18/03/14 20:28 - Οι μετά Χριστόν φιλόσοφοι!..

 

Οι μετά Χριστόν φιλόσοφοι!..

Ο Απολλώνιος, για παράδειγμα, ως εκπρόσωπος των Πυθαγορείων, προσπαθούσε να δώσει πνευματικότερο περιεχόμενο στη διεφθαρμένη πολυθεΐα της εποχής του. Κι αυτό δεν το κατανοούν κάποιοι σημερινοί πολυθεϊστές. Θεωρούσε τη μυθολογία «έργο των ποιητών» και αντιπαθούσε την αισθητή παράσταση της θεότητας, αλλά στην ισχυρή αγάπη του προς την ελευθερία ενωνόταν μια έμφυτη τάση προς τη μαγεία, την προφητεία και τη θαυματουργία, ίδιον – αν θέλετε- των ανθρώπων της εποχής εκείνης.

ΟΠΩΣ είναι γνωστό, ο Απολλώνιος ο Τυανεύς ήταν από τα Τύανα της Καππαδοκίας, φιλόσοφος, περιοδευτής δάσκαλος και θαυματοποιός του Ιου αι. μ.Χ. (πέθανε την εποχή του αυτοκράτορα Νέρβα), που τη ζωή του την περιέγραψε ο Φιλόστρατος . Στη βιογραφία αυτή, που στις λεπτομέρειες της δεν έχει απολύτως τίποτε το αυθεντικό, ο Φιλόστρατος παρουσιάζει τον Απολλώνιο εντελώς στο στιλ μιας βιογραφίας του Πυ­θαγόρα - σαν έναν νεοπυθαγόρειο αναμορφωτή, που το φωτοστέφανο της δόξας του έπρεπε να ανυψωθεί και να διευρυνθεί ακόμη πιο πολύ με έναν επιβλητικό κύκλο μύθων. Εθεωρείτο ότι διέθετε το χάρισμα της προφητείας και πως είχε σχέσεις με υπέργειες δυ­νάμεις , διασχίζοντας σαν ασκητής ολό­κληρη την οικουμένη, ώστε να διδάσκει και κηρύττει, ναθε­ραπεύει αρρώστους και να ανασταίνει νεκρούς,. Συλλαμβάνεται στη Ρώμη και ύστερα πάλι ελευθερώνεται με τρόπο θαυμαστό. Ενώ ο Απόλλων ο Τυανεύς συνέχι­ζε τη ζωή του στην πίστη του λαού σαν ένας πα­ντοδύναμος μάγος, ο Φιλόστρατος θέλησε να τον αναβαθμίσει σε απεσταλμένο του θεού. Έτσι μπόρεσε αργότερα ο Ιεροκλής, ο έπαρχος της Βιθυνίας, να αντιπαραθέσει τη μορφή του Α. στη μορφή του Χριστού, κάτι για το οποίο δια­μαρτυρήθηκε έντονα σ' ένα του έργο ο Ευσέβιος από την Καισαρεία. Εν πάση περιπτώσει, στη βιογραφία του Φιλόστρατου έχουν την αρχή τους κάποιες επιδράσεις, που εύκολα μπορεί κα­νείς να τις αντιληφθεί και να τις ανιχνεύσει στις ιστορίες Χριστιανών ηρώων και σε θρύλους που αναφέρονται σε αγίους. Ο Απολλώνιος (ως ιστορικό πρόσωπο) άφησε πίσω του κάποια έργα: Τελεταί ή περί θυσιών (παραθέματα στον Ευσέβιο) και έναν Πυθαγόρου βίον, που με τη σειρά του υπήρξε πηγή για τη βιογραφία του Πυθαγόρα που έγραψε ο Ιάμβλιχος από τη Χαλκίδα (εκεί παραθέματα)· από τις 77 Επιστολές του που μας σώθηκαν, θα μπορούσαν, πάντως, μερικές να εί­ναι γνήσιες. . –

