16/02/14 23:25 - Περί ανταλλαγής εθνικών κειμηλίων Ελλάδος-Βουλγαρίας!..

 

Περί ανταλλαγής εθνικών κειμηλίων Ελλάδος-Βουλγαρίας!..

Με αφορμή το (θετικό κατά άλλα) γεγονός, ότι γίνονται μυστικές διαπραγματεύσεις για την ανταλλαγή εθνικών κειμηλίων μεταξύ της Ελλάδος και της Βουλγαρίας, ας δούμε τι ζητάμε εμείς. Αναμένουμε λοιπόν μερικές εκατοντάδες βυζαντινά χειρόγραφα, εικόνες και εκκλησιαστικά σκεύη που είχαν αρπάξει οι βουλγαρικές αρχές κατοχής το 1918 στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο από τις Μονές Τιμίου Προδρόμου Δράμας και Παναγίας Αχειροποιήτου Παγγαίου. Με την υπογραφή της συνθήκης του Νεϊγί, το 1920, οι Βούλγαροι επέστρεψαν τα κειμήλια της Μονής Προδρόμου, όχι όμως και τα 400 και πλέον που είχαν πάρει από το μοναστήρι των Σερρών και τα οποία φυλάσσονται στο μουσείο Ιβάν Ντουίτσεφ, στη Σόφια. Για παρόμοια θέματα,  ας θυμηθούμε τι γράφαμε εδώ και χρόνια στο τρίτομο έργο μας «Πού βρίσκονται τα αρχαία ελληνικά χειρόγραφα»!..

ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ στην εφημερίδα «Καθημερινή» ένα άκρως ενδιαφέρον δημοσίευμα, το οποίο, μεταξύ άλλων, αναφέρει τα εξής:

«Οι συζητήσεις διεξάγονται μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, με απόλυτη μυστικότητα και βρίσκονται σε καλό δρόμο. Τα χρονικά περιθώρια άλλωστε στενεύουν. Οι Βούλγαροι τιμούν φέτος τα χίλια χρόνια από τον θάνατο του «πατριάρχη» του έθνους τους, τσάρου Σαμουήλ, και προγραμματίζουν για το φθινόπωρο εντυπωσιακές εκδηλώσεις και τελετές. Το λείψανο του «πατέρα του έθνους» θέλουν να αποτελέσει σε αυτές τη μεγάλη ατραξιόν. Πλην όμως, τον υπερπολύτιμο για τους Βούλγαρους εθνικό θησαυρό, τα οστά δηλαδή του πρώτου αυτοκράτορά τους, τα έχουν οι Ελληνες, που ζητούν ανταλλάγματα για να τα δώσουν.

Ποια είναι αυτά; Μερικές εκατοντάδες βυζαντινά χειρόγραφα, εικόνες και εκκλησιαστικά σκεύη που είχαν αρπάξει οι βουλγαρικές αρχές κατοχής το 1918 στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο από τις Μονές Τιμίου Προδρόμου Δράμας και Παναγίας Αχειροποιήτου Παγγαίου. Με την υπογραφή της συνθήκης του Νεϊγί, το 1920, οι Βούλγαροι επέστρεψαν τα κειμήλια της Μονής Προδρόμου, όχι όμως και τα 400 και πλέον που είχαν πάρει από το μοναστήρι των Σερρών και τα οποία φυλάσσονται στο μουσείο Ιβάν Ντουίτσεφ, στη Σόφια. (…)»

Για το θέμα αυτό της αρπαγής χειρογράφων από Βούλγαρους μοναχούς στο Άγιο Όρος είχαμε αναφερθεί μέσα στο έργο μας «Πού βρίσκονται τα αρχαία ελληνικά χειρόγραφα». Ας θυμηθούμε, λοιπόν, τι γράφαμε τότε:

