02/02/14 23:08 - Ο νέος Αριστοφάνης του Ελληνισμού!..

 

Ο νέος Αριστοφάνης του Ελληνισμού!..

Επειδή σαν σήμερα, το 1853, γεννήθηκε ο Νέος Αριστοφάνης του Ελληνισμού, Γεώργιος Σουρής, για τον οποίον τόσοι και τόσοι διθύραμβοι έχουν γραφτεί, τι θα λέγατε να θυμηθούμε κάποια πράγματα από το βιογραφικό του σημείωμα, αλλά και ορισμένα διαχρονικά κι επίκαιρα ποιήματά του; Διαβάζουμε:

ΟΠΩΣ όλοι γνωρίζουν, ο Γεώργιος Σουρής, (1853-1919) ήταν ένας σατιρικός ποιητής, εκδότης της εφημερίδας «Ο Ρωμηός». Γεννήθηκε στη Σύρο, όπου φοίτησε στις πρώτες τάξεις του σχολείου, αλλά τελείωσε το γυμνάσιο στην Αθήνα. Μετέβη στο Ταγκαρόκ της Ρωσίας, για να εργαστεί κοντά σε ένα θείο του σιτέμπορο, αλλά πολύ γρήγορα επέστρεψε στην Αθήνα. Γράφτηκε στη Φιλοσοφική σχολή, ενώ συγχρόνως εργαζόταν ως αντιγραφέας σε συμβολαιογραφείο. Παράλληλα, έλαβε μέρος ως ερασιτέχνης ηθοποιός σε θεατρικές παραστάσεις. Το 1884 απορρίφθηκε στις πτυχιακές του εξετάσεις.
Ο Σουρής ήδη από το 1872 είχε αρχίσει να δημοσιεύει κείμενά του στο περιοδικό «Φως», ενώ κατόπιν συνεργάστηκε με διάφορα σατιρικά έντυπα, όπως ο «Ραμπαγάς», το «Μη χάνεσαι» κ.ά. Το 1873 εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Συλλογή Λυρικών Ασμάτων». Η είσοδός του όμως στη σάτιρα και η εισαγωγή του σατιρικού είδους στην Ελλάδα έγινε το 1876 με τη συλλογή «Τα τραγούδια μου». Έγραψε επίσης πολλά έμμετρα σατιρικά θεατρικά έργα («Από γαμβρός παράνυφος», «Περιφέρεια» «Αναπαραδιάρης» κ.ά.), ενώ μετέφρασε με επιτυχία και τις «Νεφέλες» του Αριστοφάνη, την παράσταση των οποίων σκηνοθέτησε.
Έργο ζωής όμως για το Σουρή υπήρξε η εφημερίδα που εξέδωσε το 1883 με την επωνυμία «Ο Ρωμηός», η οποία εκδιδόταν σχεδόν αδιάλειπτα ως το 1919, λίγους μήνες πριν από το θάνατο του ποιητή. Ο «Ρωμηός» ήταν έμμετρη σατιρική εφημερίδα, την οποία (με εξαίρεση τον πρώτο καιρό, όταν συμμετείχε ο Δημ. Κόκκος) ο Σουρής έγραφε μόνος του. Της ίδιας μορφής ήταν και το «Ημερολόγιο του Ρωμηού».
Ο Γ. Σουρής γνώρισε μεγάλη επιτυχία, αγαπήθηκε από όλα τα κοινωνικά στρώματα, γιατί ασκούσε κριτική σε κάθε τομέα και θεωρείται πως ήταν πεδίο δημοκρατικών ζυμώσεων. Ως προς αυτό έγινε και έντονη συζήτηση της κριτικής, με τον Ψυχάρη και τον Παλαμά να κατακρίνουν το Σουρή ως «ποιητή της ευκολίας», χωρίς έμπνευση και λογοτεχνικές ικανότητες, και τον Ξενόπουλο, τον Παναγιωτόπουλο και τον Αυγέρη να τον υποστηρίζουν για τις προθέσεις, το λογοτεχνικό αποτέλεσμα και την κοινωνική απήχηση.
Ο Σουρής είχε μεγάλη ευκολία στο να πλάθει στίχους και με την ιδιότυπη ανάμεικτη καθαρεύουσα και δημοτική γλώσσα του δημιούργησε ένα είδος λόγου νέο. Το έργο του παραμένει ευφυές και πνευματώδες και ασκεί ιδιαίτερη γοητεία με την ευστοχία του ακόμη και στη σύγχρονη εποχή, που βρίσκεται εντελώς εκτός πραγματικότητας. Η προσφορά του Σουρή υπήρξε μεγάλη, τόσο στο λογοτεχνικό είδος της, όσο και στην κοινωνική και πολιτική της παρέμβαση.
Το 1966 ο Γιώργος Βαλέτας εξέδωσε τα «Άπαντα» του Σουρή. Πολλά δημοσιεύματά του παραμένουν, ωστόσο, ακόμη ασυγκέντρωτα από τα ποικίλα έντυπα με τα οποία συνεργάστηκε. Το 1886 ο Σουρής παρασημοφορήθηκε από το Χαρίλαο Τρικούπη, είκοσι χρόνια αργότερα προτάθηκε για το Νόμπελ Λογοτεχνίας και το 1915 τιμήθηκε με το βασιλικό μετάλλιο Γραμμάτων και Τεχνών. («Μαλλιάρης-παιδεία»).

