30/01/14 18:20 - Ώστε ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης είχε γράψει ύμνο στον Έρωτα;

 

Ώστε ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης είχε γράψει ύμνο στον Έρωτα;

Επειδή ορισμένοι έχουν παρεξηγήσει ή παρερμηνεύσει κάποια πράγματα, θα πούμε δύο λόγια για το τι πίστευαν οι Έλληνες από τα πανάρχαια χρόνια μέχρι σήμερα για τον Έρωτα και θα δούμε τι έγραψε ακριβώς ένας από τους μεγαλύτερους μυθιστοριογράφους της Ευρώπης, ο κοσμαγάπητος Σκιαθίτης λογοτέχνης, ο αποκληθείς και «άγιος των γραμμάτων», Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης!...

Σύμφωνα με τη Διοτίμα, ο Έ­ρωτας είναι ένας «δαίμονας», μεσολαβητής ανάμεσα στους θεούς και τους ανθρώπους. Γεν­νήθηκε από την ένωση του Πόρου και της Πε­νίας, μέσα στον κήπο των θεών, έπειτα από ένα μεγάλο δείπνο, στο οποίο είχαν προσκληθεί όλες οι θεότητες. Σ' αυτή του την καταγωγή οφείλει μερικά ιδιάζοντα χαρακτηριστικά: στην αναζήτηση πάντοτε του αντικειμένου του ως Πενία ξέρει πάντοτε να επινοεί έναν τρόπο, για να φτάσει στο σκοπό του ως Πόρος. Χωρίς να είναι όμως καθόλου ένας παντοδύναμος θεός, ο Έρωτας είναι μια δύναμη διαρκώς ανικανοποί­ητη και ανήσυχη.

ΛΟΙ εκείνοι οι άνθρωποι που έχουν «βουτήξει» την πένα τους στη μελάνη της ανθρώπινης ιστορίας, θα πουν ότι ο έρωτας εμφανίστηκε στη ζωή του ανθρώπου αμέσως μόλις ο άνθρωπος άρχισε να περπατά πάνω στον κουρασμένο φλοιό της γης και να γίνεται έλλογος ή έμφρων.

Ο Έρωτας, όπως λέει και η δημοφιλής Ελληνίδα ηθοποιός μας, Μαριαλένα Ανδρέου, που σήμερα κοσμεί με την αστραφτερή ομορφιά της το άρθρο μας,  είναι ο θεός της αγάπης. Η προσω­πικότητα του, πολυποίκιλη, άλλαξε πολύ από την αρχαϊκή περίοδο ως την αλεξανδρινή και ρωμαϊκή εποχή. Στις πιο παλιές θεογονίες ο Έ­ρωτας θεωρείται ως ένας θεός που γεννήθηκε την ίδια εποχή με τη Γη βγαίνοντας απευθείας από το αρχικό Χάος. Έτσι στις Θεσπιές λατρευ­όταν με τη μορφή μιας ακατέργαστης πέτρας. Ή ακόμη ο Έρωτας γεννιέται από το αρχέγονο Αυγό, αυτό το Αυγό που γέννησε η Νύκτα και του οποίου τα δύο μισά χωρισμένα σχηματίζουν τη Γη και το κάλυμμα της, τον Ουρανό. Ο Έρω­τας θα παραμείνει πάντοτε, ακόμη και στην επο­χή των «αλεξανδρινών» ωραιοποιήσεων του μύ­θου του, μία κυρίαρχη δύναμη του Κόσμου. Αυ­τός διασφαλίζει όχι μόνο τη συνέχεια των ει­δών, αλλά και την εσωτερική συνοχή του Κό­σμου.

Το θέμα αυτό το εκμεταλλεύτηκαν συγ­γραφείς των Κοσμογονιών, φιλόσοφοι και ποιη­τές. Αντίθετη με την τάση να θεωρείται ο Έρω­τας ως ένας από τους μεγάλους θεούς διατυπώ­νεται η θεωρία που παρουσιάζεται με τη μορφή ενός μύθου από τον Πλάτωνα στο Συμπόσιο, μύ­θο που τον βάζει στο στόμα μιας ιέρειας από τη Μαντινεία, της Διοτίμας, αυτής που μύησε, λέ­νε, τον Σωκράτη.

Σύμφωνα με τη Διοτίμα, ο Έ­ρωτας είναι ένας «δαίμονας», μεσολαβητής ανάμεσα στους θεούς και τους ανθρώπους. Γεν­νήθηκε από την ένωση του Πόρου και της Πε­νίας, μέσα στον κήπο των θεών, έπειτα από ένα μεγάλο δείπνο, στο οποίο είχαν προσκληθεί όλες οι θεότητες. Σ' αυτή του την καταγωγή οφείλει μερικά ιδιάζοντα χαρακτηριστικά: στην αναζήτηση πάντοτε του αντικειμένου του ως Πενία ξέρει πάντοτε να επινοεί έναν τρόπο, για να φτάσει στο σκοπό του ως Πόρος. Χωρίς να είναι όμως καθόλου ένας παντοδύναμος θεός, ο Έρωτας είναι μια δύναμη διαρκώς ανικανοποί­ητη και ανήσυχη.

ΕΠΙΝΟΗΘΗΚΑΝ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ ΜΥΘΟΙ!..