ΕΙΝΑΙ αλήθεια ότι ορισμένοι αρχαιολάτρες, άλλοι γιατί θέλουνν να «εξομοιώσουν» τον Απολλώνιο Τυανέα με τον Χριστό, άλλοι γιατί επιθυμούν να τον εξαγνίσουν εις τα μάτια των συγχρόνων τους, έθεσαν τον Απολλώνιο Τυανέα στον αντίποδα του Ιησού. Χωρίς αμφιβολία αυτό είναι λάθος διότι, όπως πολλοί πιστεύουν, ο ένας ήτο άνθρωπος (Απολλώνιος) και ο άλλος ήτο Θεός (Χριστός).
Πρέπει, όμως, να ομολογήσουμε, ότι ο Απολλώνιος Τυανεύς είχε επιβάλλει έναν ορθό τρόπο ζωής: Έπειτα από πενταετή σιωπή που επέβαλε στον εαυτό του, άρχισε μία σειρά περιηγήσεων, σε συνδυασμό με ασκητική ζωή, κηρύσσοντας την αποχή από τις αιματηρές θυσίες, το κρασί, τα λουτρά και τα ερωτικά όργια. Πήγε σε Έφεσο, Πέργαμο, Τροία, Λέσβο, Εύβοια, Πειραιά (60 μ.Χ. στην εορτή των Ελευσινίων), στην Αθήνα, στις Θερμοπύλες (όπου συνάντησε τους Αμφικτίονες). Επίσης επισκέφτηκε τους ναούς του Απόλλωνος Δελφών και Αβών, τα μαντεία Δωδώνης και Τροφωνίου, τα ιερά Αμφιαράου και Μουσών, την Ολυμπία, τη Σπάρτη, την Κρήτη, τη Ρώμη και την Ισπανία.
Στη συνέχεια ο Απολλώνιος Τυανεύς ξαναγύρισε και πάλι στην Ελλάδα (το 68 μ.Χ.), όπου μυήθηκε στα Ελευσίνια μυστήρια. Πήγε στις Χίο, Ρόδο, Αίγυπτο, όπου γνωρίστηκε με το Ρωμαίο αυτοκράτορα Βεσπασιανό, αλλά διαμαρτυρήθηκε σ' αυτόν για τη ρωμαϊκή προσάρτηση της Αχαΐας. Μετά έφυγε για την Κιλικία, όπου γνώρισε το γιο του αυτοκράτορα Τίτο, και συνέχισε το ταξίδι του προς τη Συρία και τη Φοινίκη.
Κι εδώ αξίζει να πούμε κάτι σημαντικό: Η φαυλότητα του αυτοκράτορα Δομιτιανού και ο γάμος του με την ωραία ανιψιά του Ιουλία προκάλεσαν την αγανάκτηση του Απολλώνιου, που δεν δίστασε να πάει στη Ρώμη για να τον καταγγείλει. Ό,τι δηλαδή έπραξε ένας σύγχρονός του, που άκουγε στο όνομα ο Ιωάννης ο Πρόδρομος, όταν κατήγγειλε τον Ηρώδη, που έκανε παρόμοια πράγματα με την Ηρωδιάδα και την κόρη της Σαλώμη (Κατά Μάρκον ευαγγέλιον, Κεφάλαιον ΣΤ΄).
Στη δίκη, που ακολούθησε τη σύλληψή του Απολλωνίου του Τυανέως, παρευρέθηκε ο ίδιος ο αυτοκράτορας Δομιτιανός, που όμως διέκοψε τη δίκη και άφησε τον κατήγορό του να φύγει από τη Ρώμη.
Το 93 π.Χ. ο Απολλώνιος παρευρέθη στους Ολυμπιακούς Αγώνες, πήγε στο Μαντείο του Τροφωνίου, έμεινε δύο χρόνια στην Αχαΐα και το 95 γύρισε στην Έφεσο. Τον χαροποίησε ο φόνος του Δομιτιανού και η άνοδος στο ρωμαϊκό θρόνο του φίλου του και φιλέλληνα Νερούα.
Είναι γεγονός, ότι ο Απολλώνιος πέθανε σε βαθιά γηρατιά επί Τραϊανού, γύρω στο 100 μ.Χ. και εφημίζετο ότι σ’ όλες τις περιοδείες του γιάτρευε αρρώστους, έδιωχνε τους κακούς δαίμονες, έκανε μαντείες, έλεγε προφητείες και πως έκανε ακόμη και «αναστάσεις νεκρών»..
Μπορεί, βεβαίως η σωτηρία του από το ρωμαϊκό δικαστήριο να θεωρήθηκε θαύμα, καθώς και το όραμα που είδε τη στιγμή του φόνου του Δομιτιανού και όλα αυτά, σε συνδυασμό με την ενάρετη ζωή του, είχαν σαν συνέπεια να τιμηθεί μετά το θάνατό του ως ήρωας ή και θεός ακόμη. Όμως, όπως διαβάσαμε, το ότι ο νεοπλατωνικός φιλόσοφος Ιεροκλής της Αλεξάνδρειας (5ος αιώνας μ.Χ.) μαθητής του Πλούταρχου, τον χαρακτήρισε σημαντικότερο από τον Ιησού, προκαλώντας την πολεμική του εκκλησιαστικού ιστορικού Ευσεβίου.
Ο Απολλώνιος, ως εκπρόσωπος των Πυθαγορείων, προσπαθούσε να δώσει πνευματικότερο περιεχόμενο στη διεφθαρμένη πολυθεΐα της εποχής του. Κι αυτό δεν το κατανοούν κάποιοι σημερινοί πολυθεϊστές. Θεωρούσε τη μυθολογία «έργο των ποιητών» και αντιπαθούσε την αισθητή παράσταση της θεότητας, αλλά στην ισχυρή αγάπη του προς την ελευθερία ενωνόταν μια έμφυτη τάση προς τη μαγεία, την προφητεία και τη θαυματουργία, ίδιον – αν θέλετε- των ανθρώπων της εποχής εκείνης.
Η ζωή του Απολλωνίου Τυανέως περιγράφηκε με πολλές φανταστικές προσθήκες από τον Μοιραγένη και από τον Φιλόστρατο, κατά διαταγή της Ιουλίας Δόμνας, συζύγου του Σεπτίμιου Σεβήρου και μητέρας του Καρακάλλα και του Γέτα., αλλά η Αγία Γραφή, δια της Καινής Διαθήκης, λέει πάντα τη μεγάλη και μοναδική αλήθεια, δια στόματος του ιδίου του Ιησού Χριστού:
--  «Εγώ ειμί η οδός και η αλήθεια και η ζωή» (Ιω. 14, 6).