ΜΕΤΑ την παρουσίασιν του βιβλίου μας «Πού βρίσκονται τα Αρχαία Ελληνικά Χειρόγραφα», που έγινε σε γνωστό ξενοδοχείο των Αθηνών, είχα την μεγάλη χαρά και τιμή να συζητήσω με τούς γνωστούς και καταξιωμένους πανεπιστημιακούς δασκάλους Γεώργιο Τουρλίδη και Δημήτριο Μούκανο ένα παρεμφερές , με το βιβλίο μας, θέμα, με σκοπό την παρουσίασίν του εις τούς φοιτητάς των, μέσα εις τα αμφιθέατρα της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, όπου κατ’ επανάληψιν παρουσιάσθηκαν βιβλία του γράφοντος, και που ο έχων την τιμήν να αναπτύσση αυτές τις αράδες, είχε την ευκαιρία να εντρυφήση σε πολλά θέματα, ως φοιτητής του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ως άνω Πανεπιστημίου.
Αμέσως, λοιπόν, και χωρίς χρονοτριβή, εγεννήθη το θέμα: «Συλητές και πράκτορες του Αγίου Όρους!…».
Όπως αντιλαμβάνονται οι πάντες, στόχος της ομιλίας αυτής ήτο η επισήμανσις ορισμένων στοιχείων, που να καταδεικνύεται ο ύποπτος ρόλος ορισμένων «επισκεπτών» του Αγίου Όρους, οι οποίοι κάθε άλλο, παρά δικαιολογούσαν την επίσκεψίν τους στο «Περιβόλι της Παναγιάς», αφού η δραστηριότης των υπερέβαινε τα όρια της «θρησκευτικότητός» των με παράνομες και ιερόσυλες πράξεις, που άγγιζαν τα όρια της μυθιστορηματικής φαντασίας.
Οι επισκέπτες αυτοί, ούτε λίγο ούτε πολύ, έρχονταν ως εντεταλμένοι ξένων δυνάμεων για να κατασκοπεύσουν τα 20 Μοναστήρια του Αγίου Όρους και, ει δυνατόν, να κατακλέψουν ό,τι πολυτιμότερο εύρισκαν μέσα σ’ αυτά (από χειρόγραφα μέχρι ιερά σκεύη και πολύτιμους ιερούς λίθους), χωρίς ποτέ να ευαισθητοποιηθούν για την επιστροφή τους στο «Κάστρο της Ορθοδοξίας», που δεν είναι άλλο από το ίδιον το Άγιον Όρος!
Αφορμή για το θέμα αυτό εδόθη εις τον γράφοντα, μία συγκλονιστική περιπέτεια - «θρίλερ». Που είδε το φως της δημοσιότητας πριν λίγα χρόνια, με την κλοπή εκ του Αγίου Όρους, ενός χειρογράφου του μοναχού Παϊσίου του Χελανδαρίου , το οποίο , μετά την διαπίστωσιν της μεγάλης αυτής κλοπής, ανάγκασαν το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών, αλλά και το Υπουργείο Πολιτισμού, να δώσουν πολλές δικαστικές και διπλωματικές μάχες μέχρι την ώρα που το χειρόγραφο να επιστραφή – επί τέλους ! - στην θέση του!
Πιο συγκεκριμένα την δεκαετία του 1980 εκλάπη από το Μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου του Ζωγράφου, στο Άγιον Όρος, το χειρόγραφο, που είχε γραφή το 1762 και έφερε την υπογραφή του μοναχού Παϊσίου του Χελανδαρίου.
Το χειρόγραφο αυτό θεωρείται ένα από τα αυθεντικά μνημεία της βουλγαρικής ιστορίας . Αναφέρεται στην … «ανωτερότητα της σλαβο-βουλγαρικής φυλής» του τότε βαλκανικού κόσμου, ενώ ζητάει από τους Βουλγάρους να «ξυπνήσουν»…
Το χειρόγραφο του μοναχού Παϊσίου, σύμφωνα με την εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» της Τρίτης, 3 Δεκεμβρίου 1996, είχε εκτεθεί από τις 23 Σεπτεμβρίου του 1996 στο Ιστορικό Μουσείο της Σόφιας. Σύμφωνα με τον διευθυντή του μουσείου Μπ. Ντιμιτρόφ, του παραδόθηκε από «ανώνυμο δωρητή» δέκα ημέρες ενωρίτερα, στις 13 Σεπτεμβρίου. Έκτοτε, οι Βούλγαροι ετάσσοντο υπέρ της παραμονής του χειρογράφου στην Βουλγαρία με το αιτιολογικό, ότι «η αξία του κειμηλίου είναι μηδενική για τους Έλληνες»!
Οι Βούλγαροι ήσαν τόσο κατηγορηματικοί για το θέμα, που ο διευθυντής του μουσείου ανέφερε σε συνέντευξή του :
« Ακόμη και ο ίδιος ο Οικουμενικός Πατριάρχης να τεθεί επικεφαλής της αντιπροσωπείας των μοναχών και πάλι τίποτε δεν θα τους δώσω. Τηρώ τους διεθνείς νόμους και συμβάσεις και βάσει αυτών, μόνον ο υπουργός Πολιτισμού της Βουλγαρίας είναι σε θέση να με διατάξει να επιστρέψω το χειρόγραφο στο Μοναστήρι του Ζωγράφου» !
Οι μοναχοί, εν όψει των πιθανών ποινικών ευθυνών, που ενδεχομένως είχαν προκύψει, κατάφεραν άμεση συνάντηση με τον τότε αντιπρόεδρο της κυβερνήσεως, Σφ. Σιβάροφ και τον πρόεδρο της Βουλής, Μπλ. Σέντοφ, ενώ, ταυτόχρονα, επέδιδαν υπόμνημα στην Γενική Εισαγγελία. Διετάχθη έρευνα για την διακρίβωση της αυθεντικότητος του χειρογράφου, που βρισκόταν στο μουσείο και οι μοναχοί, προς τιμήν των, εδήλωσαν, ότι εάν το κειμήλιο βρισκόταν παράνομα στην Βουλγαρία, έπρεπε να επιστραφεί στην Βιβλιοθήκη της Μονής.
Κατά την ως άνω εφημερίδα, στην εν λόγω υπόθεση ενεπλάκη και το όνομα του Μητροπολίτου Νευροκοπίου Ναθαναήλ, ο οποίος εδήλωσε, ότι η Ιερά Σύνοδος της Βουλγαρίας επρόκειτο, εντός των ημερών, να εκφράσει την άποψη ότι η Μονή του Ζωγράφου δικαιωματικά ζητούσε την επιστροφή του χειρογράφου.

ΠΟΙΟΣ Ο ΜΟΝΑΧΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ ;

Βεβαίως, όταν ομιλούμε περί μοναχού Παϊσίου, καλόν είναι να μην έχουμε προ οφθαλμών τον άγιο εκείνο Παπουλάκο, που εμόναζε σε μία σκήτη του Αγίου Όρους και είχε το προφητικό χάρισμα, συγκλονίζοντας με την σοφία του κάθε Έλληνα επισκέπτη (τον χάσαμε προ ολίγων ετών),
αλλά έναν άλλον «μοναχό», που έζησε πολλά χρόνια νωρίτερα, και ο οποίος απεδείχθη ότι ήτο βαλτός των ξένων δυνάμεων, να διεισδύσει στο Άγιον Όρος και να δημιουργήσει εθνική συνείδηση στους Βουλγάρους δια της συγγραφής μιας περιέργου ιστορίας σε ένα χειρόγραφο, που ήταν και η «πέτρα του σκανδάλου» στον διπλωματικό και δικαστικό μαραθώνιο μεταξύ Ελλάδος και Βουλγαρίας!
Mέσα από το βιβλίο: « Η κατά της Μακεδονίας επιβουλή» (1) διαβάζουμε:

