήντησεν στους Χαλδαίους• “έφυγεν ο λόγος από εμέ, ελησμόνησα το όνειρον. Εάν δεν μου φανερώσετε σεις, ποίον ήτο το όνειρόν μου και ποία είναι η ερμηνεία του, σεις μεν θα καταδικασθήτε εις θάνατον, τα δε σπίτια και η περιουσία σας θα διαρπαγούν.
Δαν. 2,6 Εάν όμως μου καταστήσετε γνωστόν το όνειρόν και την ερμηνείαν του, θα πάρετε από εμέ αμοιβάς, δώρα και μεγάλας τιμάς. Είπατέ μου, λοιπόν, το ενύπνιον και την ερμηνείαν του”.
Δαν. 2,7 Οι μάγοι απεκρίθησαν πάλιν και είπαν• “ο βασιλεύς ας είπη εις ημάς τους δούλους του το ενύπνιόν του και ημείς θα καταστήσωμεν εις αυτόν γνωστήν την ερμηνείαν του”.
Δαν. 2,8 Ο βασιλεύς απήντησε• “βλέπω πολύ καλά, ότι σεις θέλετε να κερδίζετε καιρόν, διότι ξέρετε, ότι εκείνο που είπα, ότι εξέχασα το όνειρον. Και ξέρετε ποιά είναι η απόφασίς μου.
Δαν. 2,9 Εάν, λοιπόν, δεν μου αναγγείλετε το όνειρόν μου, έχω σχηματίσει βεβαίαν την πεποίθησιν, ότι ψευδείς και δολίους λόγους έχετε συμφωνήσει να μου πήτε, έως ότου πέραση καιρός. Λοιπόν, είπατέ μου το όνειρόν μου και ετσι θα μάθω και θα πεισθώ, ότι έχετε την δύναμιν να μου πήτε και την ορθήν ερμηνείαν του”.
Δαν. 2,10 Οι Χαλδαίοι απεκρίθησαν προς τον βασιλέα και είπαν• “δεν υπάρχει άνθρωπος εις όλην την γην, ο οποίος θα ημπορέση να αποκάλυψη το πράγμα αυτό, που ζητεί ο βασιλεύς. Διότι κανείς μέγας βασιλεύς, κανένας άρχων κατώτερος δεν εζήτησε ποτέ τέτοιο πράγμα, δεν απηύθυνέ ποτέ τέτοιαν ερώτησιν εις εξορκιστάς, μάγους, μάντεις και σοφούς Χαλδαίους (αστρολόγους).
Δαν. 2,11 Διότι η απαίτησις αυτή του βασιλέως είναι βαρεία και δυσκολωτάτη και δεν υπάρχει κανένας άλλος, ο οποίος θα καταστήση γνωστόν στον βασιλέα το όνειρόν του πλην από τους θεούς, οι οποίοι όμως δεν κατοικούν ανάμεσά μας, ώστε να τους ερωτήσωμεν”.
Δαν. 2,12 Τοτε ο βασιλεύς κυριευθείς από μεγάλον θυμόν και επάνω εις την έκρηξιν της οργής του διέταξε να εξολοθρεύσουν όλους τους σοφούς της Βαβυλώνος.
Δαν. 2,13 Η βασιλική διαταγή εξεδόθη και ήρχισαν αι εκτελέσεις των σοφών. Εζήτησαν δε να εύρουν τον Δανιήλ και τους φίλους του, δια να φονεύσουν και εκείνους.
Δαν. 2,14 Τοτε ο Δανιήλ ωμίλησε με σοφίαν και σύνεσιν στον Αριώχ, τον αρχιμάγειρον του βασιλέως, ο οποίος εξήλθε, δια να φονεύση τους σοφούς της Βαβυλώνος.
Δαν. 2,15 “Ω άρχον του βασιλέως, διατί εξεδόθη αυτή η ασεβής και σκληρά διαταγή εκ μέρους του βασιλέως;” Ο Αριώχ κατέστησε γνωστήν στον Δανιήλ την υπόθεσιν αυτήν.
Δαν. 2,16 Τοτε ο Δανιήλ εισήλθεν εις τα ανάκτορα και παρεκάλεσε τον βασιλέα, να δώση μικρόν χρονικόν διάστημα εις αυτόν και του υπεσχέθη, ότι θα του γνωστοποίηση και το όνειρον και την ερμηνείαν.
Δαν. 2,17 Ο Δανιήλ εισήλθε κατόπιν στον οίκον του και κατέστησε γνωστήν την υπόθεσιν αυτήν στον Ανανίαν, τον Μισαήλ και τον Αζαρίαν.
Δαν. 2,18 Αμέσως και οι τέσσαρες μαζή παρακαλούσαν τον οικτίρμονα Θεόν του ουρανού, να αποκαλύψη το μυστηριώδες όνειρον του βασιλέως και την ερμηνείαν του, δια να μη καταδικασθούν εις θάνατον ο Δανιήλ και οι φίλοι του μαζή με τους άλλους σοφούς της Βαβυλώνος.
Δαν. 2,19 Τοτε με όραμα της νυκτός απεκαλύφθη στον Δανιήλ το μυστηριώδες όνειρον του βασιλέως. Ο Δανιήλ εδόξασε τον Θεόν του ουρανού
Δαν. 2,20 και είπεν• “ας είναι δοξασμένον το όνομα του Κυρίου στους αιώνας των αιώνων, διότι εις αυτόν ανήκει και υπάρχει πάσα σοφία και σύνεσις.
Δαν. 2,21 Αυτός μεταβάλλει εποχάς και χρόνους. Ανεβάζει στους θρόνους και καταβιβάζει από θρόνους βασιλείς. Αυτός δίδει σοφίαν στους σοφούς, σύνεσιν και ορθοφροσύνην στους συνετούς.
Δαν. 2,22 Αυτός αποκαλύπτει τα βαθειά και απόκρυφα γεγονότα και νοήματα. Αυτός γνωρίζει και τα στο σκότος τελεσιουργούμενα έργα, διότι μαζή με αυτόν υπάρχει το φως.
Δαν. 2,23 Εις σέ, Θεέ των πατέρων μου, αναπέμπω δοξολογίαν και αίνεσιν, διότι μου έδωσες σοφίαν και δύναμιν. Κατέστησες εις εμέ γνωστά αυτά, τα οποία δια της προσευχής σου εζήτησα, το όνειρον, δηλαδή, του βασιλέως και την ερμηνείαν αυτού”.
Δαν. 2,24 Ο Δανιήλ παρουσιάσθη τότε στον Αριώχ, τον οποίον ο βασιλεύς είχε καταστήσει υπεύθυνον δια την εκτέλεσιν όλων των σοφών της Βαβυλώνος και του είπε• “μη θανατώσης τους σοφούς της Βαβυλώνος, άλλα οδήγησέ με αμέσως ενώπιον του βασιλέως και εγώ θα αποκαλύψω στον βασιλέα το όνειρόν του και την ερμηνείαν”.
Δαν. 2,25 Τοτε ο Αριώχ έσπευσε και ωδήγησε τον Δανιήλ ενώπιον του βασιλέως, στον οποίον και είπεν• “ευρήκα άνδρα μεταξύ των Ιουδαίων αιχμαλώτων, ο οποίος θα αναγγείλη στον βασιλέα το όνειρον και την ερμηνείαν του ονείρου”.
Δαν. 2,26 Ο βασιλεύς απήντησε και είπε τότε στον Δανιήλ, του οποίου το όνομα ήτο Βαλτάσαρ• “πράγματι ημπορείς να μου φανερώσης το όνειρον, το οποίον είδον, και την ερμηνείαν του ονείρου αυτού;”
Δαν. 2,27 Ο Δανιήλ απήντησε προς τον βασιλέα και του είπεν• “η λύσις του μυστηρίου, την οποίαν ο βασιλεύς ζητεί να του απαγγείλουν, δεν είναι έργον των σοφών, των μάγων, των εξορκιστών και των αστρολόγων•
Δαν. 2,28 αλλά έργον του Θεού, ο οποίος κατοικεί στους ουρανούς. Αυτός αποκαλύπτει τα μυστήριά του και αυτός εγνώρισε στον βασιλέα Ναβουχοδονόσορα εκείνα, τα οποία μέλλουν να συμβούν κατά τους τελευταίους χρόνους. Το όνειρόν σου, βασιλεύ, και αι οράσεις τας οποίας είδεν η διάνοιά σου, ενώ ευρισκεσο εις την κλίνην σου, είναι τα εξής•
Δαν. 2,29 Συ, βασιλεύ, καθώς ήσουνα εξηπλωμένος εις την κλίνην σου, εσκέπτεσο, τι θα γίνη στο μέλλον• και ο Θεός, ο οποίος φανερώνει τα μυστήρια, σου κατέστησε γνωστόν, τι μέλλει να γίνη στο μέλλον.
Δαν. 2,30 Εις εμέ, χωρίς να έχω εγώ σοφίαν μεγαλυτέραν από όλους τους άλλους σοφούς, εφανερώθη το μυστήριον αυτό. Εφανερώθη εκ του Θεού, δια να καταστήσω γνωστήν στον βασιλέα την ερμηνείαν του ονείρου και δια να πάρης έτσι απάντησιν στους διαλογισμούς οι οποίοι απασχολούσαν και απασχολούν την διάνοιάν σου.
Δαν. 2,31 Συ, λοιπόν, βασιλεύ, έβλεπες και ιδού έμπροσθέν σου ένα άγαλμα, ένα μεγάλο άγαλμα. Η όψις αυτού ήτο εξοχος και υπερήφανος. Το άγαλμα ίστατο όρθιον ενώπιόν σου και η εμφάνισίς του επροξένει φόβον.
Δαν. 2,32 Αυτού του αγάλματος η κεφαλή ήτο από καθαρόν χρυσόν, τα χέρια και το στήθος και οι βραχίονές του ήσαν αργυρά. Η κοιλία και οι μηροί ήσαν χάλκινοι αι δε κνήμαι του ήσαν σιδηραί.
Δαν. 2,33 Τα δε πόδια του ήσαν εν μέρει σιδερένια και εν μέρει πήλινα.
Δαν. 2,34 Εβλεπες κατάπληκτος, βασιλεύ, το άγαλμα αυτό, μέχρις ότου απεκόπη, χωρίς την επέμβασιν καμμιάς ανθρωπίνης χειρός, ένας λίθος από όρος, εκτύπησε το άγαλμα αυτό στους πόδας τους σιδερένιους και τους πηλίνους και το συνέτριψεν εξ ολοκλήρου.
Δαν. 2,35 Τοτε συνετρίβησαν δια μιας μαζή με τα σιδερένια και πήλινα πόδια ο χαλκός, ο άργυρος και ο χρυσός του αγάλματος και έγιναν κονιορτός, ωσάν τον κονιορτόν του αλωνιού κατά το θέρος. Ισχυρός δε άνεμος διεσκόρπισε τον κονιορτόν, χωρίς να αφήση ούτε ίχνος από αυτά. Ο δε λίθος εκείνος, που εκτύπησε το άγαλμα, έγινε μέγα όρος και εγέμισεν όλην την γην.
Δαν. 2,36 Ιδού, βασιλεύ, ποίον ήτο το όνειρόν σου. Θα είπωμεν τώρα ενώπιον του βασιλέως και την ερμηνείαν του.
Δαν. 2,37 Συ, βασιλεύ, ο βασιλεύς των βασιλέων, συ είσαι εκείνος, στον οποίον παρέδωκεν ο Θεός του ουρανού βασιλείαν ισχυράν, κραταιάν, ένδοξον και τιμημένην. Και έτσι βασιλεύεις
Δαν. 2,38 εις κάθε περιοχήν, ότου κατοικούν άνθρωποι και θηρία της υπαίθρου, πτηνά του ουρανού και ιχθύες της θαλάσσης. Εις τα χέρια τα δικά σου παρέδωκεν αυτά ο Θεός και σε κατέστησε κύριον όλων αυτών. Λοιπόν, βασιλεύ, συ είσαι η χρυσή κεφαλή του αγάλματος.
Δαν. 2,39 Επειτα από σε θα αναφανή μία βασιλεία μικροτέρα από την ίδικήν σου και έπειτα από αυτήν θα έλθη τρίτη βασιλεία, η οποία συμβολίζεται με τον χαλικόν του αγάλματος και θα επεκτείνη την κυριαρχίαν της επί όλης της γης.
Δαν. 2,40 Επειτα από αυτήν θα έλθη τετάρτη βασιλεία, η οποία θα είναι ισχυρά όπως ο σίδηρος. Οπως δε ο σίδηρος συντρίβει και δαμάζει τα πάντα, έτσι και η βασιλεία αυτή θα συντρίψη και θα υποτάξη τους πάντας υπό την κυριαρχίαν της.
Δαν. 2,41 Είδες τους πόδας και τα δάκτυλα του αγάλματος, να είναι εν μέρει πήλινοι και εν μέρει σιδερένιοι. Τούτο σημαίνει, ότι η βασιλεία αυτή δεν θα έχη ενότητα, αλλά θα είναι διηρημένη. Και εις αυτήν ταύτην την ως σίδηρον βάσιν της θα υπάρχη η διαίρεσις και οχι η συνοχή, όπως είδες τον σίδηρον και τον πηλόν όχι συγκεκολλημένα εις ένα σώμα, αλλά αναμεμιγμένα χωρίς συνοχήν μεταξύ των.
Δαν. 2,42 Οι δάκτυλοι των ποδών ήσαν εν μέρει σιδερένιοι και εν μέρει πήλινοι. Αυτό σημαίνει ότι τμήμα τι της βασιλείας αυτής θα είναι ισχυρόν, ενώ το άλλο τμήμα θα είναι εύθραυστον.
Δαν. 2,43 Είδες τον σίδηρον ανακατωμένον με τον πηλόν. Αυτό σημαίνει, ότι ανακατεμένοι θα είναι οι λαοί, που θα αποτελούν αυτήν την βασιλείαν. Δεν θα έχουν στενόν σύνδεσμον ο ένας με τον άλλον, ώστε να αποτελούν μίαν ενότητα. Θα είναι, όπως ο σίδηρος, που δεν αναμιγνύεται με τον πηλόν και δεν αποτελεί αδιάσπαστον ενότητα.
Δαν. 2,44 Κατά την εποχήν των βασιλέων της τετάρτης βασιλείας, ο Θεός του ουρανού θα αναδείξη μίαν άλλην βασιλείαν, η οποία στους αιώνας των αιώνων δεν θα καταστραφή. Και έτσι η βασιλεία αυτή του Θεού δεν θα λείψη, δεν θα δώση τόπον εις άλλην βασιλείαν. Θα συντρίψη δέ, και θα θρυμματίση και θα λιχνίση όλας τας άλλας βασιλείας• και αυτή θα υψωθή, θα εκταθή και θα υπάρχη στους αιώνας των αιώνων.
Δαν. 2,45 Οπως είδες, βασιλεύ, ότι, δηλαδή, χωρίς την επέμβασιν ανθρωπίνης χειρός εκόπη ένας λίθος από όρος και συνέτριψε τον πηλόν, τον σίδηρον, τον χαλκόν, τον άργυρον και τον χρυσόν, έτσι ο μέγας Θεός απεκαλυψεν στον βασιλέα τον Ναβουχοδονόσορα, τι θα γίνη στο μέλλον σχετικώς με τας διαφόρους βασιλείας. Το όνειρον είναι αληθινόν και η ερμηνεία αυτού πιστή και ακριβής”.
Δαν. 2,46 Τοτε ο βασιλεύς ο Ναβουχοδονόσορ έπεσε πρηνής στο έδαφος και προσκύνησε τον Δανιήλ και διέταξε να προσφέρουν προς χάριν αυτού αναιμάκτους θυσίας και ευώδη θυμιάματα.
Δαν. 2,47 Είπε δε ο βασιλεύς στον Δανιήλ• “πράγματι ο Θεός σας αυτός είναι ο Θεός των θεών και ο Κυριος των βασιλέων, ο οποίος φανερώνει μυστήρια, διότι συ μόνος με την δύναμιν του Θεού σου ημπόρεσες να μου αποκάλυψης το μυστηριώδες τούτο γεγονός”.
Δαν. 2,48 Ο βασιλεύς ετίμησε και εδόξασε τον Δανιήλ, του προσέφερε μεγάλας δωρεάς, τον κατέστησεν αρχηγόν όλης της χώρας της Βαβυλώνος, άρχοντα των σατραπών και όλων των σοφών της Βαβυλώνος.
Δαν. 2,49 Ο Δανιήλ εζήτησε παρά του βασιλέως και διώρισεν άρχοντας δια τα έργα της περιοχής Βαβυλώνος τον Σεδράχ, Μισάχ και Αβδεναγώ. Ο δε Δανιήλ έμεινεν εις την αυλήν του βασιλέως.

ΔΑΝΙΗΛ 3

Δαν. 3,1 Ο βασιλεύς Νοοβουχοδονόσορ διέταξε κατά το δέκατον όγδοον έτος της βασιλείας του και κατεσκεύασαν ένα χρυσόν άγαλμα. Το ύψος του ήτο εξήντα πήχεις και το πλάτος του εξ πήχεις. Το ετοποθέτησε δε εις την πεδιάδα Δεειρά, εις την περιοχήν της Βαβυλώνος.
Δαν. 3,2 Κατόπιν έστειλεν ανθρώπους, να συγκεντρώσουν τους υπάτους και τους στρατηγούς, τους τοπάρχας, τους προϊσταμένους και τους άρχοντας, τους κατέχοντας εξουσίας και όλους εν γένει τους άρχοντας των χωρών, δια να έλθουν εις τα εγκαίνια του αγάλματος, το οποίον έστησεν ο βασιλεύς Ναβουχσδανόσορ.
Δαν. 3,3 Πράγματι συνεκεντρώθησαν οι τοπάρχαι, οι ύπατοι, οι στρατηγοί, οι προϊστάμενοι υπηρεσιών, οι μεγάλοι άρχοντες, οι έχοντες εξουσίαν, όλοι οι άρχοντες των χωρών εις τα εγκαίνια του αγάλματος, το οποίον έστησεν ο Ναβουχαδονόσορ ο βασιλεύς. Ολοι αυτοί ήλθαν και εστάθησαν ενώπιον του αγάλματος.
Δαν. 3,4 Ο δε κήρυξ εφώναζε με ισχυράν φωνήν• “ακούσατε σεις, λαοί, φυλαί και γλώσσαι•
Δαν. 3,5 την ώραν, κατά την οποίαν θα ακούσετε τον ήχον της σάλπιγγος, του αυλού και της κιθάρας, της τετραχόρδου σαμβύκης και του ψαλτηρίου, συμφωνίαν αυτών και παντός άλλου είδους μουσικών οργάνων, θα πίπτετε και θα προσκυνήτε το άγαλμα το χρυσόν, το οποίον ο βασιλεύς Ναβουχοδονοσορ έστησεν.
Δαν. 3,6 Εκείνος δέ, ο οποίος δεν θα πέση να προσκυνήση, θα ριφθή αυτήν την ώραν εις την καιομένην κάμινον του πυρός”.
Δαν. 3,7 Οταν λοιπόν οι λαοί ήκουαν τον ήχον της σάλπιγγας, του αυλού και της κιθάρας, της τετραχόρδου σαμβύκης και του ψαλτηρίου, την συμφωνίαν αυτών και παντός άλλου είδους μουσυκών οργάνων, έπιπταν εις την γην όλοι οι λαοί, αι φυλαί, αι γλώσσαι και προσκυνούσαν το άγαλμα το χρυσούν, το οποίον έστησεν ο βασιλεύς Ναβουχσδονόσορ.
Δαν. 3,8 Τοτε όμως παρουσιάσθησαν ενώπιον του βασιλέως μερικοί Χαλδαίοι και κατήγγειλαν τους Ιουδαίους
Δαν. 3,9 στον βασιλέα Ναβουχοδονόσορα λέγοντες• “βασιλεύ, ευχόμεθα στους αιώνας των αιώνων να ζήσης.
Δαν. 3,10 Συ, βασιλεύ, εξέδωσες διαταγήν, σύμφωνα με την οποίαν κάθε άνθρωπος, ο οποίος θα ακούση τον ήχον της σάλπιγγος και του αυλού, της κιθάρας και της σαμβύκης, του ψαλτηρίου, την συμφωνίαν αυτών και παντός άλλου είδους μουσικών οργάνων
Δαν. 3,11 και δεν θα πέση να προσκυνήση το χρυσούν άγαλμα, θα ριφθή εις την κάμινον του πυρός την καιομένην.
Δαν. 3,12 Υπάρχουν, λοιπόν, μεταξύ μας άνδρες Ιουδαίοι, τους οποίους μάλιστα συ κατέστησας αρχηγούς εις τα έργα της χώρας Βαβυλώνος, ο Σειδράχ, ο Μισάχ και ο Αβδεναγώ, οι οποίοι δεν υπήκουσαν, ω βασιλεύ, εις την διαταγήν σου• τους θεούς σου δεν λατρεύουν και το άγαλμα το χρυσούν, το οποίον συ έστησες, αυτοί δεν το προσκυνούν”.
Δαν. 3,13 Τοτε ο Ναβουχαδρνόσορ επάνω στον θυμόν του και εις την έκρηξιν της οργής του, διέταξε να φέρουν ενώπιον του τον Σεδράχ, τον Μισάχ και τον Αβδεναγώ και εκείνοι ωδηγήθησαν ενώπιον του βασιλέως.
Δαν. 3,14 Ο δε Ναβουχοδονόσορ εις έντονον ύφος ωμίλησε και είπε προς αυτούς• “πράγματι Σεδράχ, Μισάχ και Αβδεναγώ, δεν λατρεύετε τους ιδικούς μου θεούς και δεν προσκυνείτε το χρυσούν άγαλμα, το οποίον εγώ έστησα;
Δαν. 3,15 Τωρα, λοιπόν, να είσθε έτοιμοι, ώστε, όταν ακούσετε τον ήχον της σάλπιγγος, του αυλού και της κιθάρας, της σαμβύκης και του ψαλτηρίου, την συμφωνίαν αυτών και παντός άλλου είδους μουσικών οργάνων, να πέσετε και να προσκυνήσετε το άγαλμα το χρυσούν, το οποίον εγώ έχω κατασκευάσει. Εάν δε τυχόν και δεν προσκυνήσετε, αυτήν την ώραν θα ριφθήτε εις την κάμινον του πυρός την καιομένην. Και ποιός είναι ο Θεός εκείνος, ο οποίος θα σας γλυτώση από τα χέρια μου;”
Δαν. 3,16 Ο Σεδράχ, ο Μισάχ και ο Αβδεναγώ απεκρίθησαν προς τον βασιλέα Ναβουχοδονόσορα και είπαν• “στο ερώτημά σου αυτό δεν έχομεν ανάγκην να σου απαντήσωμεν ημείς.
Δαν. 3,17 Διότι υπάρχει ο Θεός μας, ο εν τοις ουρανοίς, τον οποίον ημείς λατρεύομεν και ο οποίος είναι δυνατός να μας περιφρουρήση από την φλόγα της καμίνου της καιομένης και να μας γλυτώση από τα χέρια σου, ω βασιλεύ. 18 Αλλά και αυτό εάν δεν γίνη, μάθε, ω βασιλεύ, ότι ημείς τους θεούς σου δεν θα λατρεύσωμεν, και το άγαλμα, το οποίον συ έστησες, δεν θα το προσκυνήσωμεν”.
Δαν. 3,18 Αλλά και αυτό εάν δεν γίνη, μάθε, ω βασιλεύ, ότι ημείς τους θεούς σου δεν θα λατρεύσωμεν, και το άγαλμα, το οποίον συ έστησες, δεν θα το προσκυνήσωμεν”.
Δαν. 3,19 Τοτε ο Ναβουχοδονόσορ εκυριεύθη από θυμόν• το πρόσωπόν του ήλλαξεν εναντίον των Σεδράχ, Μισάχ και Αδεναγω και εδωσε διαταγήν να καύσουν επτά φορές περισσότερον την κάμινον, μέχρις ότου πυρακτωθή εξ ολοκλήρου.
Δαν. 3,20 Διέταξεν επίσης άνδρας ισχυρούς, να δέσουν τον Σεδράχ, τον Μισάχ και τον Αβδεναγώ και να τους ρίψουν εις την καιομένην κάμινον του πυρός.
Δαν. 3,21 Τοτε οι τρεις αυτοί άνδρες εδέθησαν μαζή με τα ενδύματά των, με τα καλύμματα της κεφαλής των και τας περισκελίδας των και ερρίφθησαν στο μέσον της καμίνου του πυρός της καιομένης,
Δαν. 3,22 διότι η διαταγή του βασιλέως ήτο ρητή και έντονος, η δε κάμινος εξεκαύθη με το παραπάνω.
Δαν. 3,23 Οι τρεις αυτοί νέοι, ο Σεδράχ, ο Μισάχ και ο Αβδεναγώ, ερρίφβησαν με ορμήν δεμένοι στο μέσον της αναμμένης καμίνου του πυρός.
Δαν. 3,24 Περιπατούσαν δε αυτοί ανάμεσα εις τας φλόγας της καμίνου, υμνούντες τον Θεόν και δοξολογούντες τον Κυριον.

ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΑΖΑΡΙΟΥ ΚΑΙ ΥΜΝΟΣ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΠΑΙΔΩΝ

Δαν. 3,1 Σταθείς δε όρθιος ο Αζαρίας εν μέσω του πυρός, ήνοιξε το στόμα αυτού, προσηυχήθη προς τον Θεόν και είπε•
Δαν. 3,26 “Ευλογημένος είσαι, Κυριε ο Θεός των πατέρων μας, άξιος παντός επαίνου• δοξασμένον το Ονομά σου στους αιώνας των αιώνων.
Δαν. 3,27 Διότι είσαι δίκαιος εις όλα εκείνα, τα οποία έκαμες προς ημάς. Ολα τα έργα σου είναι αληθινά. Αι οδοί, τας οποίας συ έδωσες εντολήν να ακολουθώμεν, είναι ευθείαι και ασφαλείς. Ολαι αι αποφάσεις σου ορθαί.
Δαν. 3,28 Δικαίας αποφάσεις αλαθήτου κρίσεως εξέδωσες δι' όλας εκείνας τας τιμωρίας και θλίψεις, τας οποίας έστειλες εις ημάς και εναντίον της Ιερουσαλήμ, της αγίας πόλεως των προγόνων μας. Διότι με ακρίβειαν και με δικαίαν κρίσιν επέφερες όλα αυτά εναντίον μας εξ αιτίας των αμαρτιών μας.
Δαν. 3,29 Διότι ημείς ημαρτήσαμεν, παρέβημεν τον Νομον σου και απεμακρύνθημεν από σέ.
Δαν. 3,30 Ημαρτήσαμεν εις όλα, δεν υπηκούσαμεν εις τας εντολάς σου, δεν εφυλάξαμεν και δεν επράξαμεν σύμφωνα με εκείνα, τα οποία συ μας είχες διατάξει, δια να ζήσωμεν ευτυχείς και ασφαλείς.
Δαν. 3,31 Δια τούτο όλα όσα συ έφερες εναντίον μας, όλα όσα έπραξες εις τιμωρίαν μας, τα έκαμες κατά δίκαιον και αληθινήν κρίσιν.
Δαν. 3,32 Και παρέδωκες ημάς εις χείρας παρανόμων εχθρών, αποστατών, μισητοτάτων, εις χείρας βασιλέως αδίκου και μοχθηροτάτου από όλους τους βασιλείς της γης.
Δαν. 3,33 Τωρα δέ, Κυριε, δεν έχομεν το σθένος να ανοίξωμεν το στόμα μας προς σέ. Καταισχύνη και όνειδος εγίναμεν δια τους δούλους σου, που σε υπηρετούν, δια τους ανθρώπους οι οποίοι σε λατρεύουν.
Δαν. 3,34 Αλλά σε ικετεύομεν• δια το άγιον και φιλάνθρωπον Ονομά σου μη μας παραδώσης εις πλήρη όλεθρον και μη διαλύσης την συιμφωνίαν, που συνήψες με τους πατέρας μας.
Δαν. 3,35 Μη απομακρύνης από ημάς το έλεός σου προς χάριν του αγαπητού σου Αβραάμ, προς χάριν του δούλου σου Ισαάκ και του Ιακώβ, του αγίου σου.
Δαν. 3,36 Εις αυτούς είπες και υπεσχέθης, να πληθύνης τους απογόνους των και να τους αναδείξης ως προς το πλήθος ωσάν τα άστρα του ουρανού και ωσάν την άμιμον, που υπάρχει εις την παραλίαν της θαλάσσης.
Δαν. 3,37 Σε παρακαλούμεν θερμώς, Δέσποτα, διότι ημείς σήμερον εγίναμεν ολιγώτεροι και μικρότεροι από όλα τα έθνη. Εξ αιτίας των αμαρτιών μας είμεθα σήμερον εις όλην την οικουμένην εξευτελισμένοι και άσημοι.
Δαν. 3,38 Εις την εποχήν μας αυτήν δεν υπάρχει βασιλεύς δι' ημάς, ούτε προφήτης, ούτε κανένας άλλος άρχων. Δεν προσφέρονται πλέον ολοκαυτώματα, ούτε αναίμακτοι θυσίαι, ούτε θυμίαμα, ούτε και υπάρχει ναός και θυσιαστήριον, δια να προσφέρωμεν ενώπιόν σου τας θυσίας μας και να εύρωμεν έλεος.
Δαν. 3,39 Αλλά ας προσφερθώμεν ως θυσία ενώπιόν σου και ας γίνωμεν δεκτοί από σε με ψυχήν συντετριμμένην και πνεύμα ταπεινωμένον.
Δαν. 3,40 Συ δέ, Κυριε, εν τω ελέει σου, όπως θα εδέχεσο ολοκαυτώματα κριών και ταύρων και μυριάδων αμνών καλοθρεμμένων, έτσι ας γίνη σήμερα δεκτή η θυσία μας αυτή ενώπιόν σου. Σε ακολουθούντες προσφέρομεν αυτήν την θυσίαν, διότι είμεθα απολύτως βέβαιοι, ότι δεν θα έντραπούν ποτέ εκείνοι, οι οποίοι έχουν πίστιν και στηρίζουν την πεποίθησιν των εις σέ.
Δαν. 3,41 Διότι και τώρα ακόμη ακολουθούμεν τας εντολάς σου με όλην μας την καρδίαν. Σε σεβόμεθα και αναζητούμεν μετά πόθου το πρόσωπόν σου.
Δαν. 3,42 Μη μας κατεντροπιάσης, Κυριε, αλλά δείξε και εις την περίστασιν αυτήν απέναντί μας την επιείκειάν σου και το πλήθος του ελέους σου.
Δαν. 3,43 Συμφωνα με τα αναρίθμητα θαύμαστά σου έργα, που έχεις πράξει εις προστασίαν του λαού σου, γλύτωσέ μας και σήμερα και δόξασε έτσι το Ονομά σου. Ας καταισχυνθούν όλοι εκείνοι, οι οποίοι φέρονται με σκληρόν τρόπον και διαπράττουν κακότητας στους δούλους σου.
Δαν. 3,44 Ας καταισχυνθούν και ας αποδειχθή ανύπαρκτος και ανίσχυρος η εναντίον μας δύναμίς των. Ας συντριβή η ισχύς των.
Δαν. 3,45 Και ας μάθουν, ότι συ είσαι ο μόνος αληθινός Κυριος και Θεός, ένδοξος εις όλην την οικουμένην”!
Δαν. 3,46 Οι υπηρέται του βασιλέως, οι οποίοι είχαν ρίψει αυτούς εις την κάμινον, ετροφοδοτούσαν ακαταπαύστως το πυρ με νάφθαν και πίσσαν και στουπί και κληματόβεργες.
Δαν. 3,47 Η φλόγα έβγαινε και ανήρχετο επάνω από την κάμινον εις ύψος σαρανταεννέα πήχεων.
Δαν. 3,48 Εξηπλώθη ολόγυρα και έκαυσε τους Χαλδαίους, που ήσαν γύρω από την κάμινον.
Δαν. 3,49 Αγγελος δε Κυρίου κατέβη και ήτο μαζή με τους περί τον Αζαρίαν εντός της καμίνου. Αυτός εξετίναξε την φλόγα του πυρός από την κάμινον
Δαν. 3,50 και έκαιμεν, ώστε στο μέσον της καμίνου να υπάρχη δροσερός, ελαφρώς συρίζων αήρ. Ετσι δε το πυρ ούτε και τους ήγγισε καν, ούτε τους εστενοχώρησε, ούτε και τους ηνώχλησε καθόλου.
Δαν. 3,51 Τοτε οι τρεις παίδες, ως εάν είχαν ένα στόμα, υμνολογούσαν και εδοξαζαν και ευλογούσαν τον Θεόν μέσα εις την, κάμινον λέγοντες•
Δαν. 3,52 “Ευλογημένος είσαι, Κυριε ο Θεός των πατέρων μας, άξιος πάσης υμνολογίας, και υπερυψούμενος στους αιώνας. Ευλογημένον ας είναι το άγιον Ονομα της δόξης σου, ανώτερον από κάθε υμνολογίαν, υπερυψούμενον εις όλους τους αιώνας.
Δαν. 3,53 Ευλογημένος είσαι στον ναόν της αγίας δόξης σου, ανώτερος από κάθε ύμνον, και υπερένδοξος στους αιώνας.
Δαν. 3,54 Ευλογημένος είσαι συ, που επιβλέπεις τα απύθμενα βάθη των θαλασσών, συ που κάθεσαι επάνω εις τα Χερουβίμ, άξιος παντός ύμνου, και υπερυψούμενος εις όλους τους αιώνας.
Δαν. 3,55 Ευλογημένος είσαι συ, ο οποίος κάθεσαι επί του λαμπρού θρόνου της ενδόξου βασιλείας σου, ανώτερος από κάθε ύμνον και άξιος να μεγαλύνεσαι στους αιώνας.
Δαν. 3,56 Ευλογημένος είσαι συ, ο οποίος κυριαρχείς στο στερέωμα του ουρανού, άξιος να υμνήσαι και να δοξάζεσαι στους αιώνας.
Δαν. 3,57 Ευλογείτε τον Κυριον όλα τα δημιουργήματα του Κυρίου. Υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν εις τους αιώνας.
Δαν. 3,58 Ευλογείτε τον Κυριον οι ουρανοί, υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν στους αιώνας.
Δαν. 3,59 Αγγελοι Κυρίου ευλογείτε τον Κυριον, υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν εις τους αιώνας.
Δαν. 3,60 Ολα τα υπεράνω του ουρανού ύδατα, ευλογείτε τον Κυριον, υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν στους αιώνας.
Δαν. 3,61 Ολαι αι δυνάμεις του Κυρίου, ας δοξάζετε τον Κυριον• υμνείτε το μεγαλείον του, μεγαλύνατε αυτόν στους αιώνας.
Δαν. 3,62 Ηλιος και σελήνη, ευλογείτε τον Κυριον. Υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν στους αιώνας.
Δαν. 3,63 Ολα τα άστρα του ουρανού, ευλογείτε τον Κυριον. Υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν στους αιώνας.
Δαν. 3,64 Καθε βροχή και κάθε δρόσος, ευλογείτε τον Κυριον. Υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν εις τους αιώνας.
Δαν. 3,65 Ολοι οι άνεμοι, δοξάζετε τον Κυριον. Υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν εις τους αιώνας.
Δαν. 3,66 Πυρ και θερμότης, ευλογείτε τον Κυριον. Υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν στους αιώνας.
Δαν. 3,67 Ψύχος και καύμα, ευλογείτε τον Κυριον. Υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν εις τους αιώνας.
Δαν. 3,68 Δροσιές και χιόνια, Ευλογείτε τον Κυριον. Υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν εις τους αιώνας.
Δαν. 3,71 Νυκτες και ημέραι, ευλογείτε τον Κυριον. Υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν στους αιώνας.
Δαν. 3,71 Φως και σκότος, ευλογείτε τον Κυριον. Υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν στους αιώνας.
Δαν. 3,71α Παγος και ψύχος, ευλογείτε τον Κυριον. Υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν στους αιώνας.
Δαν. 3,71β Ψύχος και καύσων, ευλογείτε τον Κυριον. Υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν στους αιώνας.
Δαν. 3,72 Παχναι και χιόνες, ευλογείτε τον Κυριον. Υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν στους αιώνας.
Δαν. 3,73 Αστραπαί και νεφέλαι, ευλογείτε τον Κυριον. Υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν στους αιώνας.
Δαν. 3,74 Ολόκληρος η γη ας δοξάζη τον Κυριον. Ας υμνη και ας υπερυψώνη αυτόν στους αιώνας.
Δαν. 3,75 Ορη και λόφοι, ευλογείτε τον Κυριον. Υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν στους αιώνας.
Δαν. 3,76 Ολα όσα φυτρώνουν εις την γην, ευλογείτε τον Κυριον. Υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν στους αιώνας.
Δαν. 3,77 Θαλασσα και ποταμοί, ευλογείτε τον Κυριον. Υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν στους αιώνας.
Δαν. 3,78 Πηγαί υδάτων, ευλογείτε τον Κυριον. Υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν στους αιώνας.
Δαν. 3,79 Τα μεγάλα κήτη, οι ιχθύες της θαλάσσης και όλα όσα κινούνται εις τα ύδατα, ευλογείτε τον Κυριον. Υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν εις τους αιώνας
Δαν. 3,80 Ολα τα πτηνά του ουρανού, ευλογείτε τον Κυριον. Υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν στους αιώνας.
Δαν. 3,81 Ολα τα θηρία της γης και όλα τα ήμερα ζώα, ευλογείτε τον Κυριον. Υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν εις τους αιώνας.
Δαν. 3,82 Υιοί των ανθρώπων, ευλογείτε τον Κυριον. Υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν στους αιώνας.
Δαν. 3,83 Ισραηλίται, ευλογείτε τον Κυριον. Υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν στους αιώνας.
Δαν. 3,84 Ιερείς του Κυρίου, ευλογείτε τον Κυριον. Υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν στους αιώνας.
Δαν. 3,85 Δούλοι Κυρίου, ευλογείτε τον Κυριον. Υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν εις τους αιώνας.
Δαν. 3,86 Πνεύματα και ψυχαί δικαίων, ευλογείτε τον Κυριον, υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν στους αιώνας.
Δαν. 3,87 Οσιοι και ταπεινοί κατά την καρδίαν, ευλογείτε τον Κυριον. Υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν στους αιώνας.
Δαν. 3,88 Ανανία, Αζαρία και Μισαήλ, ευλογείτε τον Κυριον. Υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν στους αιώνας, διότι μας έβγαλεν από τον άδην, μας έσωσεν από τα χέρια του θανάτου, μας εγλύτωσεν από το μέσον της καμίνου, από τη καιομένην φλόγα. Μας έσωσεν ανάμεσα από την φωτιάν.
Δαν. 3,89 Δοξολογήσατε τον Κυριον, ιδιότι είναι αγαθός και διότι το έλεός του είναι αιώνιον.
Δαν. 3,90 Ολοι σεις, που τον λατρεύετε, ευλογείτε τον Κυριον, που είναι Θεός των θεών. Υμνείτε και δοξολογείτε αυτόν, διότι το έλεός του είναι αιώνιον”. (Τέλος της προσευχής και του ύμνου).
Δαν. 3,91 Ο Ναβουχοδανόσορ, ήκουσεν αυτούς να υμνολογούν τον Θεόν, εκυριεύθη από θαυμασμόν, ανεπήδησε βιαστικά από το θρόνον του και είπεν στους μεγιστάνας του• “τρεις άνδρας δεμένους δεν ερρίψαμεν ημείς στο μέσον του πυρός;” Εκείνοι απήντησαν στον βασιλέα• “πράγματι, βασιλεύ, έτσι είναι”.
Δαν. 3,92 Ο βασιλεύς είπεν• “ιδού εγώ βλέπω τέσσαρας άνδρας λυμένους να περιπατούν εν τω μέσω του πυρός. Δεν βλέπω να υπάρχη καμμία βλάβη εις αυτούς από το πυρ, η δε όψις του τετάρτου δεν είναι όμοια προς άνθρωπον, αλλά προς υιόν Θεού”.
Δαν. 3,93 Ο Ναβουχοδονόσορ ο ίδιος επλησίασεν εις την θύραν της καμίνου του πυρός, η οποία εξακολουθούσε να καίεται, και είπε• “Σεδράχ, Μισάχ και Αβδεναγώ, δούλοι του Θεού του Υψίστου, εβγάτε αο την κάμινον και ελάτε εδώ”. Ο Σεδράχ ο Μισαχ και ο Αβδεναγώ εβγήκαν εκ του μέσου του πυρός.
Δαν. 3,94 Τοτε οι σατράπαι και οι στρατηγοί και οι τοπάρχαι και οι άρχοντες του βασιλέως, έβλεπαν με θαυμασμόν τους τρεις αυτούς άνδρας, διότι δεν τους είχε θίξει καθόλου το πυρ• ούτε μία τρίχα της κεφαλής των δεν είχε καή. Τα ενδύματά των δεν μετεβλήθησαν καθόλου• ούτε καν οσμή πυρός δεν υπήρχεν επάνω εις αυτούς.
Δαν. 3,95 Ο βασιλεύς Ναβουχοδονόσορ έλαβε τον λόγον μέ επισημότητα και είπεν• “ευλογημένος ας είναι ο Θεός των Σεδράχ, Μισάχ και Αβδεναγώ, ο οποίος έστειλε τον άγγελον αυτού και εγλύτωσε τους παίδας του, οι οποίοι, επειδή είχαν πίστιν εις αυτόν, παρέβησαν την διαταγήν του βασιλέως και παρέδωκαν τα σώματά των εις την φωτιάν, δια να μη υποχωρήσουν και λατρεύσουν και προσκυνήσουν άλλον θεόν, ειμί μόνον τον Θεόν των.
Δαν. 3,96 Εγώ, λοιπόν εκδίδω διαταγήν, κάθε άνθρωπος οιουδήποτε λαού, οιασδήποτε φυλής και γλώσσης, ο οποίος θα τολμήση να εκστομίση βλασφημίαν εναντίον του Θεού του Σεδράχ, του Μισάχ και του Αβδεναγώ, θα παραδοθή εις θάνατον, ο δε οίκος και η περιουσία του θα δημευθούν, διότι δεν υπάρχει άλλος Θεός, ο οποίος να ημπορή κατ' αυτόν τον θαυμαστόν τρόπον να σώζη τους ανθρώπους του”!
Δαν. 3,97 Τοτε ο βασιλεύς ώρισε διοικητάς τον Σεδράχ, τον Μισάχ και τον Αβδεναγώ εις την χώραν της Βαβυλώνος. Τους εδόξασε και τους έδωσεν αξιώμα, ώστε να είναι αρχηγοί όλων των Ιουδαίων, που υπήρχον εις την βασιλείαν του. Εξέδωσε δε την εξής διαταγήν.