Ὁ Ῥωμηός

Στὸν καφενὲ ἀπ᾿ ἔξω σὰν μπέης ξαπλωμένος,
τοῦ ἥλιου τὶς ἀκτῖνες ἀχόρταγα ρουφῶ,
καὶ στῶν ἐφημερίδων τὰ νέα βυθισμένος,
κανέναν δὲν κοιτάζω, κανέναν δὲν ψηφῶ.
Σὲ μία καρέκλα τὅνα ποδάρι μου τεντώνω,
τὸ ἄλλο σὲ μίαν ἄλλη, κι ὀλίγο παρεκεῖ
ἀφήνω τὸ καπέλο, καὶ ἀρχινῶ μὲ τόνο
τοὺς ὑπουργοὺς νὰ βρίζω καὶ τὴν πολιτική.
Ψυχή μου! τί λιακάδα! τί οὐρανὸς ! τί φύσις !
ἀχνίζει ἐμπροστά μου ὁ καϊμακλῆς καφές,
κι ἐγὼ κατεμπνευσμένος γιὰ ὅλα φέρνω κρίσεις,
καὶ μόνος μου τὶς βρίσκω μεγάλες καὶ σοφές.
Βρίζω Ἐγγλέζους, Ρώσους, καὶ ὅποιους ἄλλους θέλω,
καὶ στρίβω τὸ μουστάκι μ᾿ ἀγέρωχο πολύ,
καὶ μέσα στὸ θυμό μου κατὰ διαόλου στέλλω
τὸν ἴδιον ἑαυτό μου, καὶ γίνομαι σκυλί.
Φέρνω τὸν νοῦν στὸν Διάκο καὶ εἰς τὸν Καραΐσκο,
κατενθουσιασμένος τὰ γένια μου μαδῶ,
τὸν Ἕλληνα εἰς ὅλα ἀνώτερο τὸν βρίσκω,
κι ἀπάνω στὴν καρέκλα χαρούμενος πηδῶ.
Τὴν φίλη μας Εὐρώπη μὲ πέντε φασκελώνω,
ἀπάνω στὸ τραπέζι τὸν γρόθο μου κτυπῶ...
Ἐχύθη ὁ καφές μου, τὰ ροῦχα μου λερώνω,
κι ὅσες βλαστήμιες ξέρω ἀρχίζω νὰ τὶς πῶ.
Στὸν καφετζῆ ξεσπάω... φωτιὰ κι ἐκεῖνος παίρνει.
Ἀμέσως ἄνω κάτω τοῦ κάνω τὸν μπουφέ,
τὸν βρίζω καὶ μὲ βρίζει, τὸν δέρνω καὶ μὲ δέρνει,
καὶ τέλος... δὲν πληρώνω δεκάρα τὸν καφέ.

