27/12/13 22:16 - Τι μας θυμίζουν σήμερα ορισμένες Ελληνίδες της τηλεόρασης;

Τι μας θυμίζουν σήμερα ορισμένες Ελληνίδες της τηλεόρασης;

Αναντίρρητα ορισμένες Ελληνίδες καλλιτέχνιδες, που παρουσιάζονται στην τηλεόραση, πολλές φορές, με τα βιβλία που μας δείχνουν,  μας θυμίζουν αρχαίες Ελληνίδες ηρωίδες, που ήσαν μεν πανέμορφες κι αστραφτερές, αλλά έκαναν το παν για να προασπίσουν την πατρίδα τους και, ασφαλώς, τα ιδεώδη στα οποία πίστευαν σε όλη τη ζωή τους. Η Κυρηναία Αρεταφίλα ήταν μία εξ αυτών!.. Ας διαβάσουμε ορισμένα συγκλονιστικά στοιχεία από τη ζωή της, όπως ακριβώς τα αναφέρουμε μέσα στο βιβλίο μας: «Οι Ελληνίδες της Αρχαιότητας»!..

Η δημοφιλής Ελληνίδα καλλονή της τηλεοράσεως, Πετρούλα Κωστίδου, εν μέσω κόκκινων τριαντάφυλλων, προκειμένου να επιδείξει ένα βιβλίο, όπως του γράφοντος: «Οι Ελληνίδες της Αρχαιότητας», το οποίο, εν μέσω εκατοντάδων αρχαίων Ελληνίδων, αναφέρεται και στην Αρεταφίλα!..

ΑΡΕΤΑΦΙΛΑ

Η Κυρηναία Αρεταφίλα, ήταν μία πολύ όμορφη και μορφωμένη κοπέλα, με πολιτικές ικανότητες! Θυγατέρα του Αιγλάνορος και σύζυγος του Φαιδίμου, ανθρώπων επισήμων, η Αρεταφίλα έγινε γνωστή από τις ένδοξες ενέργειές της. Μέσα στο βιβλίο μας «Οι Ελληνίδες της Αρχαιότητας», που δείχνει η Ελληνίδα καλλονή, Πετρούλα Κωστίδου, γράφουμε μεταξύ άλλων και τα εξής:

ταν ο Νικοκράτης επαναστάτησε και έγινε τύραννος των Κυρηναίων, φόνευσε πολλούς πολίτες, καθώς και τον ιερέα του Απόλλωνος Μελάνιππον δια της ιδίας χειρός του, λαμβάνοντας ο ίδιος την ιερωσύνην. Εφόνευσε δε και τον Φαίδιμον, τον σύζυγον της Αρεταφίλας και μάλιστα την ενυμφεύθη παρά την θέλησίν της, κάμνοντας παράλληλα και πολλά άλλα ανίερα πράγματα, αφού, για παράδειγμα, οι φύλακες, που εδιόριζε για τις πύλες της πόλεως, τρυπούσαν με τα ξίφη τα σώματα των νεκρών για να μη διαφύγει κανείς από τους πολίτες φερόμενος προς ταφήν ως νεκρός!

Πολλές οι πίκρες και τα βάσανα της Αρεταφίλας, που έβλεπε την πατρίδα της να υποφέρη, παρά το γεγονός ότι ο σκληρός και θηριώδης Νικοκράτης ήταν ερωτευμένος μαζί της. Μάλιστα, ήθελε να μιμηθή την Φεραία Θήβη, που επιχείρησε να δολοφονήση τον σύζυγό της για την απελευθέρωση της πατρίδος της, αλλά δεν είχε βοήθεια. Αυτός και ο λόγος που αναζήτησε φάρμακα για να τον δηλητηριάση, αλλά προδόθηκε, με αποτέλεσμα η μητέρα του Νικοκράτους Καλβία, γυναίκα εκ φύσεως σκληρή και αιμοβόρος, ζητούσε να βασανισθή και να φονευθή αμέσως, όσο κι αν ο Νικοκράτης την αγαπούσε πολύ και υπέφερε την ασθένεια και την οργήν του.

