27/12/13 3:38 - Μια βραδιά με τη Μαντόνα!..

Μια βραδιά με τη Μαντόνα!..

Ένα ξεκαρδιστικό χιουμοριστικό επεισόδιο, που συνέβη πριν μερικά χρόνια σε ένα ξενοδοχείο στον Πλαταμώνα, όπου η αθωότητα, αλλά και η αδολία, πολλές φορές, πέφτουν θύμα διαφόρων περίεργων και ιδιόρρυθμων ανθρώπων, οι οποίοι, εσκεμμένα ή όχι, με την συμπεριφορά τους γίνονται πρωταγωνιστές ακόμη και των πιο ευφάνταστων σεναρίων, που αναζητούν να γράψουν οι χρονογράφοι και οι ευθυμογράφοι  σαν κι αυτό που θα σας διηγηθώ!.. Είπαμε: Το γέλιο είναι το οξυγόνο της ζωής του ανθρώπου!...

ΠΑΝΕ μερικά χρόνια!. Ο γράφων ήθελε να παρουσιάσει ένα βιβλίο του στη Θεσσαλονίκη, αλλά επειδή είχε στη διάθεσή του ελεύθερη μία ολόκληρη ημέρα για την παρουσίαση και εκμεταλλευόμενος το εκπληκτικό τοπίο στην περιοχή του Πλαταμώνα, είπε να ξαποστάσει για ένα βράδυ σ’ ένα ξενοδοχείο.
Για να μιλάμε σε πρώτο ενικό πρόσωπο, έκλεισα δωμάτιο και όπως πάντα καθόμουν σε ένα μέρος με μαγευτική θέα. Παρήγγειλα το καφεδάκι μου και απολάμβανα το υπόλοιπο της ημέρας μου βλέποντας τα αποδημητικά πουλιά να πετούνε και όσα ήσαν χαμηλά να κελαηδούν σαν μια επίγεια συναυλία.
Κάποια στιγμή ήρθε ο άνθρωπος της αίθουσας υποδοχής πελατών, της ρεσεψιόν, όπως λέμε, ένας νεαρός κύριος, και με υπερβολική ευγένεια με ρώτησε τι θα προτιμούσα να φάω το βράδυ. Θυμήθηκα κι εγώ τον Διονύση Παπαγιαννόπουλο στη γνωστή κινηματογραφική ατάκα και, για να κάνω το σχετικό μου χιούμορ, αράδιασα … όλα τα ψάρια που βγάζει η παραλία, όλα τα κρεατικά που παράγει η Πιερία και όλα τα ζυμαρικά που παράγει η Βιομηχανία ζυμαρικών “Μέλισσα”! Άρχισε να γελάει ο άνθρωπος και με ρώτησε:
--Θα τα φάτε όλα αυτά τα πράγματα;
--Καλά, του είπα γελώντας, αν δεν φθάσουν παραγγέλλουμε και μερικά κοτόπουλα ακόμη, έτσι για κολατσιό!.. Πώς σε λένε;
--Γιώργο; Εσείς;
--Άγγελο!.. Ας μιλάμε στον ενικό!
--Προϊόντος του χρόνου θα έρθει κι αυτός!
--Ποιος, ο ενικός;
Σκάει για δεύτερη φορά στα γέλια και μου λέει:
--Σήμερα, κύριε Άγγελε, πέσατε στην πιο ωραία ημέρα!
--Πράγματι, παρά το γεγονός ότι έχουμε φθινόπωρο, έχουμε μια καταπληκτική καλοκαιρία!
--Όχι, δεν το λέω, γι’ αυτό…
--Αλλά;
--Σήμερα φιλοξενούμε στο ξενοδοχείο μας την πιο διάσημη τραγουδίστρια το κόσμου;
--Ποια; Τη Ραφαέλλα Καρά;
-- Ποια Ραφαέλλα Καρά; Τη Μαντόνα!
--Την … Μαντόνα; Την διάσημη Αμερικανίδα τραγουδίστρια, που δηλώνει στιχουργός, μουσικός, παραγωγός, χορεύτρια, ηθοποιός, συγγραφέας, επιχειρηματίας, ακτιβίστρια και σκηνοθέτης;
--Αυτή!
--Η Βασίλισσα της Ποπ Μουσικής;
--Αυτή!.. Και θα καθίσει όλη τη νύχτα στο ξενοδοχείο μας! Το τι χαρές κάνει το αφεντικό δεν λέγεται!.. Θα κάνουμε κι εμείς μια βραδιά με τη Μαντόνα!!... Τι χαρά κι αυτή!!!..
-- Και πώς έγινε αυτό;
--Δίπλα στο δωμάτιο που είστε εσείς, μένει ένας κύριος με πολλά λεφτά και έφερε σήμερα για συνοδεία τη Μαντόνα «ινκόγκνιτο» !
--Τι μου λες, βρε παιδί μου; Και γι’ αυτό δεν είπαν τίποτα τα κανάλια;
--Γι’ αυτό!.. Από το πρωί μας έχει τρελάνει με τις παραγγελίες, αλλά έρχεται ο ίδιος και παίρνει τα ποτά!.. Εγώ ακόμη τη Μαντόνα δεν την έχω δει. Παρέλαβα από τον πρωϊνό συνάδελφο την ρεσεψιόν πριν τρεις ώρες και περιμένω να βγει να τη δω!.. Επτά παραγγελίες έχει κάνει μέχρι τώρα!.. Και οι επτά ολόκληρα μπουκάλια ουίσκι με παγάκια και ξηρούς καρπούς!.. Τίποτε άλλο!.. Πολλά λεφτά, σας λέω!... Ωχ! Ακούω την πόρτα να τρίζει!.. Θα θέλει πάλι παραγγελία!