Ὁ Ῥωμηὸς στὸν Παράδεισο

Θεούλη μου, τί σοῦ ῾λθε νὰ μ᾿ ἁγιάσεις;
νομίζεις πῶς θὰ μ᾿ ἔμελλε καθόλου,
ἂν ἤθελες κι ἐμένα νὰ κολάσεις
καὶ μ᾿ ἔστελνες παρέα τοῦ διαβόλου;
Μ᾿ ἀρέσει ὁ Παράδεισος, ἀλήθεια,
χωρὶς δουλειὰ σκοτώνω τὸ καιρὸ
βλέπω ἁγίους γύρω μου σωρό,
διαβάζω συναξάρια, παραμύθια,
κι ἀκούω καὶ τραγούδια θεϊκά,
μά, ἔλα ποὺ δὲν ἔχετε συνήθεια,
νὰ λέτε κι ἕνα δυὸ πολιτικά!
Σὺ κυβερνᾷς γιὰ πάντα μὲ γαλήνη
κι ὥρα ἀπ᾿ τὸ θρόνο σου δὲ πέφτεις...
Ἂς ἦταν δυνατὸν Θεὸς νὰ γίνει
καὶ ἄλλος σὰν ἐσένα, λίγο ψεύτης,
νὰ μοιρασθεῖ τῶν οὐρανῶν τ᾿ ἀσκέρι,
νὰ πᾶνε καὶ μ᾿ ἐκεῖνον οἱ μισοί,
νά ῾ρχεται αὐτός, νὰ πέφτεις σύ,
νὰ γίνεται λιγάκι νταραβέρι...
Μὰ ὅλα ἐδῶ εἶναι τακτικά,
ὁ οὐρανὸς Θεὸ ἐσένα ξέρει,
καὶ δὲ μιλοῦν πολιτικά!
Ἐδῶ ποὺ μ᾿ ἡσυχία ὅλοι ζοῦνε,
γιὰ μένα εἶναι κόλαση μεγάλη,
πολιτικὰ τ᾿ αὐτιά μου ἂς ἀκοῦνε,
κι ἂς εἶμαι καὶ στὴ κόλαση, χαλάλι!
Ἂν εἶχες εἰς τὸ νοῦ νὰ μὲ κολάσεις,
καὶ μ᾿ ἔφερες κοντά σου γιὰ ποινή,
νά! κόλαση γιὰ ῾μὲ ἀληθινή...
Μά, φθάνει πιά, Θεέ μου, μὴ μὲ σκάσεις,
καὶ διῶξε με στὸ λέω παστρικά,
γιατὶ ἀλλιῶς στιγμὴ δὲ θὰ ῾συχάσεις...
Μονάχος θὰ μιλῶ πολιτικά!