Κάποια στιγμή η Αρεταφίλα, βλέποντας ότι οι έρευνες ήσαν εις βάρος της, ομολόγησε την ενοχήν της. Έξυπνη, όμως, όπως ήταν, είπε ότι το φάρμακο δεν ήταν ολέθριο, αλλά πως προσπαθούσε με αντίδοτα φαρμάκων να αποτρέψη το ενδεχόμενο δηλητηριάσεως του συζύγου της. Κι αυτό χάριν της αγάπης της προς αυτόν.!...

Παρά ταύτα, ο Νικοκράτης, παρουσία της Καλβίας, απεφάσισε να την βασανίση σκληρά, χωρίς όμως η Αρεταφίλα να καταβληθή, ενώ η ίδια η Καλβία απέκαμε!

ετανοιωμένος για την πράξιν του ο Νικοκράτης προσπαθούσε με δώρα και φιλιά να την προσεταιρισθή, αλλά εις μάτην. Κι όχι μόνον αυτό, αλλά η Αρεταφίλα έριξε ως δόλωμα την ωραιοτάτην κόρην της στον φιλήδονο αδελφό του Λάανδρον, με απώτερον σκοπόν την απελευθέρωσιν της πατρίδος της. Και όχι μόνον... Κάποια στιγμή, παράφορος από έρωτα για την θυγατέρα της Αρεταφίλας, έβαλε τον δούλον του Δάφνιν να σκοτώση τον Νικοκράτη, με αποτέλεσμα η Αρεταφίλα να διοική τα πράγματα όπως ήθελε, προκαλώντας εναντίον του Λαάνδρου Λιβυκόν πόλεμον και πολλά άλλα (μηχανορραφίες, δήθεν συκοφαντίες στρατηγών του κλπ), επιτυγχάνουσα μάλιστα να τον παραδώση στον βάρβαρο εχθρό του, για να επέλθη αμέσως η ελευθερία της πατρίδος της, εν μέσω δακρύων χαράς και ευγνωμοσύνης των πολιτών της, οι οποίοι, στην συνέχεια, έκαψαν την Καλβία ζωντανή, τον δε Λάανδρον, που επέστρεψε στην πόλι, τον έραψαν μέσα σε ένα δέρμα και τον έριξαν στην θάλασσα! 

Έκτοτε η Αρεταφίλα, αισθανόμενη ότι έπραξε το παν δια την πατρίδαν της, παρά το γεγονός ότι οι πολίτες την ήθελαν να κυβερνά, απεσύρθη εις τα δώματά της μαζί με τους φίλους και τους οικείους της και ησχολείτο πλέον μόνον με την υφαντουργίαν. (Πλούταρχος, Γυναικών αρεταί).

Η απαστράπτουσας ομορφιάς, Πετρούλα Κωστίδου, εν μέσω ενός άνθους των ελληνικών ησιόδειων αγρών και ενός αρχαίου ελληνικού κίονα, με το βιβλίο του γράφοντος: «Οι Ελληνίδες της Αρχαιότητας» (οπισθόφυλλο).

