12/01/14 21:46 - Οι σύγχρονες φιλοσοφικές έννοιες!.. (Α)

 

Οι σύγχρονες φιλοσοφικές έννοιες!.. (Α)

Το Αλφαβητάρι των συγχρόνων φιλοσοφικών εννοιών και αντιλήψεων, έτσι όπως καταγράφονται σε διάφορα βιβλία και ελληνικά εγκυκλοπαιδικά λεξικά και το οποίο βιώνει ο λαός με τον δικό του θυμοσοφικό τρόπο!. Έτσι κι αλλιώς οι συνεχείς φιλοσοφικές αναζητήσεις του σύγχρονου ανθρώπου μοιάζουν με ένα μεγάλο Γολγοθά προς το άγνωστο. Ο άνθρωπος πρέπει να βρει το Θεό για ν’ απαλλαγεί από την αοριστία και την ασάφεια των ημερών!..

Αγνωστικισμός

Φιλοσοφικός όρος που γεννήθηκε μέσα στην ατμόσφαιρα του θετικισμού και συγκεκριμένα μεταξύ των Άγγλων επιστημόνων και φιλοσόφων του δεύτερου μισού του 19ου αι. Ο όρος, που τον επινόησε ο Άγγλος φυσιοδίφης Χάξλεϊ το 1869 και τον χρησιμοποίησε έπειτα και ο Δαρβίνος, δηλώνει την αμφιβολία για τη δυνατότητα επίλυσης εκείνων των προβλημάτων –μεταφυσικών κυρίως και θρησκευτικών– στα οποία δεν είναι δυνατόν να εφαρμοστούν οι μέθοδοι της επιστημονικής έρευνας. Το κριτήριο της πειραματικής επαλήθευσης όλων των γνώσεων επιβάλλει την αποχή από τη διατύπωση κάθε κρίσης περί του απόλυτου, του άπειρου και του Θεού.