Ἀρχηγοί

Τοῦ Διογένη πιάσετε ἀμέσως τὸ φανάρι,
κι᾿ ἐλᾶτε νὰ γυρέψουμε κανέναν ἀρχηγό·
ἀλλὰ καθένας μας, θαρρῶ, εἶν᾿ ἄξιος νὰ πάρῃ
τὴν ἀρχηγίαν κόμματος, ἀκόμη δὰ κι᾿ ἐγώ.
Γιὰ τὰ πρωτεῖα ξεψυχᾷ κάθε Ρῳμιὸς λεβέντης,
μόνον αὐτὸς πρωθυπουργός, μόνον αὐτὸς ἀφέντης.
Τί ἀρχηγῶν κατακλυσμός! ... κι᾿ οἱ ἕλληνες ἐκεῖνοι,
ποὺ τὸν καφφέ των βερεσὲ εἰς τὰ Χαυτεῖα πίνουν,
ἂν ἀρχηγίαν ἔξαφνα κανένας τοὺς προτείνῃ,
δὲν θὰ διστάσουν βέβαια καὶ Ἀρχηγοὶ νὰ γίνουν.
Κι᾿ αὐτὸς ὁ ἕσχατος Ρωμηὸς γιὰ ὅλα κάτι ξέρει,
ἕλληνος τράχηλος ποτὲ ζυγὸν δὲν ὑποφέρει.
Ἰδοὺ νταῆς φουστανελλᾶς μὲ φέσι καὶ σελάχι!
ποιὸς ξέρει ἂν Πρωθυπουργὸς δὲν γίνῃ καμμιὰ ᾿μέρα;
ποιὸς ξέρει πόσα σχέδια καὶ ἀπαιτήσεις θἄχη,
καὶ ἂν τὴν διπλωματικὴ δὲν συνταράξῃ σφαῖρα;
Ὤ! ναί! ποτὲ τὸν ἕλληνα μὴ θεωρῆτε πτῶμα...
᾿ς ὅλους θὰ ἔλθη ἡ σειρὰ νὰ κυβερνήσουν κόμμα.
Μᾶς λείπει ἕνας ἀρχηγός;... πενῆντα ξεφυτρόνουν,
τὸ ἕνα κόμμα χάνεται;... θὰ ἔβγουν ἄλλα δέκα·
ὅλοι γιὰ τὸ ἀξίωμα τοῦ ἀρχηγοῦ μαλλόνουν,
κι᾿ ἴσως ἀργότερα μᾶς βγῇ ᾿ς τὴ μέση καὶ γυναῖκα.
Ἀλλὰ κι᾿ ἐγὼ ὁ ἀφανὴς τῶν Ἀθηνῶν πολίτης
ἐλπίζω πὼς καμμιὰ φορὰ θὰ γίνω Κυβερνήτης.
Ἐμπρός! μὲ πόζα ἀρχηγοῦ καθένας ἂς προβάλλη,
ἀπ᾿ ὅλους ἂς κυβερνηθῆ ἡ προσφιλὴς Ἑλλάς·
ἂς γίνῃ ὁ Ἡμέτερος, ἂς γίνουν ὅμως κι᾿ ἄλλοι,
ἂς γίνῃ κι ὁ Κατσικαπῆς κι᾿ αὐτὸς ὁ Μπουλελᾶς.
Ἂς πλημμυρίσῃ μ᾿ ἀρχηγοὺς τὸ ἔθνος πέρα πέρα,
ἂς μᾶς σηκώσῃ ἔξαφνα καὶ ἡ Ροζοῦ παντιέρα.
Μονάχα ἕνας βασιλεὺς μὴ μένη ᾿ς τὸ Παλάτι,
πενῆντα δυὸ τουλάχιστον ἂς ἦνε βασιλεῖς,
ὅλοι ἂς ἔβγουν κύριοι ᾿ς τῶν ἄλλων τὸ γεινάτι,
κι᾿ ὀγδόντα πέντε Πρόεδροι ἂς γίνουν τῆς Βουλῆς.
Ὅλοι τρανοὶ πολιτικοί, κανένας ἰδιώτης,
ὅλοι ποζάτοι στρατηγοί, κανένας στρατιώτης.

Τεμπελιά

Δὲν ἔχω κέφι γιὰ δουλειά,
πάλι μὲ δέρνει τεμπελιὰ
καὶ κάθομαι στὸ στρῶμα...
Βρίσκω τὸ σῶμα μου βαρὺ
καὶ ὀλ᾿ ἡ γῆ δὲ μὲ χωρεῖ
κι ὁ οὐρανὸς ἀκόμα.
Κακὰ νομίζω τὰ καλὰ
καὶ βλέπω μία στὰ χαμηλὰ
καὶ μία κοιτῶ ἐπάνω...
Σ᾿ αὐτὸ τὸν κόσμο τὸν χαζὸ
ἂς ἠμποροῦσα νὰ μὴ ζῶ
μὰ ...δίχως νὰ πεθάνω.