ΑΡΧΑΙΟ ΚΕΙΜΕΝΟ

«ΑΡΕΤΑΦΙΛΑ*. Νικοκράτης Κυρηναίων τύραννος ἄλλα τε πολλὰ καὶ δεινὰ εἰργάσατο τοὺς πολίτας καὶ δὴ καὶ τὸν ἱερέα τοῦ Ἀπόλλωνος Μελάνιππον αὐτοχειρὶ κτείνας γυναῖκα αὐτοῦ Ἀρεταφίλαν καλὴν οὖσαν ἔγημεν• ἡ δὲ ὑπὲρ τῆς πατρίδος καὶ τοῦ ἀνδρὸς τίσασθαι τὸν τύραννον ἐσπούδαζεν. τὸ μὲν δὴ πρῶτον ἐπιβουλεύει φαρμάκοις• ἁλοῦσα δ᾽ ἔφασκεν οὐ δηλητήριον, ἀλλὰ φίλτρον παρασκευάσαι, ὅπως ἐρῶντα αὑτῆς ἔχοι τὸν ἄνδρα. ἡ μήτηρ τοῦ τυράννου βασανίσαι τὴν Ἀρεταφίλαν συνεβούλευσε• καὶ δὴ βασανισθεῖσα μακροῖς καὶ πικροῖς βασανιστηρίοις ἀντέσχε μηδὲν πλέον ὁμολογοῦσα φίλτρου. ὁ τύραννος ὡς οὐδὲν ἀδικοῦσαν ἀφῆκε καὶ συνοῦσαν εἶχεν καὶ πλέον αὐτὴν ἐθεράπευεν ὡς βασανισθεῖσαν οὐ δικαίως, ἡ δὲ θυγατέρα ἔχουσα ὥρᾳ καὶ κάλλει διαφέρουσαν, ταύτην ὑφῆκεν ἀδελφῷ τοῦ τυράννου μειρακίῳ Λαάνδρῳ. ὁ δὲ ἁλοὺς ἔρωτι παρακαλεῖ τὸν ἀδελφὸν γῆμαι τὴν κόρην. ἔγημε καὶ τῇ μητρὶ τῆς κόρης πειθαρχῶν ὑπ᾽ αὐτῆς πείθεται τὴν πόλιν ἐλευθερῶσαι• ὁ δὲ διαφθείρας Δάφνιν, κατευναστὴν τοῦ τυράννου, διὰ τούτου τὸν Νικοκράτην διεχρήσατο.» (Πολύαινος, Στρατηγήματα, Βιβλίο Έβδομο).

(*) ΑΡΕΤΑΦΙΛΑ: αρετή + φίλη > φίλη της αρετής (που αγαπά την αρετή): Ακολουθεί ανάλυση των όρων:

η (AM ἀρετή)· 1. αγαθή φύση, εντιμότητα, χρηστότητα, καλοσύνη κάποιου· 2. (για πρόσωπα και πράγματα) χαρίσματα, προτερήματα, πλεονεκτήματα· 3. ικανότητα, επιτηδειότητα· 4. ανδρεία, γενναιότητα· 5. (για τον Θεό) μεγαλείο· 6. διάκριση, δόξα, τίτλος, υπόληψη, καλή φήμη· 7. εκλεκτή ποιότητα καταβολής· || (αρχ.) 1. ευημερία, προκοπή κάποιου· 2. υπεροχή σε τέχνη ή επάγγελμα, δεξιοτεχνία· 3. εκδούλευση, υπηρεσία κάποιου· 4. (για ζώα ή χώρες) ευφορία, γονιμότητα, παραγωγικότητα· 5. (για πράγματα) τελειότητα κατασκευής· 6. (στον πληθ.) α) ευγένεια καταγωγής· β) έξοχες, εξαιρετικές ιδιότητες· γ) γενναία, λαμπρά κατορθώματα· δ) (για θεούς) θαύματα· ε) είδος πολεμικής μηχανής.
[ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται για αφηρημένο ουσιαστικό που αποτελεί μάλλον υστερογενή σχηματισμό από ΙΕ άρος «καλός, ταιριαστός, κατάλληλος» και φέρει το επίθημα των αφηρημένων θηλ. ουσιαστικών *-ta (πρβλ. τελετή, αήτη, λατ. iuventa). Δεν φαίνεται πιθ. η σχέση της λ. με τα αρέσκω, αρέσαι (οπότε θα επρόκειτο για πρωτογενή σχηματισμό από αρε -) ή το αραρίσκω (οπότε αρετή θα σήμαινε «συναρμογή»). Στον Όμηρο η λ. αρετή αναφέρεται κυρίως στους πολεμιστές και δηλώνει την ανδρεία και την πνευματική - σωματική υπεροχή· η αρετή αποτελεί ιδανικό για το οποίο ζει και πεθαίνει ο ομηρικός ήρωας. Αργότερα η έννοια της αρετής επεκτείνεται και σε επίπεδο ομάδας, αναφερόμενη στον πολιτισμό της αρχαίας πόλης. Η λ. παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον στη μελέτη της ιστορίας της ελληνικής σκέψης. Έτσι, λ.χ., ο Πλάτων ανάγει την αρετή σε φιλοσοφικό -ηθικό σύστημα, ενώ οι Σχολαστικοί προσδιορίζουν τέσσερεις κύριες ανθρώπινες αρετές: την ανδρεία, τη φρόνηση, τη σωφροσύνη και τη δικαιοσύνη. Στον χριστιανισμό εξάλλου η αρετή εντάσσεται στο πλέγμα των ηθικών αξιών που αναφέρονται στην ψυχή του ανθρώπου. Πίστη, ελπίδα, αγάπη, προσευχή, ταπείνωση αποτελούν ψυχικές αρετές, ενώ στη θεολογία ως κατεξοχήν ανθρώπινες αρετές θεωρούνται η πίστη, η ελπίδα και η αγάπη. Η αρετή αποτελεί επίσης θεϊκή ιδιότητα και εκφράζει τη θεϊκή δύναμη, δόξα και ανωτερότητα. Γενικά η αρετή αναφέρεται στα ψυχικά και σωματικά προτερήματα του ανθρώπου, ενώ όταν χρησιμοποιείται για ζώα ή πράγματα δηλώνει προσόν, πλεονέκτημα ή ποιότητα.