«Η πρώτη κίνησις αφυπνίσεως των Βουλγάρων (2) ανάγεται εις παλαιοτέραν εποχήν και συγκεκριμένως κατά τα μέσα του 18ου αιώνος, Την κίνησιν όμως ταύτην δεν είχεν ενστερνισθή επισήμως ακόμη η Ρωσική πολιτική.
Τον υπνώττοντα Βουλγαρικόν εθνισμόν ανέλαβε ν’ αφυπνίση ο Βουλγαρικής καταγωγής μοναχός Παΐσιος.
Ο Παΐσιος εγεννήθη το 1720 εις Σαμόκοβον. Από νεαρωτάτης ηλικίας περιεβλήθη το μοναχικόν σχήμα και διέμενε εις τας μονάς Χελανδαρίου και Ζωγράφου, του Αγίου Όρους. Το 1755 κατόπιν αιτήσεως της Ρωσικής εκκλησίας απεστάλη παρά του Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως ως Αρχιμανδρίτης εις Μόσχαν. Εκεί εμυήθη εις τα σχέδια των Ρώσων Πανσλαβιστών και έλαβεν εντολήν όπως επανερχόμενος εις Άγιον Όρος αναλάβει να αφυπνίση τους υπνώττοντας Βουλγαρικούς πληθυσμούς. Το 1762 ακολουθών την υπό της Μόσχας καθοριζομένην γραμμήν εξέδωκε την « Σλαβινοβουλγαρικήν Ιστορίαν των Λαών των Τσάρων και των Αγίων της Βουλγαρίας» δια της οποίας ανέλαβε να διδάξη εις τους Βουλγάρους την Ιστορίαν των και να διεγείρη τον φυλετικόν εθνικισμόν των..».

Ας δούμε, όμως, τι έγραφε ο Παΐσιος στον πρόλογο του βιβλίου του:

« Βούλγαρε, μάθε να γνωρίζης την φυλήν σου και την γλώσσαν σου. Αγάπα την πατρίδα σου και απόθανε δι’ αυτήν. Προσπάθησε να διδαχθής πώς ήτο οργανωμένος ο λαός σου, μάθε ότι είχες Βασιλείς, Πατριάρχας και Αγίους. Οι Έλληνες και οι Σέρβοι μας εμπαίζουν διότι είμεθα ταπεινής καταγωγής άνευ Τσάρων, Πατριαρχών και Αγίων, άνευ Ιστορίας. Εγώ όμως δια τούτο αγωνίζομαι να αποδείξω το εναντίον και γράψω την Ιστορίαν ταύτην».

Σύμφωνα με τον ιστορικόν Γ. Α. Λ., εις την ιστορία αυτή περιέχονται χονδροειδέστατα ιστορικά ψεύδη και ανακρίβειες, ενώ, μεταξύ των άλλων, γράφεται ότι και ο Βασίλειος ο Β΄ ο Βουλγαροκτόνος ήταν … βουλγαρικής καταγωγής (!!), για να συνεχίση:
«Χαρακτηριστικόν δε είναι ότι τα αντίτυπα της ιστορίας τα οποία εκυκλοφόρησαν εις την Βουλγαρικήν γλώσσαν εγράφησαν με Ελληνικούς χαρακτήρας. Το βιβλίον τούτο του Παϊσίου ήτο η μόνη σοβαρά εκδήλωσις της προσπαθείας αφυπνίσεως του Βουλγαρικού Εθνισμού πλην όμως ήτο τοιαύτη η αλλοίωσις του Βουλγαρικού Εθνικού φρονήματος, ώστε η απήχησις ην είχε ήτο ελαχίστη. Εν Ρωσία η κίνησις του Παϊσίου εσυνεχίσθη χωρίς όμως να έχη κατ’ αρχάς σοβαράς επιτυχίας».

Ο ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟΝ!…

Σημαντική είναι και η αμέσως επόμενη αναφορά του ως άνω συγγραφέως:

«Μαθητής και συνεχιστής του έργου του Παϊσίου υπήρξε ο Μέγας Πανσλαβιστής προπαγανδιστής και διαστροφεύς της αληθείας Επίσκοπος Βράτσας Σωφρόνιος Βλαδισλάβωφ, ο οποίος εξέδωκε δύο συγγράμματα αφαντάστου μισελληνισμού και πλήρη χονδροειδών ψευδολογιών, το «Βίος και παθήματα του Αμαρτωλού Σωφρονίου» και το «Βιβλίον των Βουλγάρων Τσάρων». Τα δύο αυτά βιβλία κυκλοφορούν ευρύτατα εις την Ρωσίαν κυρίως μετά το 1829.
Το 1829 εκδίδεται και κυκλοφορεί εις την Μόσχαν και άλλο ανθελληνικό σύγγραμμα, το «Παλαιοί και Σύγχρονοι Βούλγαροι εις τας σχέσεις των προς τους Ρώσους» από τον Ουγγρορώσον μοναχόν Γεώργιον Ιούλιον Βενελίνον. Κατά το βιβλίον αυτό οι Βούλγαροι ορμηθέντες εξ Ινδιών εγκατεστάθησαν εις την Ελληνικήν Χερσόνησον προ αμνημονεύτων χρόνων. Αναφέρει επίσης ότι όλοι οι Έλληνες φιλόσοφοι, συγγραφείς και στρατηγοί ήσαν Βούλγαροι και ότι οι Έλληνες, λαός πρωτόγονος και ορεσίβιος, άνευ ουδενός πολιτισμού, δια καταχθονίων μέσων και ψευδολογιών κατόρθωσαν να σφετερισθούν την ένδοξον ιστορίαν και τον πολιτισμόν του Βουλγαρικού Έθνους, και να εξαπατήσουν μέχρι σήμερον την ανθρωπότητα !!!
Και δεν ήσαν μόνον αυτοί οι οποίοι δια τοιούτων εγκληματικών ψευδολογιών προσεπάθησαν από το 1829 κυρίως να εξεγείρουν την διεθνή κοινήν γνώμην κατά του Ελληνισμού, να αφυπνίσουν τον μέλλοντα αντιπρόσωπον της Ρωσίας εις την Ελληνικήν Χερσόνησον, τον Βούλγαρον, και να εμφυσήσουν εις τούτον το μίσος κατά των Ελλήνων, αλλά και πολλοί άλλοι μεταξύ αυτών εξέχουσαν θέσιν εις την προσπάθειαν αυτήν είχον:
Ο δημοσιογράφος Κάτκωφ της «Εφημερίδος της Μόσχας» και οι Καθηγηταί του Πανεπιστημίου της Μόσχας Μπαλματίεφ και Ποπώφ, οι μετέπειτα οργανωταί της «Σλαβικής Αγαθοεργού Αδελφότητος»…» !!