Άγχος

Σωματική και ψυχική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από το αίσθημα διάχυτου φόβου, ο οποίος μπορεί να φτάσει από την ανησυχία έως τον πανικό, με οδυνηρά αισθήματα περίσφιξης του θώρακα και του λαιμού. Η λέξη προέρχεται από το ρήμα άγχω (= σφίγγω τον λαιμό, πνίγω). Μπορεί να οφείλεται σε μια κατάσταση κινδύνου, δηλαδή στην αναμονή δυσάρεστων εξελίξεων, ή να είναι αδικαιολόγητη, όπως στις περιπτώσεις αγωνίας ή μελαγχολίας. Στην ιστορία του σύγχρονου στοχασμού και πνευματικού πολιτισμού, το ά. αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά θέματα. Για πρώτη φορά βρήκε τη φιλοσοφική του έκφραση στο έργο του Δανού στοχαστή Σέρεν Κίρκεγκορ, ειδικότερα στην Έννοια του άγχους που δημοσιεύτηκε το 1844 με το ψευδώνυμο Virgilius Hafniensis. Το ά. αποτέλεσε και εξακολουθεί να αποτελεί και σήμερα ένα από τα βασικά στοιχεία της υπαρξιστικής φιλοσοφίας, ανεξάρτητα αν ο προσανατολισμός της είναι κοσμικός ή θρησκευτικός. Με το ά. έχει ασχοληθεί επίσης η ψυχανάλυση, που το θεωρεί ως μια από τις συχνότερες καταστάσεις της ανθρώπινης ψυχής· o Φρόιντ υποστηρίζει ότι η εμφάνιση του ά. συμπίπτει με αυτό το ίδιο το γεγονός της γέννησης, «γεγονός στο οποίο βρίσκονται συγκεντρωμένα όλα τα οδυνηρά αισθήματα». Το ά. βρήκε και καλλιτεχνική έκφραση στα περισσότερα έργα της σύγχρονης τέχνης. Το συναντούμε π.χ. στα μυθιστορήματα του Κάφκα, στους πίνακες του Πικάσο, στη μουσική του Σένμπεργκ. Από φιλοσοφική άποψη, με την έννοια του άγχους δεν υπονοείται μια καθιερωμένη έννοια, αλλά ένας υπαρξιακός τρόπος, μια ψυχική κατάσταση, που συνοδεύει συνεχώς τον άνθρωπο στη ζωή του. Αντίθετα από τον φόβο –συναίσθημα συνδεδεμένο με συγκεκριμένες καταστάσεις και αντικείμενα, κοινό στα ζώα και στους ανθρώπους– το άγχος είναι τυπικά ανθρώπινο γνώρισμα και έχει χαρακτήρα περισσότερο μεταφυσικό. Δεν συνδέεται με ιδιαίτερες καταστάσεις, αλλά εκφράζει την ίδια την υπόσταση του ανθρώπου, την επίγνωση –που τη ζει και την αποκτά ο καθένας– του εφήμερου και αμφιλογικού χαρακτήρα της ανθρώπινης ύπαρξης. Στη φιλοσοφία του Κίρκεγκορ το άγχος έχει χαρακτήρα ουσιαστικά θρησκευτικό και αποτελεί την οδό που ο άνθρωπος πρέπει να ακολουθήσει για να επιχειρήσει να φτάσει στον Θεό, στην ελευθερία, στη λύτρωση. To άγχος, που εμφανίζεται με το προπατορικό αμάρτημα, συνοδεύει τον άνθρωπο στη ζωή του από τη στιγμή που αυτός αποκτά επίγνωση του παραπτώματός του, της μη ελευθερίας του, της μη τελειότητάς του. Η συνείδηση νιώθει άγχος γιατί είναι ένοχη, και η ενοχή είναι μη ελευθερία. Όμως το άγχος δεν είναι ικανό να εγγυηθεί την εκλογή της θρησκευτικής ζωής, την επίτευξη της ελευθερίας και της θείας απεραντοσύνης. O Θεός αποκαλύπτεται πάντα και μόνο ως θαύμα, ανεξάρτητα από τις προθέσεις και τις διαθέσεις του ανθρώπου. Στη νεότερη υπαρξιστική φιλοσοφία, π.χ. στον κοσμικό υπαρξισμό του Σαρτρ ή του Χάιντεγκερ, το άγχος δεν έχει το θρησκευτικό περιεχόμενο που είχε για τον Κίρκεγκορ· θεωρείται υπαρξιακή κατάσταση του ανθρώπου που εκσφενδονίζεται σε έναν κόσμο όπου τα πάντα είναι δυνατόν να πραγματοποιηθούν. Τίποτα δεν εγγυάται στον άνθρωπο την πραγματοποίηση περισσότερο της μιας δυνατότητας ή της άλλης, τη χρησιμότητα μιας πράξης, την ορθότητα μιας εκλογής, το αποτέλεσμα μιας συμπεριφοράς. Από την επίγνωση μιας τέτοιας υπαρξιακής κατάστασης, εφήμερης και παράλογης, γεννιέται στον άνθρωπο το αίσθημα του άγχους. Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια όμως, κατά τρόπο παράδοξο, εκφράζεται ακριβώς με τη θαρραλέα αποδοχή του άγχους., με τη συνειδητή άρνηση κάθε μεταφυσικής εγγύησης, διαμέσου εκλογών, συμπεριφορών και αναζητήσεων που πραγματοποιούνται στο όνομα ενός πιο σύγχρονου ανθρωπισμού.