 -η, -ο / φίλος, -η, -ον, ΝΜΑ, θηλ. και φίλαινα Ν, θηλ. και -ος Α· 1. αγαπητός, προσφιλής (α. «φίλο έθνος»· β. «μηκέτι, παῑδε φίλω, πολεμίζετε, μηδέ μάχεσθον», Ομ.Ιλ.)· 2. ο φιλικά διακείμενος απέναντι σε κάποιον ή σε κάτι, αυτός που αγαπά κάποιον ή κάτι (α. «φίλος τού βιβλίου»· β. «φίλαν ξένων ἄρουραν», Πίνδ.)· 3. (το αρσ. και θηλ. ως ουσ.) ο φίλος και η φίλη· α) άτομο με το οποίο συνδέεται κανείς με αμοιβαία αγάπη και αφοσίωση (α. «είναι αχώριστοι φίλοι»· β. «τῆλε φίλων ἀπόληται», Ομ.Οδ.)· β) εραστής, ερωμένος (α. «συζεί με τον φίλο της»· β. «λόγοις δ' ἐγὼ φιλοῡσαν οὐ στέργω φίλην», Σοφ.)· 4. (η κλητ. τού αρσ.) φίλε· χρησιμοποιείται ως προσφώνηση, όταν απευθύνεται κανείς σε ένα άγνωστο πρόσωπο· 5. (φρ.) (λόγ.) «φίλα φρονώ»· τρέφω φιλικά αισθήματα· || (νεοελλ.) (φρ.) α) «αγάπα τον φίλο σου με τα ελαττώματά του»· δηλώνει ότι η φιλία συγχωρεί τα ελαττώματα τών φίλων· β) «μια τού φίλου, δυο τού φίλου, τρεις και η κακή του μέρα»· δηλώνει ότι, ακόμη και απέναντι σε πρόσωπα τόσο αγαπητά όσο οι φίλοι, υπάρχει ένα όριο ανοχής· γ) «από μακριά και φίλοι»· λέγεται σε περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν είναι δυνατή η ύπαρξη μιας πραγματικής φιλίας και είναι καλύτερο να διατηρούνται οι τύποι και οι αποστάσεις· δ) «δείξε μου τον φίλο σου, να σού πω ποιος είσαι»· δηλώνει ότι κάθε άνθρωπος κρίνεται από το περιβάλλον με το οποίο συναναστρέφεται· || (αρχ.) 1. σύμμαχος («εἰ πολλάκις καὶ φίλοι καὶ πολέμιοι γενόμενοι Λακεδαιμονίοις», Ξεν.)· 2. (για πράγμ.) ευχάριστος, τερπνός («αἰεὶ δ' ἡμῑν δαίς τε φίλη κίθαρίς τε χοροί τε», Ομ.Οδ.)· 3. αυτός που είναι προσκολλημένος σε κάτι· 4. (στον Όμ. και σε άλλους ποιητές) (συν. σχετικά με μέλη τού σώματος ή με τη ζωή τού ομιλούντος) ο δικός (α. «κατεπλήγη φίλον ἦτορ», Ομ.Ιλ.· β. «φίλον κατὰ λαιμόν», Ομ.Ιλ.)· 5. (το αρσ. στον πληθ. ως ουσ.) οἱ φίλοι· α) οι οικείοι· β) οι κοντινοί συγγενείς· 6. (το θηλ. ως ουσ.) ἡ φίλη· α) η μητέρα ως το κατ' εξοχήν αγαπητό πρόσωπο· β) η σύζυγος· 7. (το ουδ. ως ουσ.) τὸ φίλον· αντικείμενο αγάπης («ὅτι καὶ πόλις τέτροφεν ἄφιλον ἀποστυγεῑν καὶ τὸ φίλον σέβεσθαι», Σοφ.)· 8. (το ουδ. χωρίς ἀρθρ. ως προσφώνηση προσ.) φίλον· αγάπη μου· 9. (φρ.) α) «φίλα ποιοῡμαι τινι»· κάνω φιλικές προτάσεις σε κάποιον (Ηρόδ.)· β) «κουρίδιος φίλος»· ο σύζυγος (Ομ.Οδ.)· γ) «οἱ πρώτοι φίλοι»· ονομασία αξιώματος στην αιγυπτιακή αυλή (επιγρ.)· δ) «φίλος πόνος»· ο συνήθης κόπος (Θεόκρ.)· στ) «φίλον ἐστί [ή γίγνεταί] μοι»· μού είναι αγαπητό, μού αρέσει (Ομ.Οδ.). Επίρρ. φίλως Α· φιλικά, με αγάπη.
[ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ.. Παρά τις διάφορες απόψεις που έχουν διατυπωθεί, δυσερμήνευτο παραμένει το θ. τής λ. φίλος. Κατά μία άποψη, μάλλον αβέβαιη, η λ. και τα παρ. της ανάγονται σε θ. φιλο- (όπου το -λο- είναι επίθημα), ενώ ένα θ. φιλ- που εμφανίζεται συχνά είναι δευτερεύον και όλοι οι σχηματισμοί από αυτό το θ. θεωρούνται αναλογικοί. Έτσι, τα παραθετικά φιλ-ίων, φίλ-ιστος < φίλος, κατά τα κακίων, κάκιστος < κακός, ενώ οι τ. φίλτερος, φίλ-τατος κατά τα φέρτερος, φέρτατος. Ο μεσ. αόρ. φίλατο τού ρ. φιλώ έχει σχηματιστεί μέσω ενός τ. ενεργ. αορ. *ἔφιλα αναλογικά προς το σχήμα δοκῶ: ἔδοξα και όχι μέσω ενός αμάρτυρου ρ. *φίλλω (πρβλ. τίλλω: ἔτιλα). Όσο για την εναλλαγή φιλο- / φιλτο- στο ανθρωπωνύμιο Φιλ- (τ)όξενος πρβλ. Κλει(τ)ομένης, Φαν(τ)αγόρας. Ωστόσο, πιθανότερη και οικονομικότερη θεωρείται η άποψη ότι η οικογένεια αυτή τών λ. ανάγεται σε ένα αρχικό θ. φιλ- που είναι ανεξάρτητο από το θ. φιλ-ε-/ο-. Με αφορμή την ομηρική χρήση τής λ. ως κτητικού και την μορφολογική ομοιότητά της με το λυδ. bilis «δικός του / της» (< bi- «αυτός»), η λ. φίλος υποστηρίζεται ότι είναι ανεξάρτητος σχηματισμός τού γλωσσ. υποστρώματος, παράλληλος προς την αυτοπαθή αντων. σφι (πρβλ. και τους τ. τής Γερμανικής: γοτθ. swes, αρχ. άνω γερμ. swās «ίδιος, δικός μου» < ΙΕ ρίζα *swe, βλ. λ. ἕ). Η άποψη αυτή, όμως, προσκρούει σε φωνολογικές δυσχέρειες, παρά την ύπαρξη τού λακων. τ. φι(ν) τής δοτ. σφιν τής αντων. σφεῖς*. Άλλες συνδέσεις τής λ., τέλος, όπως με το α' συνθετικό Bil- τών γερμ. κύριων ον. Bil(i)-frid, Bili-grad ή με το σλαβ. milb «αγαπητός», θεωρούνται ακόμα λιγότερο πιθανές. Σημασιολογικά, η λ. φίλος χαρακτηρίζεται από μεταβλητότητα. Λειτουργεί και ως ουσ. και ως επίθ., τόσο με ενεργ.όσο και παθ. σημ. Το ουσ. χρησιμοποιείται κυρίως για να δηλώσει καθέναν από τους δύο που συνδέονται με δεσμούς φιλοξενίας, είτε τον φιλοξενούμενο είτε αυτόν που φιλοξενεί, εκφράζοντας στην κυριολεξία όχι τόσο μια συναισθηματική σχέση, όσο τη συμμετοχή σε μια σχέση ή ένα σύνολο, τον ρόλο που έχει κατά κάποιο τρόπο αποκτηθεί. Αυτή η έννοια τής αναπαλλοτρίωτης κτήσης απαντά και στον Όμηρο, όπου το επίθ. φίλος λειτουργεί ως κτητικό για να προσδιορίσει τις λ. εἵματα, ἦτορ, θυμός κ.ά. Ως επίθ. επίσης, η λ. αναφέρεται σε πρόσ. ή πράγματα με παθ. σημ. «αγαπητός» αλλά και, σπανιότερα, ενεργ. «αυτός που αγαπά». Η έννοια τής αγάπης και τής φιλίας, αν και δευτερεύουσα, είναι αρχαιότατη, ήδη απο τη μυκην. εποχή, γι' αυτό και η λ. χρησιμοποιήθηκε και για τους συγγενείς που μένουν στην ίδια εστία. Στη Μυκηναϊκή, η λ. απαντά ως α' συνθετικό ανθρωπωνυμίων (πρβλ. μυκην. pirokate = *Φιλοκάρτης / Φιλοκράτης, piropatara = Φιλοπάτρα). Ως β' συνθετικό, η λ. απαντά με τις μορφές: α) -φιλος είτε με σημ. «αυτός που έχει φίλους» (πρβλ. ά-φιλος, πολύ-φιλος) είτε με σημ. «αυτός που αγαπά» (πρβλ. πονηρό-φιλος), και β) -φιλής, που έχει σχηματιστεί από το ρ. φιλῶ, μέσω ενός ουδ. *φῖλος, κατά τα -αλγής: ἀλγῶ: ἄλγος, -μισής: μισῶ: μῖσος και έχει σημ. «αυτός που αγαπά ή αγαπιέται» (πρβλ. δυσ-φιλής, θεοφιλής).

ΠΗΓΕΣ: Ιστορικό και Δημοσιογραφικό Αρχείο του γράφοντος, το βιβλίο μας: "Οι Ελληνίδες της Αρχαιότητας", Βικιπαίδεια, Πάπυρος: Μέγα Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας.