21/12/13 23:24 - Τι να ήσαν άραγε αυτοί οι σοφιστές;

 

Τι να ήσαν άραγε αυτοί οι σοφιστές;

«Αν η τρέχουσα σημερινή σημασία της λέξης «σοφιστής» είναι κυρίως αρνητική και χαρακτηρίζει κατά κανόνα εκείνον που περίτεχνα ή απατηλά λεπτολογεί στην επιχειρηματολογία του για να «νικήσει» τον συνομιλητή του, αυτό οφείλεται στην κυριαρχική βαρύτητα που απέκτησε στην πολιτιστική μας παράδοση η αντισοφιστική πολεμική, που άσκησαν με τόσο πάθος ο Σωκράτης και ο Πλάτων. Στην πραγματικότητα, ο όρος σοφιστής στην αρχή σήμαινε «σοφός, ικανός, αρμόδιος» και με την έννοια αυτή τον χρησιμοποιούσαν εκείνοι που τον απέδιδαν στον εαυτό τους». 

ΣΟΦΙΣΤΕΣ
Αρχικά το όνομα σοφιστής(*) δινόταν από τους Έλληνες σε όλους εκείνους που γνώριζαν κάποια τέχνη ή θεωρία και μπορούσαν με τη διδασκαλία τους να την μεταδώσουν σε άλλους. Κατά το τέλος όμως του 5ου αιώνα π.Χ., η λέξη πήρε διαφορετική έννοια και σήμαινε τους ανθρώπους που ταξίδευαν στις διάφορες πόλεις της Ελλάδας και δίδασκαν όσα γνώριζαν εισπράττοντας χρήματα. Επειδή όμως έκαναν τον πλανόδιο δάσκαλο και πληρώνονταν γι’ αυτό, δυσφημίστηκαν και θεωρήθηκαν έμποροι της μόρφωσης. Γι' αυτό και ο Αριστοτέλης λέει: «Η σοφιστική είναι φαινομενική και όχι πραγματική σοφία. Κι ο σοφιστής είναι άνθρωπος που προσπαθεί να κερδίζει χρήματα με την εκμετάλλευση της φαινομενικής σοφίας του». Ωστόσο, χάρη στους σοφιστές εκλαϊκεύτηκε το ενδιαφέρον για τη γνώση, που έως τότε περιοριζόταν σε στενούς κύκλους, και διαπλάστηκε ιδιαίτερα η ευγλωττία. Γιατί ήταν οι πρώτοι που έκαναν το ύφος της ομιλίας αντικείμενο μελέτης και θέσπισαν σοβαρές έρευνες για την τέχνη της ρητορικής έκφρασης. Η διδασκαλία τους είχε κύριο σκοπό να δώσει στους μαθητές ευστροφία στη χρήση της ομιλίας, ώστε να μπορέσουν να πάρουν μέρος στη δημοσία ζωή. Ωστόσο, η έκφραση έφτασε να μένει τελικά το πιο σημαντικό πράγμα, ενώ η θετική γνώση έπαιρνε δευτερεύουσα σημασία. Μερικοί μάλιστα ξεκινούσαν από τη θέση πως αρετή και γνώση δεν ήταν παρά υποκειμενικές αντιλήψεις. Ο Πρωταγόρας από τα Άβδηρα, που εμφανίστηκε περίπου το 445 π.Χ., λέγεται πως ήταν ο πρώτος σοφιστής. Μετά απ’ αυτόν, πιο σημαντικοί υπήρξαν ο Γοργίας, ο Πρόδικος, ο Ιππίας ο Ηλείος, ο Αντιφών, ο Θρασύμαχος. Οι διδασκαλίες των σοφιστών είχαν στηριχθεί σε αντιλήψεις που είχαν αναπτύξει ο Ηράκλειτος, ο Παρμενίδης, ο Ζήνωνας ο Ελεάτης, ο Εμπεδοκλής και ο Αναξαγόρας. Επειδή υπήρχαν διαφωνίες γύρω από τα φιλοσοφικά συστήματα, οι σοφιστές είχαν καταλήξει στο συμπέρασμα πως τίποτα δεν μπορεί να θεωρηθεί οριστικά σαν ψεύτικο ή αληθινό. Κάθε άνθρωπος σχηματίζει μια υποκειμενική αντίληψη για την αλήθεια και το ψέμα. Είναι φανερό λοιπόν πως με τους σοφιστές εγκαταλείπεται η αντικειμενική έρευνα των δεδομένων της πραγματικότητας και θέμα των αναζητήσεων της φιλοσοφίας είναι η υποκειμενική διαδικασία της λογικής διανοήσεως. Έτσι γίνεται η στροφή από την