ΠΑΝΤΑ ταύτα, αν λάβομε υπόψη το σημαντικό γεγονός, ότι οι Έλληνες αδελφοί Κύριλλος και Μεθόδιος εχάρισαν στους Σλάβους το λεγόμενο «Κυριλλικό αλφάβητο» και πλήθος Σλάβων λογίων μοναχών κατέκλυζαν το Άγιον Όρος για να ενδυναμώσουν την πίστη τους και να θαυμάσουν το ελληνικό ορθόδοξο μεγαλείο – έστω και αν κάποιοι εξ αυτών έπαιζαν τον ρόλο του κατασκόπου ή του συλητού και τυμβωρύχου της Αγιορείτικης κληρονομιάς μας.
Δράττομαι αυτής της ευκαιρίας να θυμίσω εδώ και ένα δημοσίευμα της εφημερίδος «Ελευθεροτυπία» της Παρασκευής, 2 Απριλίου 1999, το οποίο έφερε τον τίτλο: «Στο φως σλαβικός θησαυρός», μιας και μιλούσε για τα χειρόγραφα της αρχαίας σλαβικής φιλολογίας, που έβγαιναν μέσα από τις Ιερές Μονές του Αγίου Όρους!…

Η ΜΕΓΑΛΗ ΛΕΗΛΑΣΙΑ !…

Την 27ην Μαΐου του 1992 είδε το φως της δημοσιότητος ένα άλλο συγκλονιστικό δημοσίευμα. Ένα κείμενο – ντοκουμέντο, που εγράφη δια χειρός του γνωστού Έλληνος δημοσιογράφου Σεραφείμ Κοτρώτσου και το οποίο εδημοσιεύθη στο περιοδικό «ΕΝΑ» με τίτλο: «Στο σφυρί Βυζαντινοί θησαυροί», αφού μιλάει για εκατοντάδες σπάνια βυζαντινά χειρόγραφα, που μαρτυρούν την ελληνικότητα της Μακεδονίας και την πορεία του Ελληνισμού στον ευαίσθητο χώρο της Βαλκανικής, κατά τους βυζαντινούς χρόνους. Τα χειρόγραφα αυτά βρίσκονται από τον Μάρτιο του 1917 στα χέρια των Βουλγάρων, οι οποίοι αρνούνται να τα παραδώσουν στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, ενώ πολλά από αυτά, προερχόμενα από ελληνικά μοναστήρια, που λεηλάτησαν βουλγαρικές παραστρατιωτικές ομάδες, «βγαίνουν στο σφυρί» από ξένους οίκους δημοπρασιών!..
Αξίζει τον κόπο να δούμε τι λέει αυτό το ρεπορτάζ, το οποίο, πέραν των άλλων, αποκαλύπτει και τα εξής :

«Για περισσότερα από 70 χρόνια η γνωστή δημοσιοϋπαλληλική αδιαφορία του ελληνικού κρατικού μηχανισμού και οι περισπούδαστες διαβεβαιώσεις των ιθυνόντων του υπουργείου Εξωτερικών ότι πρόκειται για «ασήμαντο ζήτημα», είχαν εγκαταλείψει στη μοίρα του ένα μοναδικής ιστορικής αξίας βυζαντινό «θησαυρό».
Οι προσπάθειες του πανεπιστημιακού δασκάλου Λίνου Πολίτη, από τις αρχές της δεκαετίας του 1970, και στη συνέχεια τριών καθηγητών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, κατόρθωσαν να οδηγήσουν στον εντοπισμό του συλημένου «θησαυρού» που αποτελείται από εκατοντάδες βυζαντινά χειρόγραφα τα οποία απεικονίζουν την ιστορία της Μακεδονίας κατά τους τελευταίους δέκα αιώνες.
Ολόκληρο αυτό το πολύτιμο ιστορικό υλικό (που αποκτάει βαρυσήμαντη αξία ιδιαίτερα αυτή την περίοδο που οργιάζει η προπαγάνδα σε βάρος της ελληνικότητας της Μακεδονίας) βρίσκεται στα δαιδαλώδη υπόγεια του Κέντρου Σλαβοβυζαντινών Σπουδών «Ιβάν Ντούτσεβ» της Σόφιας και η βουλγαρική κυβέρνηση αρνείται να το επιστρέψει, εμπλέκοντας μάλιστα την υπόθεση στα «γρανάζια» της σχετικής ψυχρότητας που διέπει τελευταία τις ελληνοβουλγαρικές σχέσεις. Η ανακίνηση του εξαιρετικά σημαντικού αυτού θέματος, ενέχει πλέον σοβαρό πολιτικό κόστος για την ελληνική πλευρά, καθώς η επιστροφή των σπάνιων βυζαντινών χειρογράφων εντάσσεται στην πλήρη ενεργοποίηση της Συνθήκης του Νεϊγύ, γεγονός που προϋποθέτει την απόδοση ανταλλαγμάτων από τη χώρα μας.
Το τελευταίο χρονικό διάστημα μάλιστα η υπόθεση γίνεται αφορμή για πολιτικές εκκαθαρίσεις στη Βουλγαρία επιστημόνων και άλλων παραγόντων (που βλέπουν με συμπάθεια το ανεπίσημο ελληνικό αίτημα) με τη δικαιολογία ότι συνεργάστηκαν με το προηγούμενο καθεστώς του Τεοντόρ Ζίβκωφ.
Η υπόθεση, που περιέχει έντονα στοιχεία διεθνούς πολιτικού «θρίλερ», αφορά τη σύληση (το Μάρτιο του 1917) των μοναστηρίων της Εικοσιφοίνισσας Παγγαίου και Πρόδρομου Σερρών, από βουλγαρικές στρατιωτικές και παραστρατιωτικές ομάδες.
Όπως προέκυψε από τις μακροχρόνιες έρευνες του πανεπιστημιακού δασκάλου Λίνου Πολίτη, περίπου 418 ελληνικά χειρόγραφα βρίσκονται ακόμα και σήμερα στη Σόφια, ενώ ένας άγνωστος αριθμός έχει μεταφερθεί ή έχει πωληθεί σε κρατικές και ιδιωτικές συλλογές στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ.
«Τα συλημένα χειρόγραφα της Εικοσιφοίνισσας, ως “Membra Disjecta” είναι διασκορπισμένα σε όλο τον κόσμο και άλλα, τα περισσότερα, θεωρούνται «χαμένα», μολονότι όλοι γνωρίζουμε ότι αυτά βρίσκονται στη Σόφια», έγραφε σε μία από τις μελέτες του για τα ελληνικά χειρόγραφα ο Καθηγητής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Βασίλειος Άτσαλος, λίγους μήνες πριν οι Βούλγαροι αναγνωρίσουν επίσημα – ύστερα από σιωπή 73 χρόνων- ότι κατέχουν τα ελληνικά χειρόγραφα.
Εδώ και δεκαπέντε περίπου χρόνια ωστόσο, ο Λίνος Πολίτης έδινε την πολιτική διάσταση του θέματος και προδιέγραφε (ίσως απαισιόδοξα) και την εξέλιξή του.
«Το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα των εξήκοντα ετών δικαιολογεί, ίσως, μίαν τοιαύτην «παραγραφήν». Άλλωστε, η Ελλάς δεχθείσα άνευ τινος διαμαρτυρίας τα παραδοθέντα τω 1923 χειρογράφων και μη ανακινήσασα επί τοσούτον χρόνον το ζήτημα, υπέχει και αυτή μέρος της ευθύνης».