ΔΑΝΙΗΛ 4

Δαν. 4,1 “Εγώ ο βασιλεύς Ναβουχοδονόσορ, απευθύνομαι προς όλους τους ανθρώπους όλων των λαών, των φύλων και των γλωσσών, που κατοικούν εις όλον τον κόσμον, ας είναι πλουσία και αμετακίνητος μεταξύ σας η ειρήνη.
Δαν. 4,2 Μου εφάνη αρεστόν να αναγγείλω εις σας τα καταπληκτικά σημεία και τα θαυμαστά γεγονότα, τα οποία έκαμεν εις εμέ ο Υψιστος Θεός,
Δαν. 4,3 να σας πω πόσον μεγάλα και θαυμαστά ήσαν. Η βασιλεία του είναι βασιλεία αιωνία και η εξουσία του εκτείνεται εις όλας τας γενεάς των γενεών”.
Δαν. 4,4 Εγώ ο Ναβουχοδονόσορ ήμουν κατά πάντα υγιής και ευτυχής εις τα ανάκτορά μου.
Δαν. 4,5 Είδα όμως ένα όνειρον, το οποίον με κατεφόβισεν. Εξηπλωμένος επάνω εις την κλίνην μου εταράχθην. Τα οράματα αυτά της διανοίας μου με συνεκλόνισαν.
Δαν. 4,6 Εξέδωσα, λοιπόν, διαταγήν να παρουσιάσουν ενώπιόν μου όλους τους σοφούς της Βαβυλώνος, δια να μου δώσουν την ερμηνείαν του ονείρου αυτού.
Δαν. 4,7 Ηλθαν προς εμέ οι εξορκισταί, οι μάγοι, οι αστρολόγοι Χαλδαίοι και εγώ είπα προς αυτούς το ενύπνιόν μου, αλλά εκείνοι δεν κατώρθωσαν να μου δώσουν την ερμηνείαν του,
Δαν. 4,8 μέχρις ότου ήλθεν ο Δανιήλ, του οποίου το όνομα είναι Βαλτάσαρ, έχει δηλαδή το όνομα τούτο του Θεού μου• αυτός, λοιπόν, ο Δανιήλ έχει Αγιον Πνεύμα Θεού και προς αυτόν είπα το όνειρόν μου.
Δαν. 4,9 Βαλτάσαρ, άρχων των μάγων, γνωρίζω καλά ότι εις σε κατοικεί το Αγιον Πνεύμα του Θεού και ότι κανενός μυστηρίου η λύσις δεν είναι δια σε αδύνατος. Ακουσε, λοιπόν, το όραμα του ενυπνίου μου, το οποίον είδα και ειπέ εις εμέ την ερμηνείαν.
Δαν. 4,10 Εκοιμώμην εις την κλίνην μου και είδα• ιδού ένα δένδρον μεγάλου ύψους στο μέσον της πεδιάδος.
Δαν. 4,11 Το δένδρον αυτό εμεγάλωσεν, ανεπτύχθη υπερβολικά. Το ύψος του έφθασεν έως τον ουρανόν και η έκτασίς του εκάλυψε τα πέρατα όλης της γης.
Δαν. 4,12 Τα φύλλα του ήσαν ωραία. Οι καρποί του άφθονοι, από τους οποίους όλοι ετρέφοντο. Κατω από αυτό είχαν τας φωλεάς των τα αγρία θηρία και στους κλάδους του κατοικούσαν τα πουλιά του ουρανού. Από αυτό ετρέφοντο όλα τα ζωντανά όντα.
Δαν. 4,13 Ενῷ λοιπόν εξηπλωμένος και κοιμώμενος εις την κλίνην μου έβλεπα τα νυκτερινά αυτά οράματα, αίφνης κατέβηκε από τον ουρανόν άγιος άγγελος.
Δαν. 4,14 Εφώναξε με μεγάλην φωνήν και είπε τα εξής• Κοψατε το δένδρον αυτό, μαδήσατε τους κλάδους του, τινάξατε κάτω τα φύλλα του, διασκορπίσατε τον καρπόν του. Ας φύγουν τρομαγμένα τα θηρία, που ήσαν κάτω από αυτό, και τα πτηνά, που ήσαν στους κλάδους του.
Δαν. 4,15 Αφήσατε μόνον το φύτρον των ριζών του μέσα εις την γην. Με δεσμά σιδηρά και χάλκινα δέσατε τον άνθρωπον, που συμβολίζεται με το δένδρον αυτό. Αυτός θα κοιμάται στο εξής έξω εις την χλόην, κάτω από την δροσιά του ουρανού. Θα έχη μέρος και συναναστροφήν με τα θηρία και θα τρώγη το χορτάρι της γης.
Δαν. 4,16 Η καρδία του θα μεταβληθή, θα γίνη διαφορετική από την καρδιάν των ανθρώπων. Θα δοθή εις αυτόν καρδία θηρίου. Επτά χρονικάς περιόδους θα περάση ο άνθρωπος αυτός εις την κατάστασιν αυτήν.
Δαν. 4,17 Απόφασις διαγγελθείσα από ουράνιον άγγελον είναι ο λόγος αυτός. Αποτελεί απάντησιν εις ερώτημα, το οποίον ετέθη υπό των αγίων στον ουρανόν, δια να μάθουν οι ζώντες επί της γης, ότι ο Κυριος του κόσμου είναι ο Υψιστος, ο κυρίαρχος επί πάσαν βασιλείαν ανθρώπων. Και ότι εις εκείνον, που αυτός θα κρίνη καλόν να δώση την εξουσίαν, θα την δώση. Και εις τα χέρια του είναι να αναδείξη και εγκαταστήση επί την εξουσίαν ο άνθρωπον άσημον και περιφρονημένον.
Δαν. 4,18 Αυτό είναι το ενύπνιον, το οποίον εγώ ο Ναδουχοδονόσορ ο βασιλεύς είδον. Συ δέ, Βαλτάσαρ, είπέ μου την ερμηνείαν, διότι όλοι οι άλλοι σοφοί της βασιλείας μου δεν είναι ικανοί να μου δώσουν το νόημά του. Συ όμως, Δανιήλ, ημπορείς, διότι υπάρχει εις σε το Αγιον Πνεύμα του Θεού”.
Δαν. 4,19 Τοτε ο Δανιήλ, ο οποίος επωνομάζετο και Βαλτάσαρ, έμεινε συγκεχυμένος και βωβός μίαν περίπου ώραν, ενώ οι διαλογισμοί του τον συνετάρασσαν. Ωμίλησε πάλιν ο βασιλεύς και είπε• “Βαλτάσαρ, ας μη βιάζεσαι, δια να είπης σύντομα το όνειρον και την ερμηνείαν του”. Ο Βαλτάσαρ απήντησε• “κύριε, το όνειρον αυτό ας επαλήθευση και ας πραγματοποιηθή εις βάρος εκείνων, οι οποίοι σε μισούν. Η ερμηνεία του ας πέση επάνω στους εχθρούς σου.
Δαν. 4,20 Το δένδρον, το οποίον είδες, το τόσον μέγα και ισχυρόν, του οποίου το ύψος έφθανεν έως στον ουρανόν, και η κόμη αυτού ηπλώνετο εις πάσαν την γην,
Δαν. 4,21 τα δε φύλλα του ήσαν θαλλερά και ο καρπός του άφθονος, δίδων τροφήν εξ αυτού εις όλους, το δένδρον υποκάτω από το οποίον κατοικούσαν τα άγρια θηρία, εις δε τους κλάδους του εφώληαζαν τα πουλιά του ουρανού,
Δαν. 4,22 είσαι συ, βασιλεύ, διότι πράγματι εμεγαλύνθης, έγινες ισχυρός, το μεγαλείον σου εκραταιώθη και έφθασεν έως στον ουρανόν και η κυριαρχία σου έως εις τα πέρατα της γης.
Δαν. 4,23 Ο δε άγγελος, τον οποίον είδεν ο βασιλεύς, τον άγιον εκείνον να κατεβαίνη από τον ουρανόν και να λέγη• Μαδήσατε το δένδρον, καταστρέψατέ το, πλην αφήσατε την φύτραν των ριζών του μέσα εις την γην, δέσατέ το με δεσμά σιδερένια και χάλκινα και αφήσατέ το να μένη έξω εις την χλόην• θα έχη τον καταυλισμόν του κάτω από την δρόσον του ουρανού, η κατοικία του θα είναι ανάμεσα από τα αγρία θηρία, μέχρις ότου συμπληρωθούν δι' αυτόν επτά καιροί,
Δαν. 4,24 ιδού, λοιπόν, τώρα και η ερμηνεία του, ω βασιλεύ• η ερμηνεία αυτή προέρχεται από αυτόν τον Υψιστον Θεόν. Και αυτό που αποκαλύπτει δια του ονείρου ο Θεός, θα πέση συντόμως επάνω στον κύριόν μου τον βασιλέα.
Δαν. 4,25 Θα σε εκδιώξουν εκ μέσου των ανθρώπων, θα κατοικής με τα αγρία θηρία, θα σε τρέφουν με χορτάρι ωσάν το βόϊδι, θα καταυλισθής στο ύπαιθρον κάτω από την δρόσον του ουρανού, θ' αλλάξουν επτά καιροί επάνω εις σέ, μέχρις ότου μάθης και γνωρίσης, ότι ο Υψιστος κυριαρχεί επί της βασιλείας όλων των ανθρώπων και ο οποίος δίδει την βασιλείαν του κόσμου εις εκείνον, που θέλει.
Δαν. 4,26 Εκείνο δε που είπαν οι άγγελοι του ουρανού• “αφήσατε την φύτραν των ριζών του δένδρου”, σημαίνει ότι η βασιλεία σου θα διατηρηθή δια σε και θα την αποκτήσης, από τότε που θα αναγνώρισης την εξουσίαν της ουρανίου βασιλείας.
Δαν. 4,27 Δια τούτο, βασιλεύ, ας φανή αρεστή και ας γίνη δεκτή από σε η συμβουλή μου• φρόντισε να εξαλείψης τας αμαρτίας σου με ελεημοσύνας και τας αδικίας σου με έλεος και φιλανθρωπίαν προς τους πτωχούς. Ισως θα φανή έτσι μακρόθυμος ο Θεός δια τα αμαρτήματά σου”.
Δαν. 4,28 Ολα αυτά συνέβησαν στον βασιλέα Ναβουχοδονόσορα.
Δαν. 4,29 Δωδεκα μήνας έπειτα αυτό το όνειρον, ενώ αυτός επεριπατούσε στον εν Βαβυλώνι ναόν της βασιλείας του,
Δαν. 4,30 επήρε τον λόγον και είπεν• “αυτή δεν είναι η μεγάλη Βαβυλών, την οποίαν εγώ ανοικοδόμησα ως πρωτεύουσαν της βασιλείας μου, με την μεγάλην μου ισχύν και δύναμιν, ώστε να διαλαλή την μεγαλειότητά μου και την δόξαν μου”;
Δαν. 4,31 Ενῷ ευρίσκετο ο λόγος αυτός ακόμη στο στόμα του βασιλέως, ήλθε φωνή από τον ουρανόν. “Εις σέ, βασιλεύ Ναδουχοδονόσορ, απευθύνεται ο λόγος αυτός• η βασιλεία σου επέρασεν, αφηρέθη από σέ,
Δαν. 4,32 Θα σε εκδιώξουν από την κοινωνίαν των ανθρώπων και η κατοικία σου θα είναι ανάμεσα εις τα θηρία τα άγρια. Θα σε τρέφουν με χορτάρι, ωσάν το βόϊδι και θα περάσουν επτά καιροί επάνω σου, έως ότου μάθης και γνώρισης, ότι ο Υψιστος Θεός είναι ο κύριος της βασιλείας των ανθρώπων και ότι δίδει αυτός την βασιλείαν εις εκείνον, τον οποίον θέλει”.
Δαν. 4,33 Κατά την στιγμήν ακριβώς εκείνην εξεπληρώθη δια τον Ναδουχοδονόσορα η προφητεία του ονείρου. Διότι αυτός έχασε το λογικόν του, εξεδιώχθη από την κοινωνίαν των ανθρώπων, έτρωγεν ωσάν βόϊδι χορτάρι και η δρόσος του ουρανού έβρεχε το σώμα του, έως ότου αι τρίχες αυτού εμεγάλωσαν ωσάν τας τρίχας του λέοντος και τα νύχια του έγιναν ωσάν τα νύχια των αρπακτικών ορνέων.
Δαν. 4,34 “Μετά το πέρας του χρονικού αυτού διαστήματος, εγώ ο Ναδουχοδονόσορ, ύψωσα τους οφθαλμούς μου στον ουρανόν και το λογικόν μου επανήλθεν. Εδόξασα τον Υψιστον και υμνολόγησα εκείνον, ο οποίος ζη στους αιώνας των αιώνων, τον εδοξολόγησα, διότι εις αυτόν πράγματι είναι αιώνιος η εξουσία και η βασιλεία του εις γενεάν γενεών.
Δαν. 4,35 Και όλοι οι άνθρωποι, που κατοικούν την γην, ως ένα τίποτε είναι ενώπιον του. Συμφωνα με το θέλημά του διατάσσει και πράττει εις τας δυνάμστου ουρανού και στους ανθρώπους της γης. Και δεν υπάρχει κανείς, ο οποίος θα η μπορέση να εμποδίση το παντοδύναμον χέρι του και να πη εις αυτόν τι έπραξες;
Δαν. 4,36 Κατ' αυτόν τον καιρόν η διανοητική μου υγεία αποκατεστάθη και επανήλθον εις την δάξαν της βασιλείας μου. Η μορφή και η όλη εμφάνισίς μου αποκατεστάθη εις την προτέραν της κατάστασιν, οι άρχοντές μου και οι μεγιστάνες μου με ανεζητούσαν, η βασιλεία μου έγινε πάλιν ισχυρά, η δε δόξα προσετέθη ακόμη μεγαλυτέρα εις εμέ.
Δαν. 4,37 Και τώρα, λοιπόν, εγώ, ο Ναδουχοδονόσορ, υμνολογώ και υπερυψώνω και δοξάζω τον βασιλέα του ουρανού, διότι όλα τα έργα αύτού είναι αληθινά, αι οδοί του δίκαιαι και ορθαί και ημπορεί να ταπεινώση όλου εκείνους, οι οποίοι πορεύονται με υπερηφάνειαν”.