αντικειμενικότητα προς την ενεργητικότητα του υποκειμένου. Οι σοφιστές, αντίθετα προς τους προσωκρακτικούς φιλοσόφους, που είχαν ως θέμα των ερευνών τους τη φυσική πραγματικότητα, ασχολήθηκαν με το ανθρώπινο υποκείμενο και με τις εκδηλώσεις της δημιουργικότητάς του. Έτσι έγινε η στροφή από την αντικειμενικότητα στην ενεργητικότητα του υποκειμένου. Η υποκειμενική βάση της φιλοσοφίας τους είχε επακόλουθο να καταλήξουν στο συμπέρασμα πως και ο κοινωνικός, πολιτικός και πολιτιστικός βίος και η θρησκεία είναι δημιουργήματα της ανθρώπινης δραστηριότητας και επινοητικότητας για τη βελτίωση των ορών της ζωής. Αυτό τους έφερε σε πλήρη αντίθεση με τις παραδόσεις του ελληνικού λαού, που θεωρούσε την κοινωνική ζωή θεσμό καθιερωμένο από τους θεούς, και που απέδιδε στη θρησκεία οντολογικό περιεχόμενο. Είναι λοιπόν φυσικό η περιφρόνηση των πατροπαράδοτων θρησκευτικών και πολιτικών θεσμών να κάνει τους συντηρητικούς κύκλους να θεωρούν τους σοφιστές επικίνδυνους απατεώνες και να δημιουργηθεί μεγάλη αντίδραση εναντίον τους. Ωστόσο, στην εποχή τους, όπου κι αν εμφανίζονταν, ιδιαίτερα στην Αθήνα, γίνονταν δεκτοί με μεγάλο ενθουσιασμό και πολλοί συγκεντρώνονταν για να τους ακούσουν. Ακόμα και άνδρες σαν τον Περικλή, τον Ευριπίδη και το Σωκράτη επιζητούσαν τη συντροφιά τους και ο Σωκράτης τους χρωστούσε πολλά για τη διαμόρφωση της δικής του πρακτικής φιλοσοφίας, αν και από την άλλη πλευρά τους έκανε συνεχείς επιθέσεις για τις βασικές αρχές της δημόσιας διδασκαλίας τους. Η περίοδος της πρώτης σοφιστείας άρχισε από τα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ. και τελείωσε κατά τα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ. Τελείωσε γιατί η γενεά που τους διαδέχθηκε στράφηκε προς την ειδικευμένη σπουδή και άσκηση της ρητορικής. Με την αναβίωση της ελληνικής ρητορικής, από τις αρχές περίπου του 2ου αιώνα μ.Χ., το όνομα των σοφιστών ξαναήρθε στην επιφάνεια. Τότε σοφιστές ονομάζονταν κυρίως οι επαγγελματίες ρήτορες, που εμφανίζονταν στο κοινό με πομπώδη τρόπο και έβγαζαν λόγους προετοιμασμένους ή αυτοσχέδιους. Όπως οι πρώτοι σοφιστές, έτσι κι αυτοί της λεγόμενης δευτέρας σοφιστείας, τριγύριζαν συνήθως σε διάφορα μέρη, και όπου πήγαιναν γίνονταν δεκτοί με ενθουσιασμό και με διακρίσεις, ακόμα και από τους Ρωμαίους αυτοκράτορες. Ο Δίων ο Χρυσόστομος, ο Ηρώδης ο Αττικός, ο ρήτορας Αίλιος Αριστείδης, ο Λουκιανός και ο Φιλόστρατος ο Πρεσβύτερος, ανήκουν σ' αυτή τη σχολή της δευτέρας σοφιστείας, που κράτησε περίπου ολόκληρο το 2ο αιώνα μ.Χ. Η ομάδα αυτή, εκτός από τη ρητορική, ασχολήθηκε και με τη διάδοση της παιδείας με την έννοια της γενικής μορφώσεως, που στηρίζεται στη σπουδή των μεγάλων συγγραφέων της κλασικής περιόδου. Η νεότερη έρευνα, χωρίς να αρνείται τη διαλυτική επίδραση των σοφιστών πάνω στην αρχαία κοινωνία, αναγνωρίζει πως προσέφεραν θετική συμβολή για τη μελέτη του προβλήματος της παιδείας.