Ο πανεπιστημιακός δάσκαλος αναφέρεται φυσικά στην επιστροφή μέρους των χειρογράφων (των πιο ασήμαντων ιστορικά) το 1923, τα οποία, η ελληνική κυβέρνηση τότε αποδέχτηκε χωρίς να θέσει ζήτημα για τα υπόλοιπα, που εξακολουθούσαν να βρίσκονται στη Σόφια ή είχαν διαρρεύσει με υπαιτιότητα των Βουλγάρων σε ευρωπαϊκές χώρες.
Εκτός από τη διαπιστωμένη εκκλησιαστική και καλλιτεχνική αξία, η μεγάλη σημασία των κλεμμένων χειρογράφων έγκειται στο γεγονός, ότι περιλαμβάνουν γραπτούς κώδικες στους οποίους υπάρχουν πολύτιμα στοιχεία για την πολιτική, πολιτιστική και θρησκευτική ιστορία της Μακεδονίας των τελευταίων δέκα αιώνων.
Και δεν είναι λίγοι εκείνοι που πιστεύουν ότι τα στοιχεία αυτά κινδυνεύουν να πέσουν σε χέρια ανθρώπων (εάν δεν έχουν πέσει ήδη) που μπορεί να τα αλλοιώσουν, ανάλογα με την εξέλιξη που θα έχουν τα πολιτικά δρώμενα στη βαλκανική χερσόνησο… (3)
Οι μοναδικοί Έλληνες επιστήμονες που έχουν μια σχετικά ελεύθερη πρόσβαση σ’ αυτό το σπάνιο αρχειακό υλικό, είναι οι καθηγητές του Πανεπιστημίου της Θεσσαλονίκης Βασίλειος Άτσαλος, Βασίλειος Κατσαρός και Χαράλαμπος Παπαστάθης. Με τις δικές τους προσπάθειες και την πολύτιμη συνδρομή του πρύτανη του Πανεπιστημίου κ Αντώνη Τρακατέλη, το Κέντρο Σλαβο-Βυζαντινών Σπουδών επιτρέπει πλέον τη μελέτη των χειρογράφων, από τα οποία αντλούνται σημαντικά στοιχεία για την ελληνική ιστορία της Μακεδονίας. Ωστόσο, οι ραγδαίες ανακατατάξεις και η επικράτηση πιο σκληρών «τάσεων στη βουλγαρική κυβέρνηση, με την παράλληλη «μόνιμη» αδιαφορία των ελληνικών αρχών, έχουν οδηγήσει το αίτημα της επιστροφής των χειρογράφων σε … μηδενικό σημείο.
Η ιστορία της σταδιακής εξαφάνισης των χειρογράφων εξελίσσεται εδώ και 75 χρόνια σε διάφορες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες και στις ΗΠΑ, όπου κατά διαστήματα «εμφανίζονται» μερικά από τα κομμάτια της συλλογής των δύο ελληνικών χειρογράφων.
Μεγάλοι ξένοι οίκοι δημοπρασιών έχουν αποκτήσει (με άγνωστους τρόπους) μερικά από τα ελληνικά χειρόγραφα και τα έχουν πωλήσει σε ιδιώτες ή κρατικά ιδρύματα ευρωπαϊκών χωρών.
Μέχρι και πριν από μερικά χρόνια, ορισμένα από τα κλεμμένα χειρόγραφα εμφανίστηκαν στους καταλόγους προς πώληση έργων τέχνης, στους οίκους Jojef Baer της Φρανκφούρτης και Christie’s του Λονδίνου.
Τα κλεμμένα ελληνικά χειρόγραφα εντόπισε πρώτος ο γνωστός επιστήμονας Έρχαρντ, ο οποίος την άνοιξη του 1918 εργάστηκε στη Βιβλιοθήκη Επιστημών της Σόφιας, όπου έκπληκτος βρέθηκε ενώπιον των ελληνικών χειρογράφων που πίστευε ότι βρίσκονταν στα ελληνικά μοναστήρια της Μακεδονίας. Σιγά-σιγά οι ελληνικές πρεσβείες του εξωτερικού διαπίστωναν ότι μερικά από τα ελληνικά χειρόγραφα εμφανίζονταν σε διάφορες δημοπρασίες.
Δέκα από αυτά πουλήθηκαν στη Φρανφούρτη και οι υπεύθυνοι του οίκου ισχυρίστηκαν ότι είχαν αγοραστεί από την Τουρκία πριν τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.