ΔΑΝΙΗΛ 5

Δαν. 5,1 Ο βασιλεύς Βαλτάσαρ έκαμε μέγα δείπνον εις χιλίους από τους μεγιστάνας αυτού, ενώπιον των οποίων παρετέθη άφθονος οίνος.
Δαν. 5,2 Ενῷ δε ο βασιλεύς Βαλτάσαρ έπινεν οίνον και ηυφραίνετο από την γεύσιν αυτού, ήλθεν εις ευθυμίαν και είπε να φέρουν εκεί εις την τράπεζαν τα χρυσά και αργυρά σκεύη, τα οποία ο πατήρ του ο Ναβουχοδονόσορ είχε πάρει από τον ναόν του Σολομώντος και τα έφερεν εις την Βαβυλώνα• να τα φέρουν εις την τράπεζαν, δια να πίουν με αυτά ο βασιλεύς και οι μεγιστάνες του, αι παλλακαί του και αι γυναίκες του.
Δαν. 5,3 Πράγματι έφεραν τα ιερά χρυσά και αργυρά σκεύη, τα οποία ο πατήρ του είχε πάρει από τον ναόν του Θεού του εν Ιερουσαλήμ. Με τα ιερά αυτά σκεύη έπινον ο βασιλεύς, οι μεγιστάνες τυύ, αι παλλακαί του και αι γυναίκες του.
Δαν. 5,4 Επιναν τον οίνον και υμνολογούσαν τους θεούς των, τους χρυσούς και αργυρούς, τους χαλκούς και σιδερένιους, τους ξυλίνους και τους λιθίνους.
Δαν. 5,5 Αίφνης κατά την ώραν εκείνην εβγήκαν δάκτυλοι χειρός ανθρώπου και έγραφαν απέναντι της λυχνίας επάνω στο αμμοκονίαμα του τοίχου του βασιλικού ανακτόρου. Ο βασιλεύς έβλεπε τον καρπόν της χειρός, η οποία έγραφε.
Δαν. 5,6 Τοτε η μορφή του βασιλέως ηλλοιώθη από τον φόβον. Αι σκέψστου τον συνετάραξαν, ιί αρθρώσεις της μέσης του σαν να διελύθησαν και τα γόνατά του τρέμοντα συνεκρούοντο το ένα με το άλλο.
Δαν. 5,7 Ο βασιλεύς εφώναξε με μεγάλην φωνήν να οδηγήσουν εκεί μάγους, Χαλδαίους, αστρολόγους και είπε προς τους σοφούς της Βαβυλώνος• “εκείνος, ο οποίος θα αναγνώση αυτήν την γραφήν και θα καταστήση εις εμέ γνωστόν το νόημά της, θα ενδυθή βασιλικήν πορφύραν, το χρυσούν περιδέραιον θα τεθή στον τράχηλόν του και θα είναι ο τρίτος άρχων στο βασίλειόν μου”.
Δαν. 5,8 Εισήρχοντο τότε εις την αίθουσαν του συμποσίου όλοι οι σοφοί του βασιλέως και δεν ημπορούσαν ούτε να αναγνώσουν την γραφήν, ούτε, φυσικά, και το νόημά της να καταστήσουν γνωστόν στον βασιλέα.
Δαν. 5,9 Ο βασιλεύς Βαλτάσαρ εταράχθη πολύ. Η μορφή του ηλλοιώθη από τον φόβον. Αλλά και οι μεγιστάνες επίσης συνεκλονίζοντο μαζή μου.
Δαν. 5,10 Την ώραν εκείνην εισήλθεν η Βασιλομήτωρ εις την αίθουσαν του συμποσίου και είπε• “βασιλεύ, στους αιώνας να ζήσης. Ας μη σε ταράσσουν σκέψεις ζοφεραί και η μορφή σου ας μη αλλοιώνεται από των φόβον.
Δαν. 5,11 Εις το βασίλειόν σου υπάρχει ένας ανήρ, στον οποίον κατοικεί το Πνεύμα του Θεού, και κατά τας ημέρας του πατρός σου τα πράγματα απέδειξαν, ότι υπήρχεν εις αυτόν εγρήγορσις και σύνεσις. Δια τούτο ο βασιλεύς Ναβουχοδονόσορ, ο πατήρ σου, τον διώρισε άρχοντα των εξορκιστών των μάγων, των Χαλδαίων, των αστρολόγων.
Δαν. 5,12 Διότι εις αυτόν υπήρχε πλούσιον το Πνεύμα του Θεού. Εχει αυτός φρόνησιν και σύνεσιν, ώστε να ερμηνεύη τα ενύπνια, να αναγγέλλη και αποσαφηνίζη όσα ασαφή ήσαν δια τους άλλους και να λύη δύσκολα προβλήματα. Αυτός είναι ο Δανιήλ, τον οποίον ο βασιλεύς πατέρας σου ωνόμασε Βαλτάσαρ. Ας κληθή, λοιπόν, τώρα εις την αΐθουσαν, δια να σου καταστήση γνωστόν το νόημα της γραφής αυτής”.
Δαν. 5,13 Τοτε πράγματι ο Δανιήλ ωδηγήθη ενώπιον του βασιλέως, στο οποίον και ο βασιλεύς ειπέ• “συ είσαι ο Δανιήλ, ο από τους Ιουδαίους αιχμαλώτους, τους οποίους ο βασιλεύς πατέρας μου έφερεν εδώ;
Δαν. 5,14 Ηκουσα δια σε ότι έχεις Πνεύμα Θεού, νήψις δε και σύνεσις και σοφία πλούσια ευρίσκεται εις σε.
Δαν. 5,15 Εδώ προσήλθον προ ολίγου ενώπιόν μου οι σοφοί, οι μάγοι, οι αστρολόγοι δια να αναγνώσουν αυτά τα γράμματα και να καταστήσουν γνωστόν εις εμέ το νόημά των. Αλλά δεν ημπόρεσαν τίποτε να είπουν.
Δαν. 5,16 Εγώ όμως επληροφορήθην δια σέ, ότι ημπορείς να γνωρίσης και να κατανόησης κρίσεις και αποφάσστου Θεού. Εάν, λοιπόν, τώρα ημπορέσης να αναγνώσης την γραφήν αυτήν και να καταστήσης γνωστόν εις εμέ το νόημά της θα ενδυθής βασιλικήν πορφύραν, θα περιβληθής στον τράχηλόν σου χρυσούν περιδέραιον και θα ανακηρυχθής τρίτος αρχών στο βασίλειόν μου”.
Δαν. 5,17 Ο Δανιήλ απήντησε τότε και είπε προς τον βασιλέα• “τα δώρα σου ας μείνουν εις σε τα αγαθά του οίκου σου δώσε τα εις άλλον. Εγώ όμως θα αναγνώσω την γραφήν αυτήν εις σε τον βασιλέα και θα καταστήσω γνωστήν εις σε το νόημα της
Δαν. 5,18 Βασιλεύ, ο Υψιστος Θεός έδωκεν ει τον πατέρα σου, τον Ναβουχοδονόσορα μεγαλείον και τιμήν και δόξαν.
Δαν. 5,19 Εξ αιτίας του μεγαλείου αυτού, που του έδωσεν ο Θεός, όλοι οι λαοί, αι φυλαί και αι γλώσσαι της γης τον έτρεμαν και τον εφοβούντο. Αυτός, εκείνους τους οποίους ήθελεν, εφόνευε και εκείνους, τους οποίους ήθελεν, εκτυπούσε. Αυτός εκείνους τους οποίους ήθελε, ύψωνε και εδόξαζεν, εκείνους δε τους οποίους ήθελεν εταπείνωνε.
Δαν. 5,20 Οταν όμως η καρδία του εκυριεύθη από υψηλοφροσύνην και αλαζονείαν και το πνεύμα του εξ αιτίας της υπερηφανείας του εσκληρύνθη, εκρημνίθη από τον θρόνον τον βασιλικόν και αφηρέθη από αυτόν η τιμή και η δόξα.
Δαν. 5,21 Εξεδιώχθη από την κοινωνίαν των ανθρώπων, κατά δε την καρδίαν μετεβλήθη και έμεινεν όμοιος με τα αγρία θηρία. Εζούσε με τους αγρίους όνους, έτρωγεν αντί άρτου χορτάρι ωσάν τα βόϊδια και το σώμα του εμούσκευεν και ήλλαξε χρώμα από την δρόσον του ουρανού. Εις την κατάστασιν αυτήν της φρενοβλαβείας έμεινε, μέχρις ότου ανεγνώρισεν ότι ο Υψιστος Θεός είναι κύριος της βασιλείας των ανθρώπων και δίδει αυτήν εις εκείνον, τον οποίον αυτός πρστιμά και θέλει.
Δαν. 5,22 Και συ, λοιπόν, Βαλτάσαρ, ο υιός αυτού, δεν εταπείνωσες την ψυχήν σου ενώπιον του Θεού. Δεν τα είχες πληροφορηθή όλα αυτά;
Δαν. 5,23 Και όμως επέδειξες αλαζονείαν και υψηλοφροσύνην εναντίον του Θεού του ουρανού. Και απόδειξις, ότι έφεραν ενώπιόν σου τα σκεύη του ναού του• και συ και οι μεγιστάνες σου και αι παλλακαί σου και αι γυναίκες σου επίνατε οίνον με αυτά. Κατά δε το διάστημα της ευωχίας σας υμνολογήσατε τους θεούς τους ιδικούς σας, τους χρυσούς και αργυρούς, και χαλκίνους και σιδηρένιους και ξυλίνους και λιθίνους, οι οποίοι ούτε βλέπουν, ούτε ακούουν, ούτε γνωρίζουν τίποτε. Αυτούς, λοιπόν, συ εδοξολόγησες, τον δε Θεόν, εις τα χέρια του οποίου ευρίσκεται η αναπνοή σου και όλαι αι πορείαι της ζωής σου, αυτόν δεν τον εδόξασες.
Δαν. 5,24 Δια τούτο εκ μέρους αυτού, απεστάλη ο καρπός της χειρός και έγραψε την γραφήν αυτήν επάνω στον τοίχον.
Δαν. 5,25 Και αυτή η αποτυπωμένη επάνω στον τοίχον γραφή λέγει• “μανή, θεκέλ, φάρες”.
Δαν. 5,26 Ακουσε, λοιπόν, και την ερμηνείαν της γραφής αυτής• μανή, σημαίνει• Ο Θεός εμέτρησε την βασίλειάν σου και την συνεπλήρωσε.
Δαν. 5,27 Θεκέλ σημαίνει• Ετέθη επάνω στον ζυγόν, εζυγίσθη και ευρέθη λιποβαρής.
Δαν. 5,28 Φαρες σημαίνει• Εχει διαιρεθή πλέον η βασιλεία σου και εδόθη στους Μηδους και στους Πέρσας.
Δαν. 5,29 Αμέσως ο Βαλτάσαρ διέταξε και ενέδυσαν τον Δανιήλ την βασιλικήν πορφύραν, έθεσαν περί τον τράχηλόν του το χρυσούν περιδέραιον και δια κήρυκος ανήγγειλεν ότι ο Δανιήλ είναι ο τρίτος αρχών στο βασίλειόν του.
Δαν. 5,30 Κατά την ιδίαν όμως εκείνην νύκτα εφονεύθη ο Βαλτάσαρ, ο βασιλεύς των Χαλδαίων.
Δαν. 5,31 Την δε βασιλείαν του παρέλαβε Δαρείος ο Μήδος, όταν ήτο ηλικίας εξήκοντα δύο ετών.