Αγωνία

Η έννοια αγωνία κατέχει κεντρική θέση στη σύγχρονη φιλοσοφία. Στην υπαρξιστική φιλοσοφία χρησιμοποιείται η χωρίς αιτία αγωνία για να χαρακτηριστεί η ηθική και μεταφυσική αγωνία του ανθρώπου. Πρώτος και κύριος εισηγητής του όρου αγωνία στη φιλοσοφία είναι ο Δανός φιλόσοφος Σέρεν Κίρκεγκορ, συγγραφέας του έργου Επί της ιδέας της αγωνίας (1844), που πρέσβευε ότι η αγωνία γεννήθηκε από τον ίλιγγο της ελευθερίας που συνεπάγεται η γνώση του καλού και του κακού. Κατά τον Γερμανό φιλόσοφο Μάρτιν Χάιντεγκερ, η αγωνία επαναφέρει την ύπαρξη από την κατάπτωση στο είναι. Το είναι παρουσιάζεται στο ανθρώπινο πεπερασμένο ως ένα αγωνιώδες μηδέν που καταβροχθίζει και εκμηδενίζει όλους τους θεσμούς και τις πραγματικότητες του κοινωνικού και φυσικού κόσμου. Κατά τον Ζαν Πολ Σαρτρ, ο άνθρωπος μαθαίνει με την αγωνία ότι δεν τον προσδιορίζουν ούτε εξωτερικά ούτε εσωτερικά αίτια, αλλά ότι o ίδιος προσδιορίζει ελεύθερα τον εαυτό του. Για τον Γερμανό φιλόσοφο Καρλ Γιάσπερς, το συναίσθημα της αγωνία γεννιέται στο τέλος της αποτυχημένης μας αναζήτησης του είναι. Η αποτυχία όμως αυτή δεν είναι μόνο η βασική εμπειρία της ύπαρξης, αλλά και η προϋπόθεση προς την υπέρβαση.

Αιθέρας

Οργανική χημική ένωση του τύπου C2Η5-Ο-C2Η5. Λέγεται και διαιθυλαιθέρας ή θειικός αιθέρας. Είναι σώμα υγρό, άχρωμο, ελαφρύτερο από το νερό και πολύ πτητικό. Παρασκευάζεται βιομηχανικά με συνθέρμανση αιθυλικής αλκοόλης και πυκνού θειικού οξέος (γι’ αυτό πήρε και την ονομασία θειικός αιθέρας.). Ο αιθέρας αποτελεί άριστο διαλυτικό μέσο οργανικών και ανόργανων ουσιών. Χρησιμοποιείται ως αναισθητικό (ο πρώτος που τον χρησιμοποίησε ήταν ο Αμερικανός γιατρός Κρόφορντ Λονγκ το 1842) και, σε βιομηχανική κλίμακα, στην επεξεργασία υδρογονανθράκων για την αφαίρεση ολεφινών και αρωματικών υδρογονανθράκων από τα λιπαντικά έλαια.
Κοσμικός αιθέρας. Φανταστικό υλικό, την ύπαρξη του οποίου υπέθεσαν οι φυσικοί που υποστήριζαν την κυματική φύση του φωτός, για να εξηγήσουν τη διάδοση των φωτεινών κυμάτων στον κοσμικό χώρο. Τα φωτεινά κύματα τα ερμήνευαν ως κλασικά κύματα και τον κοσμικό αιθέρα τον φαντάζονταν ως υλικό συστατικό με αντιφατικές ιδιότητες: εξαιρετικά ελαφρύ που να μπορεί να διεισδύει σε όλο το σύμπαν και ταυτόχρονα να έχει υλικότητα απαραίτητη για τη διάδοση των εγκάρσιων κυμάνσεων του φωτός. Η άκρα συμβατικότητα της υπόθεσης, στην οποία ήταν υποχρεωτικό να φτάσουν, αποκάλυψε την ανεπάρκεια των θεωριών της μηχανικής. Στο δεύτερο μισό του 19ου αι., αφού αποσαφηνίστηκε χάρη στον Μάξγουελ η ηλεκτρομαγνητική φύση του φωτός, εξέλειψε η ανάγκη να προσδίδεται στον αιθέρα υλική υφή με ειδικές μηχανικές ιδιότητες και έτσι θεωρήθηκε απλώς ως ο υλικός φορέας, ο απαραίτητος για τη διάδοση των ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων. Πολυάριθμοι και προσεκτικοί πειραματισμοί που έγιναν για να μελετηθεί η συμπεριφορά του αιθέρα, απέδειξαν ότι δεν παρασύρεται από τα υλικά σώματα τα οποία κινούνται. Έτσι έφτασαν να θεωρήσουν όλον τον κοσμικό χώρο γεμάτο από ακίνητο αιθέρα, μέσα στον οποίο και σε σχέση προς τον οποίο κινούνται όλα τα υλικά σώματα. Με την παραδοχή αυτής της υπόθεσης έφτασαν στο συμπέρασμα ότι η ταχύτητα του φωτός θα έπρεπε να είναι διαφορετική ανάλογα με το αν το σώμα κινείται προς τη φωτεινή πηγή ή σε αντίθετη φορά. Το περίφημο πείραμα των Μίκελσον και Μόρλεϊ, που επαναλήφθηκε σε διάφορες εποχές και με διάφορους τρόπους, απέδειξε κατά τρόπο αναμφισβήτητο το αβάσιμο της υπόθεσης αυτής και οδήγησε στην άρνηση της παραδοχής της ιδέας του κοσμικού αιθέρα, προβάλλοντας προβλήματα που βρήκαν τη λύση τους με τη θεωρία της σχετικότητας.