Εκείνη την ώρα βγαίνει ένας κύριος, που δεν μου φάνηκε και τόσο παραλής, παρά μονάχα για λαϊκός τύπος, με βαμμένο μαλλί και γραβάτα ριγμένη στον ώμο!
--Γιώργο, λέει με την τραχιά φωνή του, που μύριζε ουίσκι από δέκα χιλιόμετρα μακριά, έρχεσαι να βοηθήσεις λίγο να σπρώξουμε τη Μαντόνα;
--Τι εννοείτε, κύριε Μαθιέ, «να σπρώξουμε τη Μαντόνα»;
--Τι σημαίνει να τη σπρώξουμε; Ελληνικά δεν γνωρίζεις; Να την αναγκάσουμε να πάρει μπρος η φωνή της!.. Δεν το λαλάει με τίποτα το τραγούδι!.. Ξέρεις, θέλω ν’ ακούσω το "Everybody" ή το "Burning Up", που άκουγα σαν ναυτικός στα λιμάνια, και δεν μου τραγουδάει!..
--Κι εγώ τι θέλετε να κάνω γι’ αυτό, κύριε Μαθιέ; Θα έχει ακεφιές η κοπέλα!..
--Τι ακεφιές, μου λες τώρα, βρε Γιώργο, έδωσα τόσα λεφτά για να την πάρω και τώρα δεν θα μου πει τα τραγούδια που θέλω; Θα την πετάξω κάτω απ’ το παράθυρο αν δεν μου τραγουδήσει! Και σ’ αυτό την ευθύνη θα την έχεις κι εσύ!. Καλησπέρα σας, κύριε!..
--Καλησπέρα, του λέω κι εγώ, αφού μόλις εκείνη τη στιγμή πρόσεξε πως ήμουν δίπλα στον Γιώργο. Τόσο πολύ είχε νευριάσει!..
--Γιώργο, του ξαναλέει, σε παρακαλώ έλα να βάλεις και συ ένα χεράκι να σπρώξουμε λίγο τη Μαντόνα γιατί έχουν ανάψει τα λαμπάκια μου απ’ το πρωί, που την έχω στο κρεβάτι μου κι αυτή τίποτα!.. Δεν λέω!.. Πολύ ωραία γυναίκα αν τη δεις από κοντά, όπως την έχω δει πολλές φορές στη Νέα Υόρκη και αλλού, αλλά σαν τραγουδίστρια, τάχει στυλώσει και δεν κουνιέται!. Τι μπροστά την γυρίζω, τι από πίσω, αυτή εκεί!.. Ακούνητη σαν τη γυναίκα του Λωτ! «Στήλη άλατος», σου λέω!...
--Μήπως έχει πιει πολύ η κοπέλα; Τόλμησα να ρωτήσω κι εγώ ο φουκαράς, που δεν ήξερα πώς ν’ αντιδράσω!
-- Τι λέτε, κύριε!.. Ούτε στάλα δεν έχει πιει!.. Έλα, ρε Γιώργο, να βοηθήσεις λίγο να τη σπρώξουμε λίγο, μπας και πάρει μπροστά η φωνή της!...
-- Κύριε Μαθιέ, θα έρθω, αλλά, όπως καταλαβαίνετε, εγώ είμαι μόλις δυο μήνες παντρεμένος άνθρωπος και δεν θέλω να έχω τέτοια νταραβέρια!.. Θα χωρίσω!..
--Καλά, έλα πάνω να βάλεις και συ ένα χεράκι να τη σπρώξουμε λίγο και τα λέμε!... Φέρε άλλο ένα μπουκάλι ουίσκι με ξηρούς καρπούς!..