ΔΑΝΙΗΛ 6

Δαν. 6,1 Εφάνη αρεστόν στον Δαρείον να εγκαταστήση, όπως και εγκατέστησε, στο βασίλειόν του εκατόν είκοσι σατράπας, δια να είναι αυτοί άρχοντες εις όλην την αυτοκρατοριάν του.
Δαν. 6,2 Επάνω δε από αυτούς ετοποθέτησε τρεις ανωτάτους διοικητάς. Ενας αυτό αυτούς ήτο ο Δανιήλ. Οι εκατόν είκοσι σατράπαι ήσαν υποχρεωμένοι να λογοδοτούν στους τρεις αυτούς, δια να μη ενοχλήται ο βασιλεύς.
Δαν. 6,3 Ο Δανιήλ υπερείχεν από όλους, διότι είχε πλούσιον πνεύμα Θεού. Ο δε βασιλεύς διώρισεν αυτόν γενικόν αρχηγόν όλου του βασιλείου του.
Δαν. 6,4 Οι δύο ανώτατοι διοικηταί και οι εκατόν είκοσι σατράπαι εζητούσαν, δια λόγους φθόνου, να εύρουν κάποιον κατηγορίαν εναντίον του Δανιήλ. Δεν ημπορούσαν όμως να εύρουν καμμίαν αιτίαν και κανένα παράπτωμα και κανένα σφάλμα εις αυτόν, διότι ήτο πιστός στον βασιλέα και εις τα καθήκοντά του.
Δαν. 6,5 Είπαν, λοιπόν, τότε οι δύο ανώτατοι διοικηταί• “δεν θα κατορθώσωμεν να εύρωμεν εναντίον του Δανιήλ αιτίαν κατηγορίας, ειμή μόνον κάτι, που να σχετίζεται με τους νόμους του Θεού του”.
Δαν. 6,6 Τοτε οι δύο ανώτατοι διοικηταί και οι σατράπαι παρουσιάσθησαν ενώπιον του βασιλέως και του είπαν• “Δαρείε βασιλεύ, να ζήσης στους αιώνας.
Δαν. 6,7 Συνεφώνησαν όλοι οι στρατηγοί και οι σατράπαι και οι ύπατοι και οι τοπάρχαι της βασιλείας σου, να εκδοθή και να τεθή εν ισχύϊ βασιλική διαταγή, σύμφωνα με την οποίαν εκείνος, που θα ζητήση κάτι από οιονδήποτε άλλον, από Θεού μέχρις ανθρώπων, επί τριάκοντα ημέρας, έκτος από σένα, βασιλεύ, να ρίπτεται στον λάκκον των λεόντων.
Δαν. 6,8 Τωρα, λοιπόν, βασιλεύ, υπόγραψε αυτήν την διαταγήν, δώσε την να κοινοποιηθή, ώστε να μη έχη κανείς το δικαίωμα να τροποποίηση, πολύ δε περισσότερον να ακυρώση την βασιλικήν απόφασιν του βασιλέως Μηδων και Περσών”.
Δαν. 6,9 Τοτε ο βασιλεύς Δαρείος, καλή τη πίστει, διέταξε να δημοσιευθή το βασιλικόν αυτό διάταγμα.
Δαν. 6,10 Ο Δανιήλ, όταν επληροφορήθη ότι εδημοσιεύθη το βασιλικόν αυτό διάταγμα, εισήλθεν στον οίκον του. Τα παράθυρα του υπερώου του ήσαν ανοικτά απέναντι από την Ιερουσαλήμ. Τρεις δε φοράς την ημέραν έκαμπτε τα γόνατα, προσηύχετο και εδοξολογούσε τον Θεόν, όπως έκαμνε και κατά τον προηγούμενον χρόνον.
Δαν. 6,11 Τοτε οι άνδρες εκείνοι παρηκολούθησαν τον Δανιήλ και τον ευρήκαν να προσεύχεται και να, παρακαλή τον Θεόν
Δαν. 6,12 Παρουσιάσθησαν στον βασιλέα κα είπαν προς αυτόν• “βασιλεύ, συ δεν υπέγραψες και εδημοσίευσες διαταγήν να ρίπτεται στον λάκκον των λεόντων κάθε άνθρωπος, ο οποίος θα εζητούσε κάτι από οιονδήποτε άλλον, από Θεού μέχρις ανθρώπου, επί τριάκοντα ημέρας, ειμή μόνον από σέ, βασιλεύ;” Ο βασιλεύς απήντησεν• “ορθός είναι ο λόγος αυτός και η διαταγή του βασιλέως των Μηδών και των Περσών, καθ' ο αλάθητος, δεν πρόκειται να ακυρωθή.
Δαν. 6,13 Τοτε οι άνδρες εκείνοι απεκρίθησαν και είπαν ενώπιον του βασιλέως• “ο Δανιήλ, ένας από τους αιχμαλώτους Ιουδαίους, δεν υπετάχθη εις την διαταγήν σου και τρεις φορές εκάστην ημέραν προσεύχεται προς τον Θεόν και υποβάλλει εις αυτόν τα αιτήματά του”.
Δαν. 6,14 Τοτε ο βασιλεύς, όταν ήκουσεν αυτόν τον λόγον, ελυπήθη παρά πολύ δια τούτο και κατέβαλεν αγώνας, δια να σώση τον Δανιήλ από την καταδίκην. Μέχρι δε της εσπέρας ηγωνίζετο να τον γλυτώση.
Δαν. 6,15 Τοτε οι άνδρες εκείνοι είπαν στον βασιλέα• “έχε υπ' όψιν σου, βασιλεύ, ότι σύμφωνα με τον νόμον των Μηδων και των Περσών, κανένα διάταγμα, καμμία απαγόρευσις εκδιδομένη υπό του βασιλέως δεν τροποποιείται και πολύ περισσότερον δεν ακυρώνεται”.
Δαν. 6,16 Τοτε ο βασιλεύς διέταξε και έφεραν τον Δανιήλ και τον έρριψαν στον λάκκον των λεόντων. Είπε δε ο βασιλεύς στον Δανιήλ• “ο Θεός σου, τον οποίον συ λατρεύεις πάντοτε, αυτός θα σε γλυτώση από τον κίνδυνον”.
Δαν. 6,17 Εφεραν ένα λίθον και τον έθεσαν στο άνοιγμα του λάκκου, ο δε βασιλεύς εσφράγισεν αυτόν με το δακτυλίδι του και με τα δακτυλίδια των μεγιστάνων του, ώστε να μη γίνη καμμία τροποποίησις ευνοούσα τον Δανιήλ.
Δαν. 6,18 Ο βασιλεύς καταλυπημένος επανήλθεν στο ανάκτορόν του και έπεσε προς ύπνον χωρίς βραδυνόν φαγητόν. Εδωσεν εντολήν να μη του φέρουν καθόλου φαγητά. Ο ύπνος του όμως έφυγεν από τα βλέφαρά του. Ο Θεός όμως έκλεισε τα στόματα των λεόντων και δεν παρηνόχλησαν καθόλου τον Δανιήλ.
Δαν. 6,19 Οταν ήλθεν η πρωΐα και το φως ηπλώθη, ηγέρθη ο βασιλεύς και βιαστικός έτρεξεν στον λάκκον των λεόντων.
Δαν. 6,20 Καθώς δε επλησίαζεν στον λάκκον εφώναξε με φωνήν ισχυράν• “Δανιήλ, δούλε του Θεού του ζώντος, ο Θεός τον οποίον συ πάντοτε λατρεύεις ημπόρεσε να σε σώση από το στόμα των λεόντων;”
Δαν. 6,21 Ο Δανιήλ απήντησεν στον βασιλέα• “βασιλεύ, στους αιώνας να ζήσης.
Δαν. 6,22 Ο Θεός μου έστειλε τον άγγελόν του και έκλεισε τα στόματα των λεόντων. Και έτσι κανείς από αυτούς δεν με έβλαψε, διότι εγώ το ορθόν και ευθές έπραξα απέναντι του Θεού μου. Αλλά και απέναντί σου, βασιλεύ, δεν διέπραξα κανένα σφάλμα”.
Δαν. 6,23 Ο βασιλεύς εδοκίμασε μεγάλην χαράν και διέταξε να βγάλουν αμέσως τον Δανιήλ από τον λάκκον. Πράγματι τον ανέσυραν από τον λάκκον και τον ευρήκαν ακέραιον και αβλαβή, διότι είχε μεγάλην πίστιν προς τον Θεόν.
Δαν. 6,24 Ο βασιλεύς διέταξε τότε και έφεραν τους άνδρας, οι οποίοι είχαν συκοφαντήσει τον Δανιήλ, και τους έρριψαν στον λάκκον των λεόντων, αυτούς και τα παιδιά των και τας γυναίκας των. Πριν δε καλά καλά φθάσουν αυτοί στον πυθμένα του λάκκου, οι λέοντες τους ήρπασαν και συνέτριψαν όλα τα κόκκαλα των.
Δαν. 6,25 Τοτε ο Δαρείος ο βασιλεύς εκοινοποίησεν έγγραφον εγκύκλιον προς όλους τους ανθρώπους των λαών, φυλών και γλωσσών, οι οποίοι κατοικούσαν καθ' όλην την έκτασιν της αυτοκρατορίας του και είπεν• “εύχομαι να έχετε πάντοτε πλουσίαν και αδιατάρακτον την ειρήνην.
Δαν. 6,26 Εβγήκεν εκ μέρους μου τούτο το διάταγμα προς όλας τας αρχάς και εξουσίας του βασιλείου μου• Οι υπήκοοί μου να τρέμουν και να φοβούνται τον Θεόν του Δανιήλ, διότι αυτός είναι ο ζων Θεός, ο αιώνιος, ο μένων στους αιώνας. Η βασιλεία αυτού ουδέποτε θα καταστραφή και η κυριαρχία του θα είναι χωρίς τέρμα.
Δαν. 6,27 Αναλαμβάνει υπό την προστασίαν του κάθε πιστόν και τον σώζει από οιονδήποτε κίνδυνον, κάμνει σημεία και τέρατα στον ουρανόν και εις την γην. Είναι αυτός, ο οποίος έσωσε τον Δανιήλ από το στόμα των λεόντων”.
Δαν. 6,28 Ο δε Δανιήλ ευδοκιμούσε και προήγετο εις την βασιλείαν του Δαρείου και εις την βασιλείαν του Κυρου, βασιλέως των Περσών.

ΔΑΝΙΗΛ 7

Δαν. 7,1 Κατά το πρώτον έτος της βασιλείας του Βαλτάσαρ, βασιλέως των Χολδαίων, ο Δανιήλ είδεν ενύπνιον, θεία οράματα εις την διάνοιάν του, καθώς εκοιμάτο επάνω εις την κλίνην του. Αυτό δε το ενύπιόν του το έγραψεν•
Δαν. 7,2 “Εγώ, ο Δανιήλ, είδον κατά την νύκτα ένα όραμα• και ιδού τέσσαρες άνεμοι από τον ουρανόν προσέβαλαν και ανετάραξαν την θάλασσαν την μεγάλην, την Μεσόγειον.
Δαν. 7,3 Τέσσαρα δε μεγάλα θηρία, διαφορετικά το ένα από το άλλο, εξήρχοντο από την θάλασσαν.
Δαν. 7,4 Το πρώτον ωμοίαζε με λέαιναν, είχε δε πτερά όμοια προς τα πτερά του αετού. Παρατηρούσα με προσοχήν, έως ότου εμαδήθησαν τα πτερά της λεαίνης. Αυτή εσηκώθη ορθία εις την γην και εστάθη επί τους πόδας της ως άνθρωπος. Εδόθη δε εις αυτήν καρδία ανθρώπου.
Δαν. 7,5 Και ιδού, ενεφανίσθη κατόπιν δεύτερον θηρίον, το οποίον ωμοίαζε με άρκτον. Εστάθη προς το ένα μέρος, στο στόμα της, ανάμεσα από τα δόντια της υπήρχον τρεις πλευραί με κρέας. Ηκούσθη δε μία φωνή, η οποία έλεγε προς αυτήν• Σηκω και φάγε πολλάς σάρκας.
Δαν. 7,6 Αμέσως πίσω από αυτό έβλεπα, ότι ήρχετο άλλο θηρίον, το οποίον ωμοίαζε με πάρδαλιν. Εις αυτό και στο επάνω μέρος του σώματός του υπήρχον τέσσαρες πτέρυγες πτηνού. Εις το θηρίον αυτό επίσης υπήρχον τέσσαρες κεφαλαί. Μεγάλη δε εξουσία του εδόθη.
Δαν. 7,7 Πισω από το θηρίον αυτό είδα να έρχεται αμέσως ένα άλλο τέταρτον φοβερόν θηρίον εμπνέον κατάπληξιν και τρόμον, πάρα πολύ δε ισχυρόν. Τα δόντια του ήσαν μεγάλα και σιδερένια. Συνέτριβε και κατέτρωγε κατά την όρεξιν αυτού, τα δε υπόλοιπα καταπατούσε με τα πόδια του. Το θηρίον αυτό ήτό κατά πολύ διαφορετικόν από τα άλλα θηρία, που είχαν προηγηθή. Εφερε δε δέκα κέρατα.
Δαν. 7,8 Παρετήρησα με προσοχήν τα κέρατά του και είδα και ιδού, ένα μικρόν κέρατον εφύτρωσεν ανάμεσα από τα άλλα. Τρία δε από τα δέκα προηγούμενα κέρατα εξερριζώθησαν, αμέσως μόλις ενεφανίσθη το μικρόν κέρας. Εις το μικρόν αυτό κέρας υπήρχον οφθαλμοί όμοιοι με ανθρωπίνους οφθαλμούς και στόμα, το οποίον εμεγαλαυχούσε και αλαζονεύετο.
Δαν. 7,9 Παρετήρουν με προσοχήν και έβλεπα, μέχρις ότου ετέθησαν θρόνοι και ο παλαιός των ημέρων, ο προαιώνιος Θεός και πατήρ, εκάθισεν στον θρόνον. Το ένδυμά του ήτο λευκόν ωσάν το χιόνι και αι τρίχες της κεφαλής του λευκαί ωσάν το καθαρόν ολόλευκον έριον. Ο θρόνος αυτού ήτο φλόγα πυρός και οι τροχοί του θρόνου του ήσαν πυρ, που εξέπεμπε φλόγας.
Δαν. 7,10 Πυρινος ποταμός έτρεχεν έμπροσθέν του. Χιλιαι χιλιάδες αγγέλων τον υπηρετούσαν και μύριαι μυριάδες αγγέλων ίσταντο πλησίον του. Κριτήριον εστήθη και τα βιβλία ηνοίχθησαν.
Δαν. 7,11 Εστράφην τότε εκεί, όπου ηκούετο μία φωνή των μεγάλων λόγων, του οποίους εξεστόμιζε το μικρόν εκείνο κέρατον, μέχρις ότου εφονεύθη το θηρίον και εξηφανίσθη και το σώμα του πάρεδόθη να καή στο πυρ.
Δαν. 7,12 Και από το αλλά θηρία αφηρέθη η εξουσία, αλλά εδόθη εις αυτά παράτασις ζωής μέχρις ωρισμένου καιρού.
Δαν. 7,13 Εβλεπα μετά προσοχής στο όραμα της νυκτός και ιδού κάποιος, ως υιός ανθρώπου, ήρχετο επ' των νεφελών του ουρανού, έφθασε εμπρός στον παλαιόν των ημερών και ωδηγήθη προς αυτόν υπό των αγγέλων εν δόξη.
Δαν. 7,14 Εις αυτόν εδόθη η εξουσία, η τιμή και η βασιλεία και όλοι οι άνθρωποι λαοί, φυλαί και γλώσσαι θα υπηρετήσουν αυτόν. Η εξουσία του θα είναι εξουσία αιωνία και η βασιλεία αυτού ποτέ δεν θα φθαρή και δεν θα σβήση.
Δαν. 7,15 Εφριξεν εντός μου το πνεύμα μου, εγώ ο Δανιήλ το βεβαιώνω τούτο, και τα οράματα αυτά της κεφαλής μου με συνετάραξαν.
Δαν. 7,16 Επλησίασα τότε ένα από τα παρευρισκόμενα ουράνια πνεύματα και εζητούσα να μάθω την ακριβή σημασίαν όλων αυτών που είδα. Εκείνο δέ μου απήντησε και μου κατέστησε γνωστήν την ακρίβειαν και την ερμηνείαν των πραγμάτων αυτών.
Δαν. 7,17 Αυτά τα τέσσαρα μεγάλα θηρία, μου είπε, είναι αι τέσσαρες βασιλείαι, αι οποίαι η μία μετά την άλλην θα εμφανισθούν επί της γης.
Δαν. 7,18 Αυταί όμως θα εξαφανισθούν και θα λάβουν την βασιλείαν κατόπιν οι άγιοι του Υψίστου Θεού και θα κρατήσουν αυτήν αιωνίαν και αναφαίρετον.
Δαν. 7,19 Ιδιαιτέρως τότε εζήτησα ακριβεστέρας πληροφορίας περί του τετάρτου θηρίου, διότι αυτό ήτο πολύ διαφορετικόν από τα άλλα τρία• πάρα πολύ φοβερόν τα δόντια του σιδερένια, τα νύχια του χάλκινα. Κατέτρωγε και συνέτριβε όσα ήθελε, τα δε υπόλοιπα τα καταπατούσε με τα πόδια του.
Δαν. 7,20 Εζητούσα πληροφορίας δια τα δέκα κέρατα, που υπήρχον εις την κεφαλήν του, και δια το άλλο κέρας, που εφύτρωσε και το οποίον εξερρίζωσε και επέταξεν στο έδαφος τα προηγούμενα τρία• δια το κέρατον εκείνο, το οποίον είχεν οφθαλμούς και στόμα που μεγολαυχούσε και αλαζονεύετο η δε εμφάνισίς του ήτο μεγαλύτερα κι περισσότερον εντυπωσιακή από την των άλλων κεράτων.
Δαν. 7,21 Εβλεπα μετά προσοχής και είδον, ότι το κέρατον εκείνο έκαμε πόλεμον εναντίον των ανθρώπων του Θεού και τους ενίκησε.
Δαν. 7,22 Μέχρις ότου ήλθεν ο παλαιός των ημερών, ο προαιώνιος Θεός, ο οποίος έδωσε την νίκην στους αγίους ανθρώπους του Υψίστου. Και έτσι έφθασεν ο καιρός, κατά τον οποίον οι άγιοι κατέλαβον την βασιλείαν.
Δαν. 7,23 Μου είπε λοιπόν• Το τέταρτον θηρίον είναι η τετάρτη βασιλεία επάνω εις την γην, η οποία από απόψεως δυνάμεως και αγριότητος θα υπερέχη από τας άλλας βασιλείας. Θα καταφάγη όλην την οικουμένην, θα ποδοπατήση και θα κατακόψη αυτήν.
Δαν. 7,24 Τα δέκα κέρατα του θηρίου αυτού συμβολίζουν τους δέκα βασιλείς, που θα εμφανισθούν. Κατόπιν από αυτούς θα εμφανισθή ένας άλλος, ο οποίος θα ξεπεράση όλους τους προηγηθέντας εις έργα κακά και ολέθρια, τους δε τρεις βασιλείς θα κτυπήση και θα εξευτελιση.
Δαν. 7,25 Αυτός θα εκσφενδονίση λόγους αλαζονικούς και υβριστικούς εναντίον του Υψίστου Θεού. Θα καταδιώξη και θα αχρηστεύση τους αγίους του Υψίστου Θεού. Θα σχεδιάση να αλλάξη τους καιρούς και τον νόμον του Θεού, να δημιουργήση νέαν τάξιν πραγμάτων. Μέχρις ωρισμένου καιρού θα παραχωρηθή εις αυτόν μία τέτοια εξουσία.
Δαν. 7,26 Κατόπιν όμως το κριτήριον του Θεού θα καθίση και οι άγγελοι του Θεού θα αφαιρέσουν την εξουσίαν του, θα τον εξαφανίσουν και θα τον εξολοθρεύσουν εξ ολοκλήρου.
Δαν. 7,27 Επειτα η βασιλεία και η εξουσία και το μεγαλείον των βασιλέων, όλων όσοι ευρίσκονται κάτω από τον ουρανόν, θα δοθή στους αγίους του Υψιστου Θεού. Η βασιλεία αυτού είναι βασιλεία αιωνία. Ολαι αι αρχαί θα τον υπηρετούν και θα υπακούουν εις αυτόν.
Δαν. 7,28 Εδώ παίρνει πέρας ο λόγος. Εγώ, ο Δανιήλ, επιβεβαιώνω και υπογράφω αυτά. Οι διαλογισμοί μου επί πολύ διάστημα χρόνου με συνετάρασσαν και η όψις του προσώπου μου ήλλαξεν επάνω μου. Αλλά τα αποκαλυπτικά αυτά οράματα και λόγια τα διετήρησα πιστώς μέσα εις την καρδίαν μου”.

ΔΑΝΙΗΛ 8

Δαν. 8,1 Κατά το τρίτον έτος της βασιλείας του βασιλέως Βαλτάσαρ, παρουσιάσθη εις εμέ τον Δανιήλ ένα όραμα, έπειτα από το όραμα, το οποίον είχα ίδει προηγουμένως.
Δαν. 8,2 Ευρισκόμην εις τα Σούσα εις ένα οχυρόν πύργον, που ευρίσκετο εις την χώραν Αιλάμ. Εκεί είδον ένα όραμα. Είδα δηλαδή, ότι ευρισκόμην πλησίον στον ποταμόν Ουβάλ.
Δαν. 8,3 Εσήκωσα τα μάτια μου• και είδα• και ιδού, ένας κριος εστέκετο πλησίον του ποταμού Ουβάλ. Είχε δύο κέρατα υψηλά, το ένα υψηλότερον από το άλλο, αυτό δε και ολοένα εμεγάλωνεν ανερχόμενον.
Δαν. 8,4 Είδα, ότι κριος αυτός εκτυπούσε με τα κέρατά του προς δυσμάς, προς βορράν και προς νότον. Κανένα από τα θηρία δεν ήτο δυνατόν να αντισταθή ενώπιόν του, κανείς δεν ημπορούσε να γλυτώση από την δύναμίν του. Εκανε ο,τι ήθελε και έτσι ανεδείχθη ένδοξος και μέγας.
Δαν. 8,5 Εγώ παρατηρούσα με πολλήν προσοχήν, και ιδού, παρουσιάσθη ένας τράγος αιγών, ο οποίος ήρχετο από τα νοτιοδυτικά και προχωρούσε επάνω εις όλην την γην. Καθώς δε με μεγάλην ταχύτητα έτρεχεν, εφαίνετο ότι δεν ήγγιζε την γην. Είχε δε ανάμεσα στους οφθαλμούς του ένα μεγαλοπρεπές ξιοπαρατήρητον κέρατον.
Δαν. 8,6 Αυτός ήλθε μέχρι του κριου, που είχε τα δέκα κέρατα και τον οποίον κριον είχα ίδει προηγουμένως να ίσταται πλησίον του ποταμού Ουβάλ. Ετρεξεν εναντίον αυτού με όλην την ορμήν της δυνάμεώς του.
Δαν. 8,7 Τον είδα να φθάνη μέχρι του κριου. Εξηγριώθη μόλις τον αντίκρυσε, εκτύπησε τον κριόν, συνέτριψε και τα δύο αυτού κέρατα και δεν υπήρχε πλέον δύναμις στον κριόν, να αντισταθή εναντίον αυτού. Ο τράγος τον έρριψε κατά γης και τον κατεπάτησε και δεν υπήρχε κανείς, που να έχη την δύναμιν, να τον γλυτώση από αυτόν.
Δαν. 8,8 Ο τράγος αυτός των αιγών έγινε μέγας και ένδοξος πολύ. Αλλά καθώς έφθασεν εις την μεγάλην υτήν δύναμι και δόξαν, συνετρίβη το ένα το μεγάλο κέρατον αυτού. Τοτε εφύτρωσαν τέσσαρα αλλά κέρατα αντί του ενός, που είχε συντριβή, και είχαν κατεύθυνσιν προς τα τέσσαρα σημεία του ορίζοντος.
Δαν. 8,9 'Απο ένα δε εξ αυτών των κεράτων εβγήκε άλλο πολύ ισχυρόν κέρας, το οποίον εμεγάλωσε υπερβολικά με κατεύθυνσιν προς νότον και προς ανατολάς και προς την δύναμιν την μεγάλην.
Δαν. 8,10 Υψωθῇ έως εις τας δυνάμστου ουρανού. Ενα μέρος των δυνάμεων του ουρανού και ένα μέρος των άστρων έπεσαν κάτω και κατεπατήθησαν από τους ανθρώπους του.
Δαν. 8,11 Η καταπάτησις αυτή θα συνεχισθή, μεχρις ότου ο αρχιστράτηγος του Θεού γλυτώση τους ανθρώπους του Θεού από την αιχμαλωσίαν. Εξ αιτίας του ανθρώπου αυτού, που εικονίζεται με το μεγάλο κέρατο, διεταράχθησαν αι προσφοραί τω θυσιών στο θυσιαστήριρν της Ιερουσαλήμ, υπεδουλώθη αυτή εις εκείνον και όλα τα κατακτητικά έργα εκείνου κατευωδόθησαν, ο δε ναός του Θεού ηρημώθη.
Δαν. 8,12 Ο κακός αυτός άρχων έπραξε κατ' αυτόν τον τρόπον και επέτυχεν ει τας ενεργείας του, διότι οι προσφέροντες κατά την εποχήν εκείνην θυσίαν προς το Θεόν ημάρταναν και εποδοπατείτο εκ μέρους αυτών των ιδίων κάθε δίκαιον Θεού
Δαν. 8,13 Ηκουσα τότε ένα άγιον να ομιλή. Ενας δε άγιος είπεν εις εκείνον, ο οποίος ωμιλούσε• “μέχρι πότε θα σταματήσου τα συμβολιζόμενα δια της οράσεως αυτής; Εως πότε θα εκταθή η κατάπαυσις της θυσίας και η εξ αιτίας της τιμωρίας ερήμωσις της περιοχής; Εως πότε ο άγιος ναός και το θυσιαστήριόν του, όπως επίσης και η δύναμις του ισραηλιτικού λαού, θα καταπατώνται όλα από τους εχθρούς;”
Δαν. 8,14 Και εκείνος απήντησε• “έως ότου περάσουν διαδοχικώς δύο χιλιάδες τριακόσια ημερονύκτια. Τοτε θα καθαρισθή ο ναός του Θεού από την βεβήλωσιν”.
Δαν. 8,15 Εγώ, ο Δανιήλ, όταν είδα το όραμα, εσκεπτόμην και προσπαθούσα να κατανοήσω την σημασίαν αυτού και ιδού, εστάθη πλησίον μου κάποιος, ο οποίος είχε την εμφάνισιν ανδρός.
Δαν. 8,16 Και ήκουσα την φωνήν ενός ανδρός, ο οποίος εστέκετο εν μέσω του ποταμού Ουβάλ, η οποία φωνή εφώναξε και είπε• “Γαβριήλ, εξηγησε εις αυτόν το όραμα εκείνο”.
Δαν. 8,17 Αυτός ήλθε και εστάθη πολύ κοντά μου. Οταν δέ με επλησίασεν, εγώ κατελήφθην από δέος και θαυμασμόν και έπεσα αμέσως πρηνής με το πρόσωπόν μου κάτω εις την γην. Εκείνος δέ μου ειπέ• “Υιέ ανθρώπου, κατανόησε τούτο• ότι η όρασις αποκαλύπτει το τέλος του καιρού, του καιρού της βασιλείας των θηρίων”,
Δαν. 8,18 Οταν εκείνος μου ωμιλούσε, εγώ είχα πέσει πρηνής με το πρόσωπον στο έδαφος, με ήγγισε, με εσήκωσε εις τα ποδια μου
Δαν. 8,19 και μου είπε• “ιδού, εγώ θα καταστήσω εις σε γνωστά αυτά, τα οποία θα συμβούν, όταν θα λάβη τέλος η τιμωρός θεία οργή. Τα σημαινόμενα δια του οράματος συμβολίζουν το πέρας της κυριαρχίας των θηρίων.
Δαν. 8,20 Ο κριός, τον οποίον είδες είναι ο βασιλεύς των Μηδων και των Περσών.
Δαν. 8,21 Ο τράγος των αιγών είναι ο βασιλεύς των Ελλήνων. Το μεγάλο κέρας, το οποίον ήτο ανάμεσα στους οφθαλμούς του, αυτός είναι ο πρώτος και μέγας βασιλεύς των Ελλήνων.
Δαν. 8,22 Η συντριβή του μεγάλου αυτού κέρατος και τα τέσσαρα αλλά, τα οποία αντ' αυτού εφύτρωσαν, υποδηλώνουν τέσσαρας βασιλείς από το έθνος αυτό, οι οποίοι θα εγερθούν, χωρίς όμως να έχουν και την δύναμιν του πρώτου.
Δαν. 8,23 Κατά το τέλος της βασιλείας αυτών, όταν πλέον θα έχουν φθάσει εις την πληρότητά των αι αμαρτίαι των αποστατών Ιουδαίων, θα εμφανισθή ένας αδιάντροπος βασιλεύς, πανούργος και πολυμήχανος.
Δαν. 8,24 Θα έχη μεγάλην δύναμιν, θα επιφέρη αδιηγήτου καταοτροφάς. Θα φέρη εις πέρας τας ενεργείας του. Θα πράττη ο,τι θέλει και θα καταστρέψη ισχυρούς λαούς και αυτόν ακόμη τον άγιον λαόν του Θεού.
Δαν. 8,25 Ο ζυγός της τυρανικής υποταγής θα, επεκταθή επιτυχώς εις λαούς. Θα ενεργή μετά δολιότητος, θα αλαζονευθή κατά τη καρδίαν αυτού και δια της πανουργία και των μηχανορραφιών του θα καταστρέψη πολλούς. Επάνω δε εις τα ερείπια πολλών θα σταθή αυτός υπερήφανος. Θα συντρίβη τους άλλους, με όσην ευκολίαν σπάζει κανείς ένα αυγό.
Δαν. 8,26 Το όραμα των δυο χιλιάδων τριακοσίων ημερονυκτίων έχει και αυτό το νόημά του, είναι αληθές. Συ όμως τήρησε σιγήν, κράτησε ανερμήνευτον την όρασιν αυτήν, διότι αναφέρεται εις ένα απτομακρυσμένον χρονικόν διάστημα”.
Δαν. 8,27 Επειτα από τας οράσεις αυτάς εγώ, ο Δανιήλ, έπεσα εις τεταραγμένον ύπνον, ησθένησα επί μερικάς ημέρας έπειτα από τας οποίας εσηκώθην και εξετέλουν, όπως συνήθως, τα έργα του βασιλέως. Ανελογιζόμην όμως με θαυμασμόν αυτά, τα οποία είδα και ήκουσα, χωρίς και να ημπορώ να εισχωρήσω στο πλήρες νόημά των.

ΔΑΝΙΗΛ 9

Δαν. 9,1 Κατά το πρώτον έτος της βασιλείας του Δαρείου, Βασιλέως των Χαλδαίων, ο οποίος ήτο υιός του Ασουήρου, από το γένος των Μηδων,
Δαν. 9,2 κατά το πρώτον, λοιπόν, έτος της βασιλείας του, εγώ, ο Δανιήλ εμελέτησα με πολλήν προσοχήν τα ιερά βιβλία και ειδικώτερα το σημείον εκείνο, το οποίον ανεφέρετο στον αριθμόν των ετών, που είχεν αποκαλυφθή εις τυν προφήτην Ιερεμίαν δια λόγου Θεού, και σύμφωνα προς τον οποίον προφητικόν λόγον, θα διαρκούσε η ερήμωση της Ιερουσαλήμ επί εδδομηκοντα έτη.
Δαν. 9,3 Εστρεψα τότε εγώ το πρόσωπόν μου και την καρδίαν μου προς Κυριον τον Θεόν, δια να του υποβαλω θερμήν προσευχήν και ικεσίας, με νηστείας, φορών σάκκον και καθήμενος επάνω εις στάκτην.
Δαν. 9,4 Προσηυχήθην προς Κυριον τον Θεόν μου, αφήκα να εκχυθή το περιεχόμενον της καρδίας μου και είπα προς αυτόν• “Κυριε, συ που είσαι ο μέγας και θαυμαστός Θεός, ο οποίος τηρείς την διαθήκην σου και το έλεός σου εις εκείνους, που σε αγαπούν και προσπαθούν να τηρούν τας εντολάς σου, άκουσε την εξομολόγησίν μου.
Δαν. 9,5 Ημαρτήσαμεν πράγματι, διεπράξαμεν αδικίας, παρέβημεν τον Νομον σου, απεμακρύνθημεν από σέ, εξεκλίναμεν από τας εντολάς σου και από τα προστάγματά σου.
Δαν. 9,6 Δεν υπηκούσαμεν στους δούλους σου τους προφήτας, οι οποίοι εξ ονόματός σου ωμιλούσαν προς τους βασιλείς και προς τους άρχοντας ημών και τους προγόνους ημών και προς όλον τον ισραηλιτικόν λαόν της χώρας.
Δαν. 9,7 Εις σέ, Κυριε, υπάρχει η δικαιοσύνη και εις ημάς η καταισχύνη εις τα πρόσωπά μας, όπως μαρτυρεί η περίοδος αυτή της δουλείας μας• εις κάθε Ιουδαίον, εις αυτούς που κατοικούν την Ιερουσαλήμ, εις κάθε Ισραηλίτην, εις όλους όσοι ευρίσκονται πλησίον η μακράν, εις όλα τα μέρη, όπου συ, εν τη δικαιοσύνη σου, τους διεσκόρπισες, εξ αιτίας των παραβάσεων, τας οποίας αυτοί διέπραξαν.
Δαν. 9,8 Εις σέ, Κυριε, υπάρχει η δικαιοσύνη, της οποίας και ημείς τιμωρούμενοι λαμβάνομεν πείραν. Εις ημάς δε υπάρχει η καταισχύνη του προσώπου μας• στους βασιλείς μας, στους άρχοντας μας, στους προγόνους μας, εις όλους μας, οι οποίοι ημαρτήσαμεν απέναντί σου.
Δαν. 9,9 Αλλά εις σε τον Κυριον και Θεόν μας υπάρχει η ευσπλαγχνία και το έλεος δι' ημάς, οι οποίοι επανεστατήσαμεν απέναντί σου.
Δαν. 9,10 Δεν υπηκούσαμεν εις την φωνήν του Κυρίου και Θεού μας, να πορευθώμεν και να ζήσωμεν σύμφωνα με τους νόμους, τους οποίους αυτός έδωκε δια μέσου των δούλων του, των προφητών.
Δαν. 9,11 Ολοι οι Ισραηλίται παρέβησαν τον Νομον σου, παρεξέκλιναν, ώστε να μην υπακούσουν εις την ιδικήν σου φωνήν• και έτσι έπεσεν επάνω μας η κατάρα, η ένορκος διακήρυξις σου του Θεού περί της τιμωρίας των αμαρτωλών, που είναι γραμμένη στον νόμον του Μωϋσέως, του δούλου του Θεού, διότι ημείς ημαρτήσαμεν απέναντι του Θεού.
Δαν. 9,12 Εξεπλήρωσε τους λόγους, τους οποίους είχεν είπει εναντίον ημών, εναντίον των δικαστών, οι οποίοι μας εδίκαζαν• ότι θα επιφέρη εναντίον μας κακά μεγάλα, τέτοια τα οποία δεν είχαν γίνει άλλοτε κάτω από τον ουρανόν, ωσάν αυτά τα οποία συνέβησαν εις βάρος της Ιερουσαλήμ.
Δαν. 9,13 Οπως είναι γραμμένον στον νόμον του Μωϋσέως, όλα αυτά τα κακά έπεσαν επάνω μας και ημείς δεν εσυνετίσθημεν, δεν μετενοήσαμεν, δεν απεμακρύνθημεν από τας αδικίας μας, δεν προσεπαθήσαμεν να κατανοήσωμεν και να ζήσωμεν σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, και δεν ικετεύσαμεν με θερμάς δεήσστον Κυριον,
Δαν. 9,14 Και όμως ο Κυριος ηγρύπνησε δι' ημάς και επέφερε τας παιδαγωγικάς αυτάς τιμωρίας εναντίον μας, διότι ο Κυριος ο Θεός μας είναι δίκαιος εις όλα τα έργα, τα οποία πραγματοποιεί. Ημείς όμως και πάλιν δεν υπηκούσαμεν εις την φωνήν του.
Δαν. 9,15 Και τώρα, Κυριε ο Θεός μας, συ ο οποίος εβγαλες ελεύθερον τον λαόν σου από την χώραν της Αιγύπτου με ακατανίκητοι δύναμιν και κατέστησες ένδοξον και περίφημον το Ονομά σου μέχρι και της σημερινής ημέρας, άκουσε την προσευχήν μας. Ομολογούμεν ότι ημαρτήσαμεν, ότι παρέβημεν τον Νομον σου.
Δαν. 9,16 Αλλά, Κυριε, συ ο οποίος έχεις πάσαν ελεημοσύνην και άπειρον το έλεος, ας αποστροφή τώρα ο θυμός και η οργή σου από την πόλιν σου την Ιερουσαλήμ, από το άγιόν σου όρος, όπου ο ναός και το θυσιαστήριων. Διότι ημείς ημαρτήσαμεν και εξ αιτίας των ιδικών μας αδικιών και των αδικιών, που είχαν διαπράξει οι πατέρες μας και ο ισραηλιτικός λαός, παρεδόθη η Ιερουσαλήμ εις ονειδισμόν εις όλους τους κύκλω λαούς.
Δαν. 9,17 Και τώρα, Κυριε ο Θεός ημών, άκουσε την προσευχήν του δούλου σου και τας θερμάς ικεσίας, που σου απευθύνει. Ας φανή ευμενές το πρόσωπόν σου προς τον έρημον ναόν σου, ένεκέν σου, Κυριε.
Δαν. 9,18 Κλίνε, Κυριε, το αυτί σου και άκουσε την προσευχήν μου. Ανοιξε, Κυριε, τους οφθαλμούς σου και ιδέ τον εξαφανισμόν και ημών και της πόλεώς σου, εις την οποίαν πόλιν ηκούετο και εδοξάζετο το Ονομά σου. Δεν προσπίπτομεν ενώπιόν σου και δεν σε παρακαλούμεν να μας λυπηθής χάρις εις τας δικαιοσύνας μας, αλλά χάρις στους πολλούς οικτιρμούς σου, Κυριε.
Δαν. 9,19 Ακουσε Κυριε, την προσευχήν μας. Δείξε στοργήν και έλεος προς ημάς. Στρέψε την προσοχήν σου και κάμε ο,τι πρέπει δια την σωτηρίαν μας. Εφ' όσον είσαι Θεός του ελέους, μη βραδύνης, Κυριε, διότι το Ονομά σου ανεφέρετο και εδοξάζετο εις την πόλιν σου την Ιερουσαλήμ, όπως και στον λαόν σου”.
Δαν. 9,20 Ενῷ εγώ συνέχιζα ακόμη να ομιλώ προς τον Θεόν και προσηυχόμην προς αυτόν, εξαμολογούμενος τας αμαρτίας μου και τας αμαρτίας του ισραηλιτικού μου λαού και επιρρίπτων τον εαυτόν μου στο έλεος Κυρίου του Θεού μου δια την απελεύθερωσιν του αγίου του όρους,
Δαν. 9,21 ενώ, λοιπόν, εγώ ακόμη δια της προσευχής ωμιλούσα προς τον Κυριον, ιδού, ένας ανήρ, ο Γαβριήλ, τον οποίον είχον ίδει και στο προηγούμενον όραμα, πετώντας ήλθε κοντά μου κατά την ώραν της εσπερινής θυσίας,
Δαν. 9,22 μου ωμίλησε και μου εδωσε να εννοήσω μερικά πράγματα, που δεν τα είχα κατανοήσει προηγουμένως. “Δανιήλ, μου είπε, εγώ ήλθα να σε κατατοπίσω και να σου δώσω να εννοήσης.
Δαν. 9,23 Οταν ήρχισες να προσεύχεσαι, εβγήκεν από το στόμα σου παράκλησις. Και ιδού, εγώ ήλθα να απαντήσω εις αυτά που εζητούσες. Διότι συ είσαι ανήρ ευγενών και αγίων επιθυμιών. Πρόσεξε, λοιπόν, στους λόγους μου, δια να εννοήσης με σύνεσιν αυτά, που είδες και ήκουσες στο όραμα.
Δαν. 9,24 Εις εβδομήκοντα εβδομάδας ετών περιωρίσθησαν αι συμφοραί και αι θλίψστου λαού σου και της αγίας σου πόλεως της Ιερουσαλήμ, δια να τεθή τέρμα εις τας αμαρτίας σας, δια να τεθή σφραγίς τέρματος εις την αμαρτίαν, δια να εξαλειφθούν όλαι αι παρανομίαι των ανθρώπων, δια να εξιλεωθούν ενώπιον του Θεού αι αδικίαι και να αποκατασταθή αιωνία δικαιοσύνη, και δια να τεθή τέρμα και σφραγίς πλέον εις κάθε χριστολογικήν προφητείαν, εις κάθε χριστολογικόν προφήτην, διότι τότε θα χρισθή προφήτης ο αγιώτατος από όλους τους προφήτας.
Δαν. 9,25 Μαθε και κατανόησε καλά, ότι από την ημέραν, που θα εκδοθή διάταγμα δια την ανοικοδόμησιν της Ιερουσαλήμ, μέχρι της ημέρας που θα εμφανισθή ο αρχών, ο οποίος θα έχη χρισθή από εμέ, θα περάσουν επτά εδοομάδες ετών και άλλαι εξήκοντα δύο εβδομάδες ετών. Μετά τας πρώτας επτά εβδομάδας θα επιστρέψουν οι Ιουδαίοι αιχμάλωτοι και θα ανοικοδομηθη η πλατεία και το τείχος της πόλεως και θα πραγματοποιηθούν έτσι οι πρώτοι καιροί.
Δαν. 9,26 Μετά δε την παρέλευσιν των εξήντα δύο εβδομάδων ετών, θα θανατωθή ο χριστός. Κυρίου, ο Σωτήρ, χωρίς να υπάρχη καμμία απολύτως αμαρτία και αιτία θανάτου δι' αυτόν. Η πόλις της Ιερουσαλήμ και ο άγιος ναός θα καταστραφούν μαζή με τους ηγουμένους, τους άρχοντας της εποχής εκείνης. Οι κάτοικοι θα κατακλυσθούν από συμφοράς και ένας ξένος λαός θα αναλάβη πάλεμον κατά του Ισραήλ, μέχρι δε τέλους του πολέμου θα επιφέρη φοβεράς καταστροφάς και τρομερούς αφανισμούς.
Δαν. 9,27 Κατά μίαν εβδομάδα ετών ο Χριστός θα συνάψη και θα καταστήση ισχυράν και έγκυρον μίαν νέον διαθήκην. Κατά δε το μέσον της εβδομάδος αυτής, που θα προσφερθή η μεγάλη θυσία του λυτρωτού Χριστού, θα τεθή οριστικόν πλέον τέρμα εις τας παλαιάς θυσίας και σπονδάς. Εις δε τον ναόν μου και τον λαόν του Ισραήλ, θα εισέλθουν βδελυραί δυνάμεις καταστροφής και ερημώσεως. Τέρμα δε εις την καταστροφήν θα τεθή όταν συμπληρωθή ο ωρισμένος χρόνος.