Βαρύτιμος εκκλησιαστικός κώδικας της Ιεράς Μονής Εικοσιφοίνισσας αγοράστηκε κάπου στην Ευρώπη από τον Αμερικανό δόκτορα Φραγκλίνο Κρούμπερ και το 1914 περιήλθε στην κτήση του Θεολογικού Σεμιναρίου της Ευαγγελικής Λουθηριανής Εκκλησίας στο Μέϊγουντ του Ιλινόϊς των ΗΠΑ.
Το 1948 η πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη του Άμστερνταμ απέκτησε από Ολλανδό παλαιοπώλη ένα από τα χειρόγραφα, ενώ είναι γνωστό πως δεκάδες άλλα βρίσκονται σε βιβλιοθήκες πανεπιστημίων της Ουψάλας, της Πράγας και της Νέας Υόρκης.
Πριν μερικούς μήνες σε εκδήλωση που οργάνωσε στην Αθήνα το Ίδρυμα Γουλανδρή, η διευθύντρια του Κέντρου Σλαβο-Βυζαντινών Σπουδών της Σόφιας, κ Αξίνια Τζούροβα, παραδέχτηκε για ακόμη μία φορά πως τα ελληνικά χειρόγραφα βρίσκονται στη Σόφια.
Αυτή η δημόσια αποδοχή της κατάκτησης των χειρογράφων ίσως να είναι και ένας από τους λόγους που η κ. Τζούροβα έχει περιπέσει σε δυσμένεια και πολλοί προδιαγράφουν ότι σύντομα θα «καρατομηθεί» με την «επίσημη» δικαιολογία των διασυνδέσεων που διέθετε στο καθεστώς Ζίφκωβ.
Ο καθηγητής Βασίλειος Άτσαλος έγραφε σε σχετική μελέτη του, το 1990: «Η κλοπή των χειρογράφων εντάσσεται στη γενικότερη προσπάθεια και επιδίωξη των Βορείων γειτόνων μας για τον αφελληνισμό και εκβουλγαρισμό της περιοχής».
Την αλλοίωση (είτε λόγω επέμβασης είτε λόγω χρονικής φθοράς) που έχουν υποστεί ορισμένα από τα χειρόγραφα διαπίστωσαν οι τρεις καθηγητές του Πανεπιστημίου της Θεσσαλονίκης πριν δύο περίπου χρόνια, σε μία από τις πρώτες επισκέψεις τους στη Σόφια.
«Συχνά από τα χειρόγραφα λείπουν φύλλα μεμονωμένα, κυρίως αυτά που είχαν μικρογραφίες ή έφεραν σημειώματα που πρόδιδαν την προέλευσή τους. Κάποτε δεν λείπουν φύλλα, αλλά έχουν εξαλειφθεί ή οι παλαιοί αριθμοί των χειρογράφων ή τα σημειώματα ή μέσα στα σημειώματα (υπάρχουν) μόνο τα ονόματα των μονών. Τέλος, σε μερικές περιπτώσεις από τα χειρόγραφα λείπουν μεγάλα τμήματα», αναφέρουν.
Ποιοι και γιατί παρενέβησαν στα ελληνικά χειρόγραφα και τι είναι δυνατόν να επιδιώκουν είναι «επισήμως» άγνωστο, αλλά εύκολα εξηγήσιμο, εάν λάβει κανείς υπόψη του την τεράστια σημασία που έχουν για τον προσδιορισμό του πληθυσμιακού στοιχείου και των πολιτισμικών συσχετισμών στην περιοχή της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, κατά τους τελευταίους αιώνες.
Αξίζει να σημειωθεί ότι μεταξύ των κλεμμένων χειρογράφων βρίσκονται και ορισμένα που θεωρούνται «ανυπολόγιστης ιστορικής αξίας», όπως το βαρύτιμο Ευαγγέλιο των «εννέα οκάδων», που η παράδοση το ήθελε γραμμένο από το χέρι του Βυζαντινού αυτοκράτορα
Ιωάννη Κατακουζηνού και το οποίο φυλασσόταν στο θησαυροφυλάκιο της Μονής Εικοσιφοίνισσας.
Επίσης, «κώδικες» που περιείχαν έγγραφα, ανάμεσα στα οποία ξεχωρίζει το περίφημο χαρτουλάριο Β΄, που μαζί με το χαρτουλάριο Α΄ (το οποίο ανακάλυψε το 1957 στην Πράγα ο ιδρυτής του Κέντρου Σλαβο-Βυζαντινών Σπουδών Ιβάν Ντούτσεβ) περιείχαν αυθεντικά αντίγραφα εγγράφων της Μονής Προδρόμου που καταρτίστηκαν το 14ο αιώνα (4).
Το ερώτημα ωστόσο παραμένει: Υπάρχει τρόπος επιστροφής των ελληνικών κλεμμένων χειρογράφων στη «γενέθλια» γη, σε εφαρμογή των διεθνών κανόνων δικαίου; ».