Αιθήρ ή αιθέρας

Ο όρος αιθήρ (από το αίθω = καίω, λάμπω, ακτινοβολώ), σημαίνει το ανώτατο και πιο καθαρό στρώμα του αέρα, ο ουρανός. Με τη λέξη αυτή προσδιόριζαν οι αρχαίοι την κατοικία των θεών και την πνοή που έβγαινε σαν ατμός κατά τη μυθολογία, από το στόμα του Κύκλωπα. Οι αρχαίοι φιλόσοφοι θεωρούσαν τον αιθέρα το ανώτερο τμήμα του ουρανού που φωτίζεται από το φως του ήλιου και των αστεριών και γενικά τον αέρα. Ο Αναξιμένης πίστευε πως ο αιθήρ είναι αραιωμένος αέρας. Ο Ξενοφάνης πίστευε ότι ο αιθήρ περιβάλλει τη Γη και εκτείνεται στο άπειρο. Ο Εμπεδοκλής τον θεωρούσε ως ένα από τα τέσσερα στοιχεία (πυρ, γη, ύδωρ, αιθήρ) από τα οποία σχηματίζεται ο κόσμος. Ο Αναξαγόρας θεωρούσε ως αιθέρα τη μάζα που ξεχώρισε από το αρχικό μείγμα λόγω της κινητικής ώθησης που έδωσε ο Νους και τον τοποθέτησε στην περιφέρεια του περιστρεφόμενου κόσμου. Περιλαμβάνει τον θερμό, τον λαμπρό, τον αραιό και τον ξηρό αιθέρα και από τη συμπύκνωσή του παράγονται τα ουράνια σώματα και ο ήλιος. Κατά τον Αριστοτέλη ο αιθήρ του Αναξαγόρα δεν είναι παρά το πυρ, ένα κοσμολογικό στοιχείο τελείως διαφορετικό από τα τέσσερα στοιχεία (πυρ, γη, ύδωρ, αήρ), ένα πέμπτο δηλαδή στοιχείο. Ο αιθέρας ονομάστηκε από τους μεταγενέστερους πέμπτη ουσία και από αυτόν τον όρο πλάστηκε ο όρος πεμπτουσία.

Ακροαματικοί λόγοι

Έτσι ονομαζόταν η προφορική διδασκαλία των φιλοσόφων μπροστά σε ακροατήριο μαθητών. Από τα συγγράμματα του Αριστοτέλη, ονομάστηκαν ακροαματικά (αργότερα λέγονταν και εσωτερικά) εκείνα που περιείχαν τις καθαρά επιστημονικές του διδασκαλίες. Αποτελούσαν σειρά μαθημάτων που δίνονταν σε συνεχείς διαλέξεις (ακροάσεις) και συχνά καταγράφονταν από τους ακροατές. Οι λόγοι αυτοί προορίζονταν για τους μαθητές που είχαν μυηθεί στα προβλήματα της φιλοσοφίας, αντίθετα προς τους εξωτερικούς λόγους που απευθύνονταν στους λιγότερο μυημένους και είχαν μορφή διαλόγου.

Αλεξανδριστές

Έτσι ονομάστηκαν οι φιλόσοφοι της Αναγέννησης στη Δύση, που πίστευαν στις θεωρίες του Αλέξανδρου του Αφροδισιέα. Οι φιλόσοφοι αυτοί προσχώρησαν τελικά στον αριστοτελισμό. Βασική δοξασία τους ήταν ότι η ψυχή είναι υλική και θνητή και ότι η ύπαρξή της συνδέεται άμεσα με τη διατήρηση στη ζωή του σώματος, αποκλείοντας έτσι τη χριστιανική θεωρία για την αθανασία της.

Αλλοίωση

Η μεταβολή· η μετατροπή· η τροποποίηση· η νοθεία· η παραποίηση· η αποσύνθεση. Η μεταβολή του ποιού. Ο Αριστοτέλης αναφέρει τέσσερα είδη μεταβολής:κατά την ουσία (γένεση και φθορά), κατά το ποσόν (αύξηση και μείωση), κατά το ποιο (μετατροπή ενός σώματος σε κάποιο άλλο) και κατά τον τόπο (μεταβολή θέσης).

Αλογικός

Φιλοσοφικός όρος που χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον Σοπενάουερ και τον Χάρτμαν, ο οποίος χαρακτηρίζει οτιδήποτε βρίσκεται έξω από τα πλαίσια των κανόνων και των αρχών της λογικής, στην οποία υπάγονται από τον ανθρώπινο λόγο όσα έχουν συνειρμό σε χρόνο και τόπο. Δεν είναι αντίθετος του όρου λογικός, ούτε και συνώνυμος με τους όρους άλογος, παράλογος υπέρλογος. Στην πραγματικότητα, κάθε πράγμα υπακούει στους κανόνες της δικής του λογικής και από την άποψη αυτή δεν υπάρχει τίποτα που να είναι αλογικό, ενώ αυτό που για την ανθρώπινη λογική είναι –σε καθορισμένο χρόνο και τόπο– αλογικό μπορεί στην εξέλιξη να ενταχθεί στους κανόνες της. Έτσι, η αξία του όρου αλογικός δεν είναι οριστική και μόνιμη. Στον όρο αυτό υπάγεται και η θεία αποκάλυψη των θρησκειών, που βρίσκεται έξω από χρόνο και τόπο και είναι αντικείμενο πίστης και όχι λογικής. Αλογικό επίσης είναι και το ένστικτο.

Αναφορά

Μία από τις τέσσερις θεμελιώδεις κατηγορίες, σύμφωνα με τον Καντ. Η κατηγορία αυτή αναφέρεται στη σύνδεση του λογικού υποκειμένου και του λογικού κατηγορουμένου. Όταν το κατηγορούμενο αποδίδεται απόλυτα στο υποκείμενο, έχουμε τις κατηγορικές κρίσεις· όταν αποδίδεται με κάποιον όρο, έχουμε τις υποθετικές κρίσεις· και, τέλος, όταν από δύο ή περισσότερα κατηγορούμενα το ένα μόνο αποδίδεται στο υποκείμενο, έχουμε τις διαζευκτικές κρίσεις.

Ανθρωποκεντρισμός

Αντίληψη κατά την οποία ο άνθρωπος είναι το κέντρο και ο τελικός σκοπός του κόσμου και της δημιουργίας. Σύμφωνα με τον φιλόσοφο και θεολόγο Ράνκε, ο ζωικός κόσμος βρίσκεται σε ιδεατή ενότητα με επικεφαλής τον άνθρωπο, ο οποίος αποτελεί το υπόδειγμα του ζωικού βασιλείου που είναι με τη σειρά του ο διαρθρωμένος άνθρωπος. Η αντίληψη αυτή έφτασε πολλές φορές σε ακρότητες, γι’ αυτό και o Βολτέρος, γράφοντας για τον ανθρωποκεντρισμό, τόνιζε δηκτικά ότι οι υποστηρικτές του διατείνονται ότι τα πόδια έγιναν για να φορούν παπούτσια και οι μύτες για να στηρίζονται τα γυαλιά.

Αξιών φιλοσοφία

Γερμανικό φιλοσοφικό ρεύμα που γνώρισε ανάπτυξη στο τέλος του 19ου αι. και στις πρώτες δεκαετίες του 20ού και στο οποίο δεσπόζουν δύο φυσιογνωμίες: ο Βίλχελμ Βίντελμπαντ και ο Χάινριχ Ρίκερτ. Οι δύο αυτοί φιλόσοφοι, ξεκινώντας από τις αρχές της καντιανής αξιολογίας, όρισαν την αξία ως δέον που αποτελεί τον κανονιστικό ορίζοντα κάθε ανθρώπινης πράξης και ο οποίος δεν χάνει τίποτα από το αντικειμενικό του κύρος και όταν ακόμα παραγνωρίζεται ή παραβιάζεται. Και πραγματικά, η αξία υπερβαίνει τα όρια των μεμονωμένων εκτιμήσεων ψυχολογικής φύσης. Η εμβάθυνση στις δύο σφαίρες, του είναι και του δέοντος είναι, αποδείχτηκε πολύ χρήσιμη για τη χάραξη του ορίου μεταξύ φυσικών και ηθικών επιστημών, έτσι που η φιλοσοφία των αξιών να μπορεί να θεωρηθεί ένα από τα πιο σημαντικά κεφάλαια της σύγχρονης φιλοσοφικής ιστοριοκρατίας.

Απειροστό

Ο όρος εμφανίστηκε κατά τα πρώτα στάδια της ανάπτυξης του απειροστικού λογισμού και έδωσε σε αυτόν την ονομασία του. Σήμαινε κάθε μεταβλητή ποσότητα, όσο γίνεται μικρή, αλλά όχι μηδενική. Με την έννοια αυτή χρησιμοποίησαν τον όρο οι πρόδρομοι του σύγχρονου απειροστικού λογισμού, και ιδιαίτερα ο Λάιμπνιτς. Μέχρι και πριν από τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, ο όρος εμφανίζεται σε βιβλία απειροστικού λογισμού, όχι όμως πια σε πρώτο ρόλο, όπως γινόταν μέχρι τα τέλη του 19ου αι. Με τη βοήθεια αυτής της όχι σαφούς έννοιας δόθηκαν αρχικά οι έννοιες της παραγώγου και του ολοκληρώματος.

Απολογητική

Ονομάζεται έτσι με ευρύτερη σημασία το τμήμα της διαλεκτικής που έχει σκοπό την υπεράσπιση της αλήθειας (από το ρήμα απολογούμαι, δηλαδή υπερασπίζω τον εαυτό μου). Από αυτή την άποψη μπορούν να θεωρηθούν απολογητικοί οι λόγοι μερικών αρχαίων συγγραφέων και φιλοσόφων, π.χ. τα Απομνημονεύματα του Σωκράτους του Ξενοφώντα και η Απολογία του Σωκράτους του Πλάτωνα· και τα δύο έχουν γραφτεί πραγματικά για να υπερασπίσουν τη μνήμη του δασκάλου από τις κατηγορίες της ασέβειας και της ανηθικότητας για τις οποίες είχε καταδικαστεί. Συνηθέστερα, η απολογητική νοείται ως όρος που σχετίζεται με τη θεολογία και έχει σκοπό την υπεράσπιση των χριστιανικών αληθειών και της αξίας των ιερών βιβλίων κατά των αιρέσεων. Με αυτή την έννοια πρέπει να διακρίνουμε την ελληνική απολογητική από τη λατινική. Η πρώτη περιλαμβάνει τους χριστιανούς συγγραφείς που έγραψαν απολογίες στην ελληνική γλώσσα για να αποκρούσουν τις διάφορες κατηγορίες και συκοφαντίες των εθνικών εναντίον των χριστιανών. Από αυτούς, επιφανέστεροι στον 2ο αι. μ.Χ. είναι οι Αθηναίοι Κοδράτος, Αριστείδης και Αθηναγόρας, οι Παλαιστίνιοι Αρίστων εκ Πέλλης και Ιουστίνος, οι Σύριοι Τατιανός και Θεόφιλος Αντιοχείας, οι Μικρασιάτες Απολλινάριος ο Ιεραπόλεως και Μελίτων o Σάρδεων και o Ερμείας, o συγγραφέας της Προς Διόγνητον επιστολής. Όλοι τους είχαν αποκλειστική ή κύρια συγγραφική δραστηριότητα την απόδειξη της αλήθειας του χριστιανισμού έναντι της ειδωλολατρικής πλάνης και γι’ αυτό ονομάστηκαν απολογητές. Εκτός από αυτούς, και άλλοι συγγραφείς της αρχαίας εκκλησίας έγραψαν απολογητικά έργα, όπως o Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, ο Ευσέβιος Καισαρείας, ο Αθανάσιος, ο Κύριλλος Αλεξανδρείας, ο Ωριγένης, που με το έργο του Κατά Κέλσου προσέφερε την εγκυρότερη και πληρέστερη υπεράσπιση του χριστιανισμού, η οποία χαρακτηρίζεται από αριστοτεχνική επιχειρηματολογία και διαλεκτική δύναμη. Κυριότερος εκπρόσωπος της λατινικής απολογητικής κατά τα τέλη του 2ου αι. υπήρξε ο Μινούκιος Φήλιξ με το έργο του Οκτάβιος,ενώ τον 3o αι. ξεχωρίζουν ο Τερτυλλιανός με τα έργα του Απολογητικόν (Apologeticum)και Προς τα έθνη (Ad Nationes)και ο Κυπριανός o Καρχηδόνιος. Τον 4ο αι. αναδεικνύονται o Αρνόβιος με το έργο του Κατά των εθνών και ο Λακτάντιος (ο επονομαζόμενος και χριστιανός Κικέρων, για την καθαρότητα της λατινικής γλώσσας στην οποία έγραψε) με το κύριο έργο Θείες διδασκαλίες.