ΔΑΝΙΗΛ 10

Δαν. 10,1 Κατά το τρίτον έτος της βασιλείας του Κυρου, βασιλέως των Περσών, απεκαλύφθη στον Δανιήλ, ο οποίος επωνομάζετο και Βαλτάσαρ, προφητικός λόγος. Αυτός ο προφητικός λόγος ήτο αληθινός, θείος, μεγάλη δε η δύναμίς του. Εις τον Δανιήλ εδόθη σύνεσις, ώστε να κατανόηση το προφητικόν εκείνο όραμα.
Δαν. 10,2 Κατά τας ημέρας εκείνας εγώ ο Δανιήλ επενθούσα επί τρεις ολοκλήρους εβδομάδας.
Δαν. 10,3 Κανένα γευστικόν και ευχάριστον φαγητόν δεν έφαγα. Κρέας και οίνος δεν εισήλθον στο στόμα μου, με μύρα δεν ηλείφθην, μέχρις ότου συνεπληρώθησαν αι ημέραι των τριών εβδομάδων.
Δαν. 10,4 Κατά την εικοστήν τετάρτην του πρώτου μηνός εγώ ευρισκόμην πλησίον του μεγάλου ποταμού, του οποίου το όνομα είναι Τιγρις, εβραϊστί δε Εδδεκέλ.
Δαν. 10,5 Εσήκωσα τα μάτια μου και ιδού, είδον ένα άνδρα, ο οποίος εφορούσε λίνον ένδυμα και είχε ζωσμένην την μέσην αυτού με ζώνην κοσμημένην με χρυσίον Ωφάζ.
Δαν. 10,6 Το σώμα του εφαίνετο ωσάν τον πολύτιμον λίθον θαρσίς, το δε πρόσωπόν του είχε την λάμψιν της αστραπής. Τα μάτια του έλαμπαν ωσάν λαμπάδες πυρός, οι βραχίονες του και τα σκέλη του ωσάν στίλβων χαλκός και ο ήχος των λόγων του ήτο ωσάν τον ήχον πολυαρίθμων ανθρώπων.
Δαν. 10,7 Εγώ μόνος ο Δανιήλ είδα αυτήν την οπτασίαν. Οι άνδρες, που ήσαν μαζή μου, δεν είδαν το όραμα, αλλά κατέλαβεν αυτούς μεγάλο δέος και έφυγαν τρομαγμένοι.
Δαν. 10,8 Εγώ απέμεινα μόνος εκεί και είδα την μεγάλην αυτήν οπτασίαν. Εξ αιτίας δε του μεγαλειώδους αυτού οράματος δεν μου έμεινε καμμία δύναμις. ' Ηλλοιώθη και παρεμορφώθη το πρόσωπόν μου. Εχασα την σωματικήν δύναμιν και δεν ηδυνάμην να σταθώ όρθιος.
Δαν. 10,9 Ηκουσα την φωνήν των λόγων του και όταν την ήκουσα, εκυριεύθην από φόβον. Επεσα κάτω με το πρόσωπον στο έδαφος.
Δαν. 10,10 Και ιδού, ένα χέρι με ήγγισε και με εσήκωσε εις τα γόνατά μου
Δαν. 10,11 και μου είπε• “Δανιήλ, άνθρωπε ευγενών και αγίων επιθυμιών, άκου με προσοχήν και προσπάθησε να κατανόησης τα λόγια, τα οποία εγώ θα σου είπω. Στάσου όρθιος, διότι εγώ έχω αποσταλή προς σε εκ μέρους του Θεού”. Οταν μου είπεν αυτόν τον λόγον εσηκώθηκα όρθιος, αλλά και κατατρομαγμένος.
Δαν. 10,12 Εκείνος δέ μου είπε• “μη φοβείσαι, Δανιήλ, διότι από την πρώτην ημέραν, κατά την οποίαν συ παρέδωσες την καρδίαν σου να μάθης την αλήθειαν, να σκληραγωγηθής και να ταλαιπωρηθής ενώπιον Κυρίου του Θεού σου, ηκούσθησαν οι λόγοι σου από τον Θεόν και εγώ ήλθα να δώσω απόκρισιν στους λόγους σου.
Δαν. 10,13 Ο άγγελος, ο άρχων, κατ' εντολήν του Θεού, του βασιλείου των Περσών, είχε σταθή απέναντί μου και επί είκοσι και μίαν ημέραν με ημπόδιζε. Και ιδού, ο Μιχαήλ ένας από τους πρώτους άρχοντας του ουρανού, ήλθε να με βοηθήση. Αφήκα εγώ αυτόν εκεί να αντιμετωπίση τον άρχοντα του βασιλείου των Περσών,
Δαν. 10,14 και ήλθα να σε ενημερώσω, δια να μάθης τι θα συμβούν στον λαόν σου κατά τας τελευταίας ημέρας. Διότι αυτό το όραμα αναφέρεται εις τας ημέρας εκείνας”.
Δαν. 10,15 Οταν εκείνος μου είπεν αυτούς τους λόγους, εγύρισα το πρόσωπόν μου προς την γην και εκυριεύθην από μεγάλην συγκίνησιν.
Δαν. 10,16 Και ιδού, κάποιος, που ομοίαζε με άνθρωπον, ήγγισε τα χείλη μου, ήνοιξα το στόμα μου, ωμίλησα προς αυτόν που ίστατο απέναντί μου και του είπα• “Κυριε, καθώς σε είδα, συνεταράχθη το εσωτερικόν μου και δεν μου απέμεινε πλέον δύναμις.
Δαν. 10,17 Και πως θα ημπορέσω εγώ ο δούλος σου, Κυριε, να ομιλήσω με σε τον Κυριον μου; Διότι από την στιγμήν αυτήν δεν απέμεινε δύναμις εντός μου. Και αυτή η αναπνοή μου έχει κοπή”.
Δαν. 10,18 Εκείνος που ωμοίαζε με άνθρωπον, με ήγγισε πάλιν, με ενίσχυσε
Δαν. 10,19 και μου είπε• “μη φοβείσαι, άνθρωπε των ευγενών και αγίων επιθυμιών. Η ειρήνη ας είναι μαζή σου. Παρε θάρρος και δύναμιν”. Καθώς δε εκείνος ωμίλησεν έτσι προς εμέ, ησθάνθην ότι επήρα δύναμιν και είπα• “ας ομιλήση ο Κυριος μου, διότι συ με ενεδυνάμωσες”.
Δαν. 10,20 Εκείνος είπε• “γνωρίζεις, τάχα, διατί ήλθα προς σέ; Τωρα εγώ θα επιστρέψω να πολεμήσω με τον άρχοντα άγγελον τον εξουσιάζοντα στους Πέρσας. Οταν εγώ έφευγα, ήρχετο ο άγγελος άρχων των Ελλήνων.
Δαν. 10,21 Ηλθα λοιπόν να σου αναγγείλω αυτό, που είναι γραμμένον στο βιβλίον της αληθείας. Δεν υπάρχει κανείς άλλος να με βοηθήση εις τας υποθέσεις αυτάς, ειμή μόνον ο άρχων του ιδικού σας έθνους, ο Αρχάγγελος Μιχαήλ.

ΔΑΝΙΗΛ 11

Δαν. 11,1 Κατά το πρώτον έτος της βασιλείας του Βασιλέως Κυρου απέκτησα εγώ ισχύν και δύναμιν.
Δαν. 11,2 Τωρα θα σου είπω την αλήθειαν δια τα μελλοντικά γεγονότα. Ιδού, τρεις ακόμη βασιλείς θα εγερθούν εις την Περσίαν. Ο τέταρτος θα αποκτήση μεγάλον πλούτον, περισσότερον από όλους τους άλλους. Οταν δε γίνη κύριος του απέραντου αυτού πλούτου, θα στραφή και θα εκστρατεύση εναντίον όλων των ελληνικών βασιλείων.
Δαν. 11,3 Επειτα θα εγερθή άλλος βασιλεύς ισχυρός, θα επεκτείνη την κυριαρχίαν του εις πολλήν έκτασιν και θα κάμνη αυτό, που θέλει.
Δαν. 11,4 Οταν δε θα εδραιωθή πλέον η δύναμις του βασιλείου του, θα καταστραφή και αυτός. Θα διαιρεθή το βασίλειόν του εις τα τέσσαρα σημεία του ορίζοντος, χωρίς όμως και να περιέλθη στους απογόνους του. Δεν θα κυβερνηθούν όμως τα τέσσαρα αυτά βασίλεια, όπως εκείνος τα είχε κυβερνήσει. Διότι το βασίλειόν του εν τω συνόλω πλέον θα εκριζωθή και θα περιέλθη εις άλλους εκτός αυτών.
Δαν. 11,5 Ο βασιλεύς των νοτίων περιοχών θα αποκτήση δύναμιν μεγάλην. Ενας όμως από τους στρατηγούς του θα αναδειχθή ισχυρότερος από αυτόν και θα κυριάρχηση με πολλήν δύναμιν επί του βασιλείου αυτού.
Δαν. 11,6 Επειτα από ολίγα έτη θα έλθουν εις κοινωνίαν γάμου τα δύο αυτά βασίλεια, διότι η θυγάτηρ του προς νότον βασιλέως θα υπανθρευθή τον βασιλέα του βορρά. Ετσι δε θα συναφθή μεταξύ των δύο βασιλείων συνθήκη. Η θυγάτηρ όμως αυτή δεν θα κρατήση την δύναμιν του βασιλείου και ούτε οι απόγονοι του βασιλέως θα σταθούν εις την εξουσίαν. Η ιδία αυτή, οι ακόλουθοί της, η κόρη της και αυτός, ο οποίος θα την υποστηρίζη, θα παραδοθούν κατά τον καιρόν εκείνον εις καταστροφήν.
Δαν. 11,7 Ενας από τους βλαστούς της βασιλικής εκείνης ρίζης θα σταθή με μεγάλην προετοιμασίαν και θα επέλθη με δύναμιν πολλήν, θα εισελθη εις τα φρούρια του βασιλέως του βορρά, θα πολεμήση εναντίον αυτού και θα νικήση.
Δαν. 11,8 Θα διαρπάση και θα φέρη εις την Αίγυπτον τους θεούς εκείνων, τα χωνευτά αυτών αγάλματα, κάθε πολύτιμον αντικείμενον από άργυρον και χρυσόν. Αυτός λοιπόν θα υπερισχύση εναντίον του βασιλέως του βορρά.
Δαν. 11,9 Επειτα ο βασιλεύς του βορρά θα επέλθη εναντίον του νοτίου βασιλείου, εναντίον της Αιγύπτου. Δεν θα ημπορέση όμως να παραμείνη εκεί και θα επανέλθη εις την χώραν του.
Δαν. 11,10 Οι υιοί όμως του βασιλέως του βορρά θα συγκεντρώσουν μεγάλην στρατιωτικήν δύναμιν, η οποία και θα επέλθη εναντίον του νοτίου βασιλείου και θα κατακλύση αυτό. Θα περιέρχεται νικηφόρως την περιοχήν, θα επέρχεται με ορμήν και θα κτυπήση όλην την δύναμιν εκείνου.
Δαν. 11,11 Τοτε ο βασιλεύς των νοτίων περιοχών, ο βασιλεύς της Αιγύπτου, θα εξαγριωθή και θα εξέλθη εις πόλεμον και θα πολεμήση εναντίον του βασιλέως του βορρά. Θα παρατάξη στρατόν πολύν και ο πολύς στρατός του βασιλέως του βορρά θα παραδοθή εις τας χείρας του βασιλέως της Αιγύπτου.
Δαν. 11,12 Θα συλλάβη αιχμάλωτον τον στρατόν εκείνον• θα υπερηφανευθή η καρδία του, θα συντρίψη μυριάδας, αλλά τελικώς δεν θα υπερίσχυση.
Δαν. 11,13 Ο βασιλεύς των βορείων περιοχών θα επιστρέψη εις την χώραν του, θα συγκεντρώση στρατόν πολύν, πολυαριθμότερον από τον πρώτον, και έπειτα από ωριαμένα έτη θα επέλθη κατά της Αιγύπτου, θα εισελθη εις αυτήν με μεγάλην στρατιωτικήν δύναμιν και με πάρα πολλά εφόδια.
Δαν. 11,14 Κατά τον καιρόν εκείνον και πολλοί άλλοι θα επαναστατήσουν εναντίον του βασιλέως της Αιγύπτου. Φαύλοι δε άνθρωποι του λαού σου θα αλαζονευθούν και θα επαναστατήσουν και αυτοί, αλλά θα καταστραφούν και έτσι θα εκπληρωθή η προφητεία.
Δαν. 11,15 Ο βασιλεύς του βορρά θα εισέλθη, θα υψώση προχώματα και προμαχώνας γύρω από τας πόλεις. Θα καταλάβη πόλεις ισχυράς, ενώ αι δυνάμστου βασιλέως του νότου δεν θα ημπορέσουν να αντισταθούν. Θα εγειρθούν βέβαια οι εκλεκτοί του άνδρες κατά τον πόλεμον αυτόν, αλλά και αυτοί δεν θα έχουν την ισχύν της αποτελεσματικής αντιστάσεως.
Δαν. 11,16 Ο βασιλεύς του βορρά θα εισέλθη εις την Αίγυπτον, θα πράττη σύμφωνα με το θέλημά του και δεν θα υπάρχει άνθρωπος, ο οποίος θα ημπορέση να αντισταθή εναντίον του. Θα σταματήση εις την περιοχήν Σαβεί και δια της δυνάμεώς του θα καταστρέψη, αυτήν.
Δαν. 11,17 Θα αποφασίση να εισέλθη με όλην αυτού την βασιλικήν δύναμιν στο βασίλειον της Αιγύπτου, θα συμβιβασθή όμως και θα κάμη ειρήνην με την Αίγυπτον. Θα δώση την θυγατέρα του ως σύζυγον στον βασιλέα της Αιγύπτου, ώστε δια μέσου αυτής να διαβρώση την Αίγυπτον. Εκείνη όμως δεν θα παραμείνη πιστή στον πατέρα της και δεν θα ανήκη εις αυτόν και εις τα σχέδιά του.
Δαν. 11,18 Θα στρέψη τότε την προσοχήν και το βλέμμα του εις τας νήσους, θα κυριεύση πολλάς από αυτάς, τους άρχοντας αυτών ηττημένους και εξευτελισμένους, θα καθαιρέση. Εν τέλει όμως θα ηττηθή και αυτός και ο ονειδισμός, στον οποίον έρριψε τους άλλους θα πέση επάνω του.
Δαν. 11,19 Επειτα θα στρέψη την προσοχήν του εις τας δυνάμεις της χώρας του δια την ασφάλειαν το βασιλείου του. Θα εξασθενήση όμως, θα πέση, θα καταστραφή και δεν θα ευρεθή ο τόπος του.
Δαν. 11,20 Θα εγερθή από την βασιλικήν αυτού ρίζαν ένας, δια να γίνη άρχων και κύριος εις όσα εκείνος ητοίμασεν. Αυτός όμως θα εκτραπή εκμεταλλευόμενος την δόξαν της βασιλείας του. Αλλά κατά τας ημέρας εκείνας θα συντριβή οχι εις πόλεμον αλλά κατ' άλλον τρόπον (δια δολοφονίας με δηλητήριον).
Δαν. 11,21 Θα έλθη άλλος εις την θέσιν του. Αυτός όμως θα είναι εξουδενωμένος και δεν θα αποδώσουν εις αυτόν βασιλικήν δόξαν Εν τούτοις θα έλθη με πλούτον πολύν και δια δολίων τρόπων θα κυριαρχήση επί του βασιλείου του.
Δαν. 11,22 Δυνάμεις στρατιωτικαί, που ως χείμαρρος γεμίζουν τον τόπον, του βασιλέως της Αιγύπτου θα κατακλυσθούν από στρατεύματα του βασιλέως του βορρά και θα συντριβούν. Θα συντριβή δε τότε ο Ιουδαίος αρχιερεύς της περιόδου εκείνης.
Δαν. 11,23 Ο δε από βορρά βασιλεύς έπειτα από τας συνθήκας και τας ειρηνικάς επικοινωνίας με τον εχθρόν του, θα φερθή δολίως. Θα τον επισκεφθή με μικράν δύναμιν και θα κατορθώση να υπερισχύση εναντίον αυτού.
Δαν. 11,24 Θα εισελθη εις ευφόρους και πλουσίας χώρας και θα κάμη πράγματα, τα οποία οι πατέρες του δεν έκαμαν, ούτε οι πατέρες των πατέρων των. Υποκριτικώς φέρομενος θα διασκορπίση εις τας χώρας αυτά λάφυρα και πολύν επισιτισμόν. Σχεδιάζει όμως πονηρά εναντίον της Αιγύπτου. Αυτά δε όλα μέχρις ωρισμένου καιρού.
Δαν. 11,25 Θα εξεγείρη την καρδίαν του και τον στρατόν του προς νότον εναντίον του βασιλέως της Αιγύπτου και θα επέλθη έναντίον αυτού με μεγάλην στρατιωτικήν δύναμιν. Ο βασιλεύς του νότου, δηλαδή της Αιγύπτου, θα συνάψη πόλεμον εναντίον αυτού με μεγάλην δύναμιν, ισχυράν πολύ. Δεν θα ημπορέσουν όμως αυτός και τα στρατεύματά του να αντισταθούν παρ' όλα τα σχέδιά των που εσκέφθησαν εναντίον αυτού.
Δαν. 11,26 Θα καταφάγουν τας προμηθείας αυτού, θα τον συντρίψουν, θα δι ασκορπίσουν τας στρατιωτιικάς του δυνάμεις και τότε θα πέσουν πολλοί νεκροί.
Δαν. 11,27 Οι δύο αυτοί βασιλείς, με δολίας και πονηράς τας καρδίας αυτών, θα παρακαθήσουν εις μίαν υποκριτικήν τράπεζαν, με την πονηράν διάθεσιν να εξαπατήση ο ενας τον άλλον. Κανείς όμως από αυτούς δεν θα ευοδωθή εις τα σχέδιά του και τα έργα του, διότι και στους δύο εδόθη προθεσμία χρόνου.
Δαν. 11,28 Θα επανέλθη τότε ο βασιλεύς του βορρά εις την χώραν του με πολύν πλούτον. Η καρδία του όμως θα μελετά πονηρά σχέδια εναντίον του λαού και της αγίας Διαθήκης. Θα πραγματοποιήση τα πονηρά του σχέδια και έπειτα θα συνεχίση την πορείαν του δια την χώραν του.
Δαν. 11,29 Μετά πάροδον καιρού θα στραφή πάλιν προς νότον εναντίον της Αιγύπτου. Δεν θα είναι όμως η εκστρατεία του αυτή επιτυχής, όπως η πρώτη και η δευτέρα.
Δαν. 11,30 Θα επέλθουν εναντίον αυτού Κυπριοι και Ρωμαίοι στρατιώται, από τους οποίους και θα ταπεινωθή. Θα καταληφθή από θυμόν και θα στραφή πάλιν εναντίον της αγίας Διαθήκης. Θα διαπράξη ανοσιουργήματα, θα αναχωρήση επιστρέφων προς την πατρίδα του και θα σκέπτεται συνεχώς, πως να προσεταιρισθή τους Ιουδαίους εκείνους, οι οποίοι παρέβησαν την αγίαν Διαθήκην.
Δαν. 11,31 Θα αφήση δε εκεί υπόλοιπα των στρατευμάτων του, τα οποία θα βεβηλώσουν τον ιερόν ναόν, την ιεράν αυτήν και ηθικήν ακρόπολιν των Ιουδαίων, θα θέσουν τέρμα εις τας καθημερινάς θυσίας και εις την έρημον από Ιουδαίους πόλιν θα στήσουν βδελυρά είδωλα.
Δαν. 11,32 Οι δε αποστάται Ιουδαίοι θα προτείνουν δολίαν συμφωνίαν. Ο λαός όμως, ο οποίος γνωρίζει και πιστεύει στον Θεόν του, θα υπερισχύση και θα πράξη ο,τι πρέπει.
Δαν. 11,33 Οι κατά Θεόν συνετοί εκ του λαού, οι ευλαβούμενοι τον Κυριον, θα δοκιμάσουν πολλάς περιπετείας. Θα πέσουν δια πυρός και σιδήρου, θα οδηγηθούν αιχμάλωτοι, θα διαρπαγούν τα υπάρχοντά των. Τούτο δε επί διάστημα ωρισμένου καιρού.
Δαν. 11,34 Οταν περιέλθουν εις αδυναμίαν, θα πάρουν κάποιαν μιικράν βοήθειαν, αλλά και πολλοί θα προστεθούν με το μέρος των δολίως και υποκριτικώς.
Δαν. 11,35 Μερικοί και από αυτούς ακόμη τους συνετούς άρχοντας θα κλονισθούν, δια να καθαρισθούν τρόπον τινά δια του πυρός, ώστε ο Κυριος να εκλέξη τους πράγματι αξίους του. Θα αποκαλυφθούν δε εξ άλλου οι ανάξιοι. Και ταύτα μέχρις ότου έλθη ο καιρός του τέλους. Διότι ο καιρός αυτός έχει ήδη καθορισθή.
Δαν. 11,36 Ο ασεβής αυτός βασιλεύς θα πράττη πάντοτε σύμφωνα με το αμαρτωλόν και εγωϊστικόν αυτού θέλημα. Θα υψωθή, θα αλαζονευθή εναντίον παντός θεού, θα ομιλή αλαζονικώς. Θα ευοδώνωνται όμως αι επιχειρήσστου, μέχρις ότου εκσπάση εναντίον του και ολοκληρωθή κατ' αυτού η θεία οργή. Διότι όλα αυτά κατευθύνονται στο προκαθωρισμένον τέρμα.
Δαν. 11,37 Προς κανένα από τους θεούς των προγόνων του δεν θα δείξη σεβασμόν. Αδιάφορος θα μένη και προς τας γυναίκας. Κανένα θεόν δεν θα σέβεται, διότι αυτός θα θελήση να υψώση τον εαυτόν του πάρα πάνω από όλους τους θεούς και ανθρώπους.
Δαν. 11,38 Θα σεβσασθή μόνον τον θεόν Μαωζείν, θεόν του πολέμου, στον ναόν του. Θεόν, τον ποίον δεν εγνώρισαν οι πρόγονοί του. Αυτόν θα τον τιμήση με χρυσόν και άργυρον και πολυτίμους λίθους με ζηλευτά πολύτιμα δώρα.
Δαν. 11,39 Με την βοήθειαν, όπως νομίζει, του ξένου αυτού θεού του πολέμου θα οικοδομήση οχυρώματα απόρθητα δια τας στρατιωτικάς φρουράς του. Με τας κατακτήσστου θα αποκτήση πολλήν δόξαν, θα έχη πολλούς συνεργάτας, στους οποίους θα παραχωρήση χώρας και θα διανείμη δώρα.
Δαν. 11,40 Οταν όμως έλθη το πέρας των καθωρισμένων καιρών, θα συγκρουσθή με τον βασιλέα του νότου, της Αιγύπτου. Ο βασιλεύς το βορρά θα επέλθη εναντίον του βασιλέως του νότου, του Φαραώ της Αιγύπτου, με άρματα και ιππείς, με πολύ ναυτικόν. Θα εισέλθη εις την χώραν του Φαραώ, εις την Αίγυπτον, θα συντρίψη αυτήν και θα περάση δια μέσου αυτής.
Δαν. 11,41 Θα εισέλθη εις την χώραν Σαβεί, (την Παλαισινην), θα πέσουν εν στόματι μαχαίρας πολλοί. Εκείναι αι χώραι αι οποίαι θα διασωθούν από τα χέρια του, θα είναι η Ιδουμαία, η χώρα Μωάβ και η σπουδεοτέρα περιοχή της χώρας των Αμμωνιτών.
Δαν. 11,42 Θα απλώση την κυριαρχίαν του και εις άλλας περιοχάς. Η χώρα της Αγύπτου δεν θα γλυτώση από αυτόν.
Δαν. 11,43 Θα γίνη κύριος κρυμμένων θησαυρών χρυσού και αργύρου και παντός άλλου πολυτίμου αντικειμένου της Αιγύπτου, των Λιβύων και Αιθιόπων, θησαυρών που είχαν αποκρυβή εις φρούρια.
Δαν. 11,44 Δυσμενείς όμως επείγουσαι πληροφορίαι από τας ανατολικάς και βορείους περιοχάς θα τον ταράξουν. Θα επέλθη εναντίον αυτών με θυμόν πολύν, δια να εξαφανίση τους εχθρούς αυτούς, να τους παραδώση στο ανάθεμα και τον όλεθρον.
Δαν. 11,45 Θα στήση το ανάκτορόν του αναμέσον των δύο θαλασσών, της Μεσογείου και της Νεκράς Θαλάσσης, στο ένδοξον άγιον όρος. Τοτε όμως θα φθάση το τέλος του και δεν θα ευρεθή κανείς να τον γλυτώση.

ΔΑΝΙΗΛ 12

Δαν. 12,1 Κατά τον καιρόν εκείνον θα εγερθή ο αρχάγγελος Μιχαήλ, ο οποίος στέκεται προστάτης των υιών του ιουδαϊκού λαού σου. Θα είναι τότε περίοδος θλίψεως, μεγάλης θλίψεως, ομοία της οποίας δεν έγινεν από της εποχής που υπήρξαν άνθρωποι και έθνη επί της γης, έως την εποχήν εκείνην. Κατά την περίοδον όμως της μεγάλης αυτής θλίψεως θα σωθούν από τον λαόν σου αυτοί, που είναι γραμμένοι στο βιβλίον της ζωής.
Δαν. 12,2 Πολλοί από εκείνους, που έχουν κοιμηθή και ευρίσκονται στον τάφον, θα αναστηθούν, άλλοι μεν εις ζωήν αιώνιον, άλλοι δε εις καταισχύνην αιώνιον.
Δαν. 12,3 Οσοι εμελέτησαν, ενόησαν και ετήρησαν τον νόμον του Κυρίου, θα λάμψουν με τέτοιαν λαμπρότητα, ωσάν την λαμπρότητα του ουρανού. Και πολλοί από τους δικαίους θα λάμψουν, όπως οι αστέρες στους αιώνας των αιώνων.
Δαν. 12,4 Και συ, Δανιήλ, κλείσε αυτούς τους λόγους, σφράγισε το βιβλίον μέχρι του τέλους του καθωρισμένου καιρού. Τοτε ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων θα διδαχθή και θα αυξηθή έτσι η γνώσις του θείου θελήματος”.
Δαν. 12,5 Εγώ ο Δανιήλ είδον και ιδού δύο άλλοι άνδρες είχαν σταθή όρθιοι, ο ένας εις την μίαν όχθην του ποταμού ο δε άλλος εις την άλλην όχθην.
Δαν. 12,6 Ενας από αυτούς είπεν στον άνδρα, ο οποίος εφορούσε ένδυμα λίνον και ήτο επάνω από το νερό του ποταμού• “πότε θα έλθη το τέρμα των θαυμασίων αυτών πραγμάτων, τα οποία είπες;”
Δαν. 12,7 Ηκουσα τον άνδρα τον ενδεδυμένον το πολύτιμον λινούν ένδυμα, ο οποίος ήτο επάνω από το ύδωρ του ποταμού. Αυτός αφού ύψωσε την δεξιάν του και την αριστεράν του χείρα στον ουρανόν και ωρκίσθη στον αιωνίως ζώντα Κυριον, είπε• “κατά το έτος των ετών και κατά το ήμισυ ακόμη του έτους, εις 3.5 έτη, όταν θα ολακληρωθή και θα λάβη τέρμα ο διασκορπισμός του λαού του Θεού, τότε θα μάθουν και θα εννοήσουν την αλήθειαν όλων αυτών των προφητειών”.
Δαν. 12,8 Εγώ ήκουσα αυτά αλλά δεν τα ενόησα και ηρώτησα• “Κυριε, πότε θα έλθη το τέλος αυτών των πραγμάτων;”
Δαν. 12,9 Και μου απήντησεν• “ελά, Δανιήλ, πάψε να ερωτάς. Οι λόγοι αυτοί είναι κλεισμένοι και σφραγισμένοι, έως ότου έλθη το τέλος του καθωρισμένου καιρού.
Δαν. 12,10 Οι δίκαιοι θα αναδειχθούν, θα λευκανθούν δια των θλίψεων, θα καθαρισθούν ως δια πυρός, θα αγνισθούν πολλοί. Οι παράνομοι όμως θα εκτραπούν εις περισσοτέρας και μεγαλυτέρας ανομίας. Ολοι οι ασεβείς δεν θα εννοήσουν τίποτε, από όσα έχουν προφητευθή. Οι ευσεβείς όμως θα εννοήσουν καλώς τα πάντα.
Δαν. 12,11 Από της ημέρας, κατά την οποίαν θα καταργηθή η καθημερινή θυσία του ναού και θα στηθή το ειδωλολατρικόν βδέλυγμα εις την ερημωμένην πόλιν, θα περάσουν χίλιαι διακόσιαι ενενήκοντα ημέραι δοκιμασίας του λαού.
Δαν. 12,12 Ευτυχής θα είναι εκείνος, ο οποίος θα υπαμείνη και θα φθάση στο τέλος των χιλίων τριακοσίων τριάκοντα πέντε ημερών.
Δαν. 12,13 Συ δέ, Δανιήλ, πήγαινε και αναπαύσου. Υπολείπονται ακόμη ημέραι και έτη εις σαμπλήρωσινν του χρόνου της συντελείας. Τοτε θα αναστηθής και συ εις την ένδοξον κληρονομίαν σου κατά την συντέλειαν των καιρών.(...).

Νεοελληνική απόδοση: Ι. Θ. Κολιτσάρας.