ΣΕ ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΑ ΧΕΡΙΑ Η ΕΘΝΙΚΗ ΜΑΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ!…

Άλλο ένα σημαντικό και λίαν αποκαλυπτικό δημοσίευμα, έγινε την Πέμπτη, 4 Ιανουαρίου 1996, στην εφημερίδα «Ελεύθερος Τύπος», δια χειρός της γνωστής και καταξιωμένης Ελληνίδος δημοσιογράφου Αγγελικής Δαμίγου, η οποία μεταξύ άλλων έγραφε τα εξής:

«ΑΠΟ τα μέσα του περασμένου Δεκέμβρη μέχρι και τις 4 Ιανουαρίου οι Βούλγαροι παρουσίασαν στο Βερολίνο έκθεση χριστιανικών κειμηλίων με τίτλο: «Χριστιανική τέχνη από τον 9ο έως και 10ο αιώνα. Χρυσό Μοναστήρι». Στην έκθεση αυτή παρουσιάστηκε μέρος από τα κλεμμένα το 1917 ιερατικά άμφια. Τα κλεμμένα λειτουργικά σκεύη και τα ιερά κειμήλια των μοναστηριών της Μακεδονίας.
Στην ίδια έκθεση παρουσιάστηκαν και τα αφαιρεθέντα από το Μοναστήρι του Τιμίου Προδρόμου Σερρών κλεμμένα ιερά σκεύη. Οποιοδήποτε άλλο κράτος που σέβεται την ιστορία του θα έπρεπε να ζητήσει πίσω τα κλεμμένα κειμήλια, που αποτελούν την εθνική του κληρονομιά.
Σε ημερίδα που είχε γίνει τον περασμένο Μάϊο στην Κομοτηνή με θέμα τα «κλεμμένα πολιτιστικά αγαθά της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης», οι επιστήμονες σε ψήφισμά τους υπενθύμισαν ότι κατά την διάρκεια της βουλγαρικής κατοχής – κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο - της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, Βούλγαροι κατακτητές απέσπασαν από θρησκευτικά και άλλα ιδρύματα, βιβλία (βυζαντινά χειρόγραφα και παλαιότυπες εκδόσεις), αρχεία, αρχαιολογικούς θησαυρούς, πολύτιμα εκκλησιαστικά κειμήλια κλπ.
Υπενθύμισαν ότι βάσει των άρθρων 125 και 126 της Συνθήκης Neuilly (27 Νοεμβρίου 1919), η Βουλγαρία υπεχρεούτο να αναζητήσει και να επιστρέψει πάραυτα τα αποσπασθέντα (κειμήλια) από την Ελλάδα.
Ωστόσο, το 1990 εμφάνισε τα μη επιστραφέντα βυζαντινά χειρόγραφα, που είχε κλέψει από την Ανατολική Μακεδονία και Θράκη παρουσιάζοντάς τα σαν αποκτήματα του νεοσυσταθέντος, στη Σόφια, Ιδρύματος Ivan Dujcev. M’ άλλα λόγια ούτε τη Συνθήκη σεβάστηκε, ούτε τη χώρα μας. Κι’ εμείς δεχόμαστε να μας κοροϊδεύουν και να κάνουν εκθέσεις με την εθνική μας κληρονομιά. Άραγε ποιος θα μας φτύσει για να μη βασκαθούμε; »

ΠΩΛΟΥΣΕ ΕΓΓΡΑΦΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ!..

ΓΙΑ να επανέλθουμε, λοιπόν, στο Άγιον Όρος, με όλους εκείνους τους πράκτορες, κατασκόπους, συλητές και τυμβωρύχους, αρκεί να σας αναφέρουμε ένα παράδειγμα:
Η εφημερίδα «Αδέσμευτος Τύπος» της Τρίτης, 24 Φεβρουαρίου 1998, αποκαλύπτει ότι ένας Αρχιμανδρίτης της Ιεράς Μονής Αγίας Αναστασίας, που είχε καθαιρεθεί και παρίστανε τον μοναχό, πωλούσε σε πιστούς έγγραφα, τα οποία παρουσίαζε ότι ανήκουν σε Μονή του Αγίου Όρους.
Ο 35χρονος αυτός «μοναχός», μετά από μήνυση που κατατέθηκε σε βάρος του από τον ηγούμενο της Μονής και Μητροπολίτη Μιλήτου, Παναγιώτη Βούλγαρη, εντοπίστηκε στην οδό Ιπποκράτους να φοράει το ράσο, παρότι είχε καθαιρεθεί με Πατριαρχική και Συνοδική πράξη.
Σε έρευνα που έγινε στο σπίτι του, κατασχέθηκαν 1.100 επιστολές, που έφεραν τον τίτλο: «Καλύβι Αγίου Όρους», με τις οποίες ζητούσε τον οβολό των πιστών για τις ανάγκες του Κελιού!…

ΕΑΝ, όμως, με τον παραπάνω «Αρχιμανδρίτη» είχαμε να κάνουμε με ψευδεπίγραφα στοιχεία, που αφορούσαν το Άγιον Όρος, εν τούτοις, πολλά σπάνια και πολύτιμα ιστορικά κειμήλια βρίσκονται στα «συρτάρια» των βορείων γειτόνων μας, ιδίως της Βουλγαρίας, που κάποια στιγμή θα πρέπει να μας επιστρέψουν την εθνική μας κληρονομιά.
Και μιας και μιλάμε για την επιστροφή στην Ελλάδα της εθνικής μας πολιτιστικής κληρονομιάς, ας θυμηθούμε την αγορά από το Υπουργείο Πολιτισμού, πέντε πολυτίμων κειμηλίων, όπως για παράδειγμα το Εξαμηνιαίο Συναξάριο, το γνωστό ελληνικό χειρόγραφο του μοναχού Εφραίμ, που χρονολογείται μεταξύ 13ου και 14ου αιώνος (5), και τέσσερις εικόνες του 17ου αιώνος (11), που ήδη παρουσιάστηκαν στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού Θεσσαλονίκης, σύμφωνα με δημοσίευμα της εφημερίδος «Το Βήμα» του Σαββάτου 27 Απριλίου 2002 (9)
Κλείνοντας, να θυμίσωμε ότι το γνωστό αυτό χειρόγραφο προερχόταν από την συλλογή χειρογράφων της Ιεράς Μονής της Παναγίας του Παγγαίου – γνωστής και ως Κοσίνιτσας ή Εικοσιφοίνισσας.
Η εν λόγω Βιβλιοθήκη λεηλατήθηκε από τον βουλγαρικό στρατό κατά την διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου (1917) με αποτέλεσμα πολλά κειμήλια της μονής (πολύτιμα σκεύη, αλλά και μεγάλη συλλογή χειρογράφων) να εξαφανισθούν!
Ειδικά από την Μονή της Εικοσιφοίνισσας εκλάπησαν 430 χειρόγραφα, από τα οποία το μεγαλύτερο μέρος βρίσκεται σήμερα στο κέντρο Ivan Dujcev (Ιβάν Ντούζτσεφ) στη Σόφια, 34 είναι διάσπαρτα σε ανά τον κόσμο επιστημονικά ιδρύματα και περί τα 100 αγνοούνται.
Ένα δεύτερο χειρόγραφο (Θεοτοκάριο) του ιδίου γραφέα – μοναχού Εφραίμ- το οποίο επίσης εφυλάσσετο στην Ιερά Μονή Εικοσιφοινίσσης, σήμερα φυλάσσεται στο κέντρο Ντούζτσεφ της Σόφιας.
Tώρα, τι ζητάει κάθε χρόνο, Μάη μήνα, στο Άγιον Όρος, ο Κάρολος, διάδοχος του Αγγλικού χρόνου, όπως την Δευτέρα 12 Μαΐου 2003, προερχόμενος μάλιστα από το Βουκουρέστι, επιβιβαζόμενος στην θαλαμηγό της οικογενείας Λάτση, για να μεταφερθεί στην Ιερά Μονή Βατοπεδίου, ένας Θεός γνωρίζει.
Ένας Θεός!…