Αποχή

Η εκούσια άρνηση συμμετοχής σε συζήτηση, ψηφοφορία και ειδικότερα η εκούσια άρνηση των εκλογέων να ασκήσουν το εκλογικό τους δικαίωμα για την ανάδειξη αντιπροσώπων. Σε πολλές όμως χώρες έχει καθιερωθεί νόμος για την υποχρεωτική ψηφοφορία και η αποχή τιμωρείται ποινικά. Στην αρχαιότητα η εκλογική αποχή ταυτιζόταν με τη λιποταξία, γιατί ερμηνευόταν ως αδιαφορία των πολιτών για τα κοινά.
Ο όρος χρησιμοποιήθηκε από τους Στωικούς, που διακήρυτταν ότι η αποχή από τις απολαύσεις και η εγκράτεια εξασφάλιζαν τη γαλήνη της ψυχής και τη νηφαλιότητα του πνεύματος.

Αταραξία

Φιλοσοφική αντίληψη για την ψυχική ηρεμία ως την πιο υψηλή αξία. Ο Δημόκριτος πρεσβεύει ότι το μεγαλύτερο αγαθό είναι η ψυχική ηρεμία που οφείλεται στην απόλαυση, μέσα στα όρια του μέτρου, των ηδονών της ζωής. Οι σκεπτικοί, που αμφέβαλαν για όλα, πίστευαν ότι είναι ανόητο να ταράζεται κανείς για πράγματα παροδικά και αβέβαια, και παραιτήθηκαν από την προσπάθεια να γνωρίσουν το αληθινό και το ψεύτικο. Για τον Επίκουρο, η αταραξία αποτελεί το ανώτατο ιδανικό τη ζωής, είναι η κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο σοφός που έχει κατακτήσει την εσωτερική του ελευθερία. Οι στωικοί θεώρησαν την αταραξία και την απάθεια ως πρώτο σκοπό της ηθικής. Οι Ινδοί επιδιώκουν την αταραξία με την απάρνηση των εγκοσμίων και την κατάλυση της αρχής της ζωής. Στη χριστιανική θρησκεία η αταραξία επιδιώκεται με την υποταγή στις βουλές της Θείας Πρόνοιας και με την πεποίθηση στην άπειρη αγαθότητα του Θεού.

Άτομο

Στοιχείο της φύσης που η επισήμανσή του σχετίζεται με την ιδέα του αδιαίρετου της ύλης. Ά. είναι το μικρότερο μέρος ενός στοιχείου, το οποίο διατηρεί τις ιδιότητές του και μένει αμετάβλητο στις συνήθεις χημικές αντιδράσεις. Ετυμολογικά ο όρος ά. σημαίνει το μη τεμνόμενο, το αδιαίρετο· και ως τέτοιο θεωρούταν το ά. έως το τέλος του 19ου αι. Οι έρευνες όμως και οι ανακαλύψεις που έγιναν κατά το τέλος του 19ου αι. έκαναν αντιληπτή τη σύνθετη δομή του ατόμου και τη διαιρετότητά του, έτσι ώστε να θεωρείται αδιαίρετο μόνο από την άποψη των συνήθων χημικών αντιδράσεων κι όχι από την άποψη της φυσικής.
Ο όρος άτομο χρησιμοποιήθηκε πρωταρχικά για να δηλωθεί το έσχατο σωματίδιο ως τελική υπόσταση της ύλης, το μη τεμνόμενο. Στην αρχή της άτμητης υπόστασης της ύλης οδηγήθηκε ο αρχαίος ελληνικός στοχασμός από καθαρά λογικά κριτήρια: αν δηλαδή γινόταν παραδεκτό ότι η ύλη μπορεί να διαιρεθεί επ’ άπειρον, τότε κάθε υλικό σώμα θα έπρεπε να αποτελείται από άπειρο αριθμό σωματιδίων. Ένα σύνολο όμως από άπειρα στοιχεία πρέπει και το ίδιο να είναι άπειρο. Επειδή όμως κάθε σύνολο και κάθε υλική ενότητα έχουν πεπερασμένο χαρακτήρα, προέκυψε το συμπέρασμα ότι τα βασικά συστατικά της ύλης πρέπει να έχουν μέγεθος ορισμένο και πεπερασμένο. Κατά συνέπεια τα έσχατα υλικά στοιχεία είναι ά. σταθερού μεγέθους, άπειρα κατά τον αριθμό μόνο, και τόσο μικρά ώστε να μη διακρίνονται. Η ιδέα του αδιαίρετου της ύλης παίρνει ιδιάζουσα μορφή στην Ελεατική σχολή: κατά τον Παρμενίδη, που έζησε γύρω στο 480 π.Χ., το σύμπαν είναι ένα απλό και ενιαίο ά., χωρίς μερικότερα τμήματα. Η ποικιλία, οι αντιθέσεις και η κίνηση είναι ψευδαισθήσεις, γιατί η πραγματοποίησή τους προϋποθέτει κενό χώρο, μια έννοια δηλαδή λογικά απαράδεκτη, γιατί κενό σημαίνει το μη υπάρχον και θα ήταν αντίφαση η παραδοχή της ύπαρξής του. Ο Ζήνων ο Ελεάτης, με τις διάσημες «απορίες» του, επιχείρησε να αποδείξει την αντιφατικότητα, άρα και το ψεύδος της κίνησης. Γύρω στο 440 π.Χ. ο Λεύκιππος διατύπωσε την άποψη ότι η πρωταρχική ύλη πρέπει να έχει διασπαστεί σε μυριάδες μικρών ατόμων. Διέκρινε τον χώρο σε πλήρη και κενό. Τα ά., όλα όμοια και αδιαίρετα, αποτελούν τον απόλυτα πλήρη χώρο, ενώ ο απόλυτα κενός χώρος είναι αυτός που επιτρέπει την εναλλασσόμενη κατάληψή του από τα ά., άρα την κίνηση. Ο μαθητής του Δημόκριτος τροποποίησε αυτή τη θεωρία και υποστήριξε ότι τα άτομα διαφόρων ουσιών είναι διαφόρων μεγεθών, και άτμητα εξαιτίας της εξαιρετικής σκληρότητάς τους. Κατά την άποψη αυτή οι διαφορές μεταξύ των υλικών ουσιών προέρχονται από τις διαφορές μεγέθους, διάταξης και κίνησης των ατόμων. Η διδασκαλία αυτή αποτέλεσε τη βάση όλων των μεταγενέστερων κλασικών ατομικών θεωριών, όπως του Επικούρου (306-270 π.Χ.) και του Λουκρητίου (98-55 π.Χ.). Κατά τον Μεσαίωνα, η θεωρία των ατόμων είχε δυσφημιστεί και παραμεριστεί από τη διδασκαλία των αριστοτελικών απόψεων, οι οποίες επανέφεραν τη θεωρία των τεσσάρων στοιχείων του Εμπεδοκλή (γη, αέρας, φωτιά και νερό), τα οποία θεωρήθηκαν συνεχούς και όχι ατομικής δομής και φύσης.

Στο επόμενο η συνέχεια!...