πινοήθηκαν και άλλοι μύθοι, που του έδιναν διαφορετικές γενεαλογίες· κάποτε τον θέλουν γιο της Ειλείθυιας ή της Ίριδας ή του Ερμή και της χθόνιας Άρτεμης ή, και αυτή είναι η γενικά αποδεκτή παράδοση, του Ηρακλή και της Αφρο­δίτης. Αλλά και στο σημείο αυτό ακόμη η εκμε­τάλλευση των μυθογράφων καθόρισε διακρί­σεις. Όπως διακρίνουν διάφορες Αφροδίτες, έτσι διακρίνουν και περισσότερους Έρωτες· ένας Έρωτας, λένε, ήταν γιος του Ερμή και της Ουρανίας Αφροδίτης· ένας άλλος Έρωτας, που ονομάστηκε Αντέρως (Αντίθετος Έρως ή Αμοιβαίος), είχε γεννηθεί από τον Άρη και την Αφροδίτη, την κόρη του Δία και της Δι­ώνης· ένας τρίτος Έρωτας ήταν ο γιος του Ερμή και της Άρτεμης, κόρης του Δία και της Περσε­φόνης, και αυτός είναι ειδικά ο φτερωτός θεός, ο οικείος των ποιητών και των γλυπτών. Ο Κικέρωνας, που έχει συσσωρεύσει στο τέλος της πραγματείας του Περί της φύσεως των θεών (De natura deorum) αυτές τις λεπτές διακρίσεις των μυθογράφων, δεν έχει καμιά δυσκολία να δείξει τον τεχνητό χαρακτήρα όλων αυτών των μύθων που επινοήθηκαν αργότερα, για να λύσουν τις δυσκολίες ή τις αντιφάσεις που περιείχαν οι αρ­χικές παραδόσεις.

Λίγο λίγο κάτω από την επίδραση των ποιη­τών ο θεός Έρωτας πήρε την παραδοσιακή του φυσιογνωμία. Τον παρουσιάζουν σαν ένα παιδί, συχνά φτερωτό, αλλά και χωρίς φτερά, που του αρέσει να φέρνει την ταραχή στις καρδιές. Ή τις πυρπολεί με το δαυλό του ή τις πληγώνει με τα βέλη του. Οι επεμβάσεις του είναι αναρίθμη­τες. Επιτίθεται εναντίον του Ηρακλή, του Απόλ­λωνα, που τον είχε κοροϊδέψει ως τοξότη, ενα­ντίον του ίδιου του Δία, της μητέρας του και φυ­σικά στους ανθρώπους.

Οι αλεξανδρινοί ποιητές αγαπούν να τον παρουσιάζουν να παίζει με κα­ρύδια (που αντιστοιχούν με τις σημερινές μπί­λιες) με τα παιδιά των θεών, ιδίως με τον Γανυμήδη ή με τον αδελφό του Αντέρωτα, και να μα­λώνει μαζί τους. Φαντάζονται ακόμη παιδικές σκηνές ανάλογα με το θεϊκό χαρακτήρα του· ο Έρωτας τιμωρημένος, που τον βάζει η μητέρα του σε τιμωρία, ο Έρωτας πληγωμένος, γιατί μάζεψε τριαντάφυλλα, χωρίς να φυλαχθεί από τα αγκάθια κτλ.

ΟΙ ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΜΠΗΪΑΣ

Οι τοιχογραφίες της Πομπηίας εκλαΐκευσαν αυτόν τον τύπο (βλέπε για παράδειγ­μα την «Πωλήτρια των Ερώτων»). Αλλά πάντοτε -και αυτό ακριβώς είναι ένα αγαπημένο θέμα των ποιητών - κάτω από το φαινομενικά αθώο παιδί μαντεύουμε τον ισχυρό θεό, που μπορεί, ανάλο­γα με τη φαντασία του, να προξενήσει φριχτές πληγές. Η μητέρα του ιδίως τον μεταχειρίζεται με κάποιο σεβασμό και πάντοτε τον φοβάται λί­γο.

Ένας από τους διασημότερους μύθους, στους οποίους ο Έρωτας παίζει ένα ρόλο, είναι η μυθι­στορηματική περιπέτεια της Ψυχής*, που την παραδίνουν ως μύθο· οι αρχές της θεωρίας αυ­τής πρέπει να αναζητηθούν πιθανότατα στους «Μιλησίους» μύθους (= παραμύθια).

Ο ΥΜΝΟΣ ΤΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ

Eικόν’ αχειροποίητη, που στην καρδιά μου σ’ είχα,
κι είχα για μόνο φυλαχτό μια της κορφής σου τρίχα.
Ονείρατα στον ύπνο μου μαυροφτερουγιασμένα,
σαν περιστέρι στη σπηλιά μ’ ετάραξαν για σένα.
Κίνδυνο, μαύρο σύγνεφο, οι μάγισσες μου λένε•
τ’ αηδόνια αυτά που κελαδούν μου φαίνονται πως κλαίνε.
Να σε χαρεί κι η άνοιξη μαζί με τα λουλούδια,
όπου ’ναι σαν αμέτρητα, ζωγραφιστά τραγούδια.
Συ στο σχολειό δεν έμαθες να γράφεις ραβασάκια.
Στα χείλη σου τα ρόδινα πού τα 'βρες τα φαρμάκια;
Στα μάτια τα ψιχαλιστά πόχ’ Έρωτας καρτέρι,
πόσο μεθύσι μέθυσα ένας Θεός το ξέρει.
Τα μάτια τα ψιχαλιστά γύρνα σ’ εμέ, πουλί μου,
αγάπη μου περήφανη, αγάπη διαλεχτή μου.
Kι αυτό το μορφοδούλικο, το τιμημένο χέρι,
αν έσφιξε ή τόσφιξαν, ένας Θεός το ξέρει.
Tη χάρη σου τη σπλαχνική μη μ' αρνηστής, αρνί μου,
Αγάπη μου αιώνια, αγάπη μου στερνή μου.

[ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ – Εννέα Δίστιχα (ΘΕΡΟΣ-ΕΡΩΣ), 1891]