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1) Το βιβλίο αυτό, που εκδόθηκε το 1966 στην Αθήνα και εδιδάσκετο στις Στρατιωτικές Σχολές, φέρει τα αρχικά του συγγραφέως : Γ. Α. Λ.
2) Η πρώτη εμφάνισις των Βουλγάρων εις την Ελληνικήν Χερσόνησον αναφέρεται το 679 μ.Χ., όταν αυτοί εγκατεστάθησαν πλησίον του Δουνάβεως ποταμού, εις την Δοβρουτσάν, υπό των Βυζαντινών, μετά την συμμαχίαν των εναντίον των Αβάρων. Οι Ουννικές αυτές ορδές υπό του Ασπαρούχ προήρχοντο εκ της περιοχής του Καυκάσου, έφερον δε τότε διαφόρους ονομασίας όπως, για παράδειγμα, Σαβείροι, Κουτσιγγούροι, Αλτζιάγειροι, Ουννογούνδοροι κλπ.
3) Μη λησμονούμε ότι, εκείνη την περίοδο, «έβραζε» το λεγόμενο «Σκοπιανό ζήτημα», μετά την κατάρρευση της πρώην Γιουγκοσλαβίας και οι Σκοπιανοί ήθελαν να σφετερισθούν (και σφετερίζονται) το ελληνικό όνομα της Μακεδονίας μας.
4) Αυτό το χρονικό διάστημα, εξάλλου, ολοκληρώνεται και κυκλοφορεί η έκδοση των πρακτικών της διεθνούς συνάντησης που έγινε στη Σόφια τον Αύγουστο του 1990, στην οποία θα περιλαμβάνονται εντελώς νέα στοιχεία και φωτογράφιση των χειρογράφων που βρίσκονται στο Κέντρο Σλαβο-Βυζαντινών Σπουδών της βουλγαρικής πρωτεύουσας. Στο ευρύτερο πλαίσιο της επιστημονικής συνεργασίας του ΑΠΘ με το Kliment Ohridski της Σόφιας και ως τμήμα του ειδικού ερευνητικού προγράμματος «Μακεδονικό» του πρύτανη κ. Αντ. Τρακατέλη, το Κέντρο «Ντούτσεβ» ανέλαβε να προμηθεύσει το τμήμα φιλολογίας του Πανεπιστημίου της συμπρωτεύουσας με μια πλήρη σειρά μικροταινιών όλων των ελληνικών χειρογράφων. Η συμφωνία αυτή είναι εξαιρετικά σημαντική, διότι οι ερευνητές θα έχουν τη δυνατότητα άμεσης πρόσβασης στο βυζαντινό «θησαυρό», χωρίς διαμεσολάβηση που μέχρι σήμερα έπρεπε να στηρίζεται στην καλή θέληση και στον υπολογισμό της πολιτικής συγκυρίας.
5) Το Εξαμηνιαίο Συναξάρι, που βρίσκεται πλέον στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού της Θεσσαλονίκης, εντοπίστηκε σε οίκο δημοπρασιών του Μονάχου, από όπου και αγοράστηκε από το ελληνικό υπουργείο Πολιτισμού. Για λογαριασμό του ως άνω Μουσείου αγοράστηκαν από το υπουργείο Πολιτισμού και τα 4 άλλα κειμήλια – τέσσερις εικόνες του Κρητικού ζωγράφου Θεοδώρου Πουλάκη – από την οικογένεια Λυσάνδρου Καυτατζόγλου στις οποίες ανήκαν. Η οικογένεια είχε αγοράσει τις εικόνες πριν τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο από αρχαιοπωλείο του Μονάχου. Στις εικόνες, που χρονολογούνται μεταξύ 1677 και 1682, ιστορούνται επεισόδια από την ιστορία του Ιωσήφ, που περιγράφει η Παλαιά Διαθήκη, σε Κεφάλαιο της Γενέσεως. Οι εικόνες αρχικά αποτελούσα τμήματα ενός δεκάπτυχου (αποτελούμενου από 10 εικόνες) πίνακα. Αυτού του είδους οι πίνακες με θέματα από την Παλαιά Διαθήκη συνήθως κοσμούσαν τους μακρούς τοίχους των επτανησιακών βασιλικών ναών. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός, ότι ο Κρητικός ζωγράφος Θεόδωρος Πουλάκης, που γεννήθηκε στα 1620 στα Χανιά, διέμενε στην Βενετία και στην Κέρκυρα, όπου πέθανε το 1692 – γεγονός, που εντείνει τις υποθέσεις ότι εικόνες αρχικά κοσμούσαν κάποιον κερκυραϊκό ναό. Οι υπόλοιπες εικόνες (μέλη του 10πτυχου) του αρχικού πίνακος βρίσκονται σήμερα τέσσερις (4) στο Παλάτσιο Βενέτσια της Ρώμης, μία (1) στην Ολλανδία και μία ( 1) εμφανίσθηκε το 1892 σε δημοπρασία του οίκου Sotheby’s (Σόθμπις) του Λονδίνου.