Τι γράφουν άλλοι για τους σοφιστές

Με τον όρο αυτό νοούνται εξέχουσες προσωπικότητες της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας και σκέψης (οι περισσότεροι έζησαν τον 5o αι. π.Χ.), οι οποίες συνιστούν ένα πολυσύνθετο και αρκετά ποικίλων αποχρώσεων πολιτιστικό κίνημα, μεγάλης ιστορικής σημασίας.
Αν η τρέχουσα σημερινή σημασία της λέξης «σοφιστής» είναι κυρίως αρνητική και χαρακτηρίζει κατά κανόνα εκείνον που περίτεχνα ή απατηλά λεπτολογεί στην επιχειρηματολογία του για να «νικήσει» τον συνομιλητή του, αυτό οφείλεται στην κυριαρχική βαρύτητα που απέκτησε στην πολιτιστική μας παράδοση η αντισοφιστική πολεμική, που άσκησαν με τόσο πάθος ο Σωκράτης και ο Πλάτων. Στην πραγματικότητα, ο όρος σοφιστής στην αρχή σήμαινε «σοφός, ικανός, αρμόδιος» και με την έννοια αυτή τον χρησιμοποιούσαν εκείνοι που τον απέδιδαν στον εαυτό τους.
Οι αρχές του κινήματος των σ. συνδέονται στενά με το μεγάλο εκείνο πολιτικό και κοινωνικό κίνημα, που σχεδόν σε όλη την Ελλάδα και στις αποικίες (εκτός από τις δωρικές και τις σπαρτιατικές περιοχές) έφερε στην εξουσία δημοκρατικά καθεστώτα και άνοιξε έναν μεγάλο δρόμο ανανέωσης σε όλα τα πεδία (ακόμα και στη γνώση) και ριζοσπαστικής κριτικής όλης της παράδοσης και της ίδιας της έννοιας της εξουσίας: απ’ εδώ προέρχεται ο συχνός παραλληλισμός της εποχής των σ. με την εποχή του διαφωτισμού των νεότερων χρόνων.
Η νέα κατάσταση απαιτούσε νέο τρόπο σκέψης και –όπως έλεγαν οι αρχαίοι Έλληνες– νέα «αρετή», με την τυπική έννοια της «ικανότητας» και «επιτηδειότητας», που μπορούσαν να αποκτήσουν όλοι, αν έπαιρναν την κατάλληλη μόρφωση. Συγχρόνως, εφόσον η ελληνική δημοκρατία της εποχής εκείνης ήταν άμεση και όχι αντιπροσωπευτική, όλοι είχαν τη δυνατότητα να μετέχουν άμεσα στις δημόσιες αποφάσεις, γεγονός που είχε ως συνέπεια ότι καθένας μπορούσε να επιβάλει τη γνώμη του, στηριζόμενος μόνο στην πειστικότητα των λόγων με τους οποίους την υποστήριζε.
Οι σ., παρουσιαζόμενοι ταυτόχρονα ως δάσκαλοι της αρετής και ως δάσκαλοι ρητορικών λόγων, είναι οι πιστοί ερμηνευτές της εποχής τους. Και αυτό είναι το κοινό χαρακτηριστικό όλων των σημαντικότερων εκπρόσωπων του κινήματος αυτού, παρά την ποικιλία των ιδιαίτερων θέσεών τους: του Πρωταγόρα από τα Άβδηρα, του Γοργία του Λεοντίνου, του Πρόδικου από την Κέα, του Ιππία του Ηλείου, του Αντιφώντα (480-411) κλπ. Γύρω από το διπλό αυτό κριτήριο αναπτύχθηκαν οι διάφορες ξεχωριστές θεωρίες, με τις οποίες οι σ. ήθελαν να το ολοκληρώσουν: ο γνωσεολογικός υποκειμενισμός, ο ηθικός σχετικισμός, η υποτίμηση των μεγάλων φυσιοκρατικών υποθέσεων, το κυριαρχικό ενδιαφέρον για τα ανθρώπινα ζητήματα, η αντιπαράθεση εκείνου που υπάρχει από τη φύση προς εκείνο που υπάρχει μόνο κατά σύμβαση, οι διάφορες ρητορικές, γλωσσολογικές και διαλεκτικές θεωρίες.
Αυτό εξηγεί πως μεταξύ των επίγονων του κινήματος αυτού (της λεγόμενης «δεύτερης γενεάς των σ.») ακριβώς τα ηθικοπολιτικά και ρητορικοδιαλεκτικά προβλήματα απέκτησαν τις ριζικές εκείνες διατυπώσεις και τις παράδοξες εκείνες λύσεις που ιστορικά δικαιολογούν την οξύτατη πολεμική και τη δριμύτατη ειρωνεία του Πλάτωνα: όπως π.χ. ο αμοραλισμός ενός Θρασύμαχου και ενός Καλλικλή ή η ακροβατική επιχειρηματολογία ενός Ευθύδημου ή ενός Διονυσιόδωρου.
Από το κίνημα αυτό πρέπει να ξεχωρίσουμε καθαρά το κίνημα της λεγόμενης «δεύτερης σοφιστικής», που ήταν κυρίως ρητορικολογοτεχνικό και η ακμή του κράτησε από τον 2o έως τον 4o αι. μ.Χ. και του οποίου κορυφαίος εκπρόσωπος είναι ο Λουκιανός.