Ο Γιώργος, μη έχοντας τι να κάνει, κατακόκκινος από ντροπή, αναγκάζεται κάποια στιγμή να πάει με τον Μαθιό μέσα στο δωμάτιό του, έχοντας μαζί του και τον δίσκο με το ποτό!
Η αγωνία είχε φθάσει στο κατακόρυφο!.. Κάτι ο ήλιος, κάτι η ζέστη του ξενοδοχείου με τη διάθλαση του φωτός του ηλίου, που έπεφτε πάνω μου, ο ιδρώτας είχε αρχίσει να λούζει το πρόσωπό μου. Σκουπιζόμουν και ξανά-σκουπιζόμουν μήπως βγει η Μαντόνα και δεν ήθελα να με δει σε κακά χάλια!
Περνάει ένα, λεπτό, δύο, τρία, πέντε… τίποτα!.. Το κάθε δευτερόλεπτο ήταν ένας αιώνας!
Κάποια στιγμή βλέπω τον Γιώργο να βγαίνει έξω πιάνοντας την κοιλιά του και να φωνάζει με δάκρυα: «Ωχ!.. Ωχ!.. Δεν αντέχω!.. Θα σκάσω»!..
Δεν ήξερα τι συνέβαινε!..
--Τι συνέβη, ρε Γιώργο; Σε χτύπησε κανένας; Σου είπε τίποτα η Μαντόνα;
Μου κάνει νόημα με το χέρι ότι θα μου μιλήσει και ακουμπάει το κορμί του πάνω στο γραφείο της ρεσεψιόν πιάνοντας την κοιλιά του για να την συγκρατήσει από τα πολλά γέλια και τα δάκρυα μαζί, που έφερναν αυτά τα γέλια! Ξανά-ρωτάω:
--Τι συνέβη, ρε Γιώργο; Σου είπε τίποτα η Μαντόνα;
-- Ποια Μαντόνα, κύριε Άγγελε; Μια … κασέτα μαγνητοφώνου με τη Μαντόνα είχε ο άνθρωπος και του έχει κολλήσει από το πρωί στο μαγνητόφωνο και δεν μπορεί να την παίξει ούτε από μπροστά ούτε από πίσω!.... Κι εμείς νομίζαμε ότι είχε φέρει τη Μαντόνα!... Τη Μαντόνα!...