(*) σοφιστής
ο, ΝΑ, θηλ. σοφίστρια Α· 1. (στην κλασ. αρχαιότητα) δάσκαλος με ευρεία παιδεία που συνήθως περιόδευε στον ελληνόφωνο κόσμο προσφέροντας τις γνώσεις του και διδάσκοντας έναντι αμοιβής ανώτερα μαθήματα γραμματικής, φυσικών επιστημών, ποίησης, ιστορίας, μουσικής, φιλοσοφίας και ιδίως ρητορικής και τής τέχνης τού λόγου, όπως ήταν ο Πρόδικος, ο Γοργίας, ο Πρωταγόρας κ.ά. («τὴν σοφίαν τοὺς ἀργυρίου τῷ βουλομένῳ πωλοῡντας σοφιστὰς αποκαλοῡσι», Ξεν.)· 2. (στους μετέπειτα χρόνους) επαγγελματίας δάσκαλος που δεν είχε τις απαιτούμενες γνώσεις και δεν αναζητούσε την αλήθεια, αλλά με την ευγλωττία του προσήλκυε μαθητές και τους δίδασκε το νικάν εν λόγοις μετερχόμενοι ακόμη και ανέντιμα μέσα (α. «ὁ σοφιστὴς ἐπαινῶν ἃ πωλεῑ ἐξαπατήσει ὑμᾱς», Πλάτ.· β. «ἔστι γὰρ ὁ σοφιστὴς χρηματιστὴς ἀπὸ φαινομένης σοφίας, ἀλλ' οὐκ οὔσης», Αριστοτ.)· 3. (συνεκδ.) αυτός που εξαπατά με λόγια, που πλανεύει με λόγια, απατεώνας, κατεργάρης («γόητα καὶ σοφιστήν», Αριστοφ.)· || (νεοελλ.) αυτός που προβάλλει σοφιστικά επιχειρήματα, που χρησιμοποιεί σοφιστικούς συλλογισμούς· || (αρχ.) 1. αυτός που κατέχει τη σοφία ή ξέρει καλά την τέχνη του, ικανός, έμπειρος, καλά εξασκημένος σε κάτι· 2. ο δημιουργός τού σύμπαντος («πάνυ θαυμαστον λέγεις σοφιστήν», Πλάτ.)· 3. (σχετικά με ζητήματα τού καθημερινού βίου) συνετός, γνωστικός, μυαλωμένος· 4. αυτός που διαπρέπει στη φιλοσοφία, που εισηγείται ή συμπληρώνει μια φιλοσοφική θεωρία, δάσκαλος τής φιλοσοφίας ή μιας επιστήμης («Σωκράτην μὲν τὸν σοφιστὴν ἀπεκτείνατε», Αισχίν.)· 5. (στους χρόνους τής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας) α) ρητοροδιδάσκαλος, ρήτορας· β) πεζογράφος· 6. τιμητικό επίθετο σε επιταφίους· 7. καθένας από τους βραχμάνους δασκάλους τής θεολογικής φιλοσοφίας· 8. (φρ.) α) «σοφιστὴς πημάτων»· εφευρέτης, επινοητής δυστυχιών και συμφορών· β) «οἱ ἑπτὰ σοφισταί»· οι επτά σοφοί («Σόλων τῶν ἑπτὰ σοφιστών ἐκλώθη», Ισοκρ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < σοφίζομαι. Για τη σημ. τής λ. βλ. λ. σοφίζομαι].

ΠΗΓΕΣ: Ιστορικό και Δημοσιογραφικό Αρχείο του γράφοντος, Βικιπαίδεια, Εγκυκλοπαίδεια Δομή, Εγκυκλοπαίδεια Μαλλιάρης παιδεία, Πάπυρος: Μέγα Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας.