22/05/14 22:46 - Το τραγούδι μέσα στην ιστορία!...

 

Το τραγούδι μέσα στην ιστορία!...

Μερικές ανάριες ή σκόρπιες σκέψεις για την διαχρονική εξέλιξη του τραγουδιού, έτσι όπως την βιώσανε και άλλοι λαοί, αλλά ιδιαίτερα εμείς οι Έλληνες, που δημιουργήσαμε μια Επιστήμη στον χώρο της Μουσικής και της Ερμηνείας των τραγουδιών!.. Διαβάστε το κείμενο που ακολουθεί!. Αξίζει τον κόπο!...

Η Κατερίνα Γαλανοπούλου καθώς ερμηνεύει ένα από τα τραγούδια της!..

ΑΘΕ φορά που ακούμε ορισμένες ελληνικές φωνές της λαϊκής ή δημοτικής μας παράδοσης, όπως την Ελληνίδα ερμηνεύτρια, Κατερίνα Γαλανοπούλου, που βλέπουμε στις φωτογραφίες μας, η οποία γοητεύει τους φίλους και τις φίλες της με αυτή την ωραία φωνή και την επιβλητική εμφάνισή της, ο νους μας γυρίζει στο παρελθόν. Στα χρόνια τα παλαιά και τα ένδοξα. Τότε που χάρη σ’ αυτές τις Ελληνίδες δημιουργήθηκε μια αιώνια πολιτιστική πυραμίδα. Το έχουμε γράψει άλλωστε σε τόσα και τόσα έργα μας, όπως για παράδειγμα «Οι Ελληνίδες της Αρχαιότητας», «Η καρδιά της Ελλάδος» και τόσα άλλα!..

λλά, τι είναι τραγούδι; Μήπως ήρθε η ώρα να πούμε ορισμένα λόγια και γι’ αυτό; Τι είναι δηλαδή εκείνο που συγκινεί, τέρπει, δελεάζει, μαγνητίζει και προσελκύει τον άνθρωπο σε όλες τις κοινωνικές εκφάνσεις και σε οποιαδήποτε κοινωνική διαστρωμάτωση, όπως έλεγαν όλοι σχεδόν οι φιλόσοφοι και λόγιοι ή λογάδες της ελληνικής γραμματείας ή της ελληνικής παράδοσής μας;

ραγούδι, λοιπόν, είναι ένας όρος ο οποίος, στην ευρύτερη έννοιά του, σημαίνει τη φωνητική έκφραση της μουσικής. Με το τραγούδι, σε αυτή του την έννοια, συνδέεται η ίδια η καταγωγή της μουσικής, αφού η ανθρώπινη φωνή, όπως λέγουν οι ειδικοί και επαΐοντες, μπορεί να θεωρηθεί ως το παλαιότερο μουσικό όργανο!

κείνο που πρέπει να πούμε είναι το γεγονός ότι μια ιστορία του τραγουδιού μπορεί να ταυτιστεί με την εξέλιξη της φωνητικής μουσικής, από τις σημαντικότερες εκφραστικές λειτουργίες του, όπως εμφανίζονται στον πολιτισμό των πρωτόγονων λαών, που δεν αγνοούν, όπως π.χ. οι Πυγμαίοι, το πολύπλοκο της πολυφωνικής μουσικής (και το τραγούδι συνοδεύει τα γεγονότα της ζωής του ανθρώπου από τη γέννηση έως τον θάνατο)!

ήσεις μεγάλες!.. Ρήσεις τρανές! Και στο σημείο αυτό ενθυμούμαστε όλες εκείνες τις εκδηλώσεις του τραγουδιού, όπως πραγματοποιήθηκαν και διαδόθηκαν στη χριστιανική εποχή, η οποία απορρόφησε τις προηγούμενες μουσικές εμπειρίες των ανατολικών λαών και του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού, για να φέρει κάτι νέο σ’ αυτόν τον κόσμο του τραγουδιού!

σως δεν λησμονούμε το γεγονός, ότι στην πιθανή αυτή ιστορία του τραγουδιού, όταν την πάρουμε με την έννοια της συνεχούς εξέλιξης της ανθρώπινης φωνής, μπορούμε να ξεχωρίσουμε 3 μεγάλες περιόδους: την πρώτη, της μονοφωνίας (τραγούδι με μια μόνο φωνή) που βασίζεται στην ταυτοφωνία (unisono), που από την αρχαιότητα φτάνει έως τον 10o αι. μ.Χ.· τη δεύτερη, στην οποία επικρατεί η πολυφωνία και αναπτύσσεται από τον Μεσαίωνα έως τον 16o αι.· και την τρίτη, της ομοφωνίας, στην οποία το τραγούδι συνοδεύεται από όργανα.

αι. Είναι αλήθεια! Η τελευταία αυτή φάση, που άρχισε ήδη από τον 14o αι., πλουτίζεται σιγά σιγά, εωσότου κορυφωθεί με την άνθηση του μελοδράματος, ιδιαίτερα πλούσια τον 18o και 19o αι., οπότε προβάλλεται με εξαιρετικά εντυπωσιακό τρόπο η μορφή του τραγουδιστή, με όλη την ευρύτατη επίδραση που ασκεί στη ζωή του θεάματος και στις μουσικές συνήθειες. Στην περίοδο αυτή αποκτούν σημασία και οι σχολές τραγουδιού, η ανάγκη του οποίου διαπιστώνεται εξάλλου και από την εισαγωγή του στις μουσικές εκδηλώσεις θρησκευτικού και λειτουργικού χαρακτήρα.

ν, όμως, κάποιοι ρωτήσουν και για τον ρόλο της Εκκλησίας, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι η Εκκλησία ενδιαφέρθηκε πραγματικά πολύ για τη διάδοση και διδασκαλία του τραγουδιού. Θέλετε ένα παράδειγμα; Ο πάπας Ιλάριος, τον 5o αι., ίδρυσε στη Ρώμη μια σημαντική σχολή τραγουδιού, που αργότερα την πήραν ως υπόδειγμα πολλά άλλα ιταλικά και ευρωπαϊκά κέντρα, στα οποία εμφανίστηκαν, ακολουθώντας την ιστορική πορεία του τραγουδιού, και άλλες σχολές στις ηγεμονικές αυλές για την ανάπτυξη της μη θρησκευτικής φωνητικής μουσικής!.

Κατερίνα Γαλανοπούλου: Η δημοφιλής Ελληνίδα ερμηνεύτρια, η οποία μας έδωσε την ευκαιρία για το σημερινό μας άρθρο.

ια τις ποικίλες απαιτήσεις του τραγουδιού προνόησαν συχνά οι ίδιοι οι μουσικοί, με θεωρητικά δοκίμια και συνθέσεις διδακτικού περιεχομένου, αφιερωμένες στην τελειοποίηση των ιδιαίτερων φωνών, με τις οποίες μπορεί να εκδηλωθεί το τραγούδι: σοπράνο acuto (λυρική υψίφωνη), σοπράνο (υψίφωνη), μέτζο σοπράνο (μεσόφωνη), κοντράλτο (βαρύφωνος), τενόρος (οξύφωνος), βαρύτονος, μπάσος και μπάσος βαθύς (μπάσο προφόντο). Στην οργανική μουσική, το τραγούδι έχει αξία μελωδίας, τόσο πλούσιας σε εκφραστικότητα, όσο περισσότερο, από τον ήχο των οργάνων, μοιάζει ακριβώς να θυμίζει μια αρχική παρουσία της ανθρώπινης φωνής.

λλά να ήσαν μόνον αυτά; Στην Ελλάδα, η ιστορία του τραγουδιού έχει ρίζες, που ξεκινούν από τη διονυσιακή λατρεία και τη φωνητική και ενόργανη έκφραση της αρχαίας τραγωδίας, καθώς περνούν από την υμνογραφία του βυζαντινού μέλους και φτάνουν, χωρίς σχεδόν διακοπή, έως το δημοτικό τραγούδι! Αυτό που τραγουδάει με τόση άνεση και ρομαντισμό η σύγχρονη Ελληνίδα ερμηνεύτρια Κατερίνα Γαλανοπούλου!

ένε πως στον χώρο της δημοτικής μουσικής –βασικά και σχεδόν χωρίς εξαίρεση μονοφωνικής– η επίδραση του βυζαντινού μέλους και, σε μικρότερη κλίμακα, διαφόρων άλλων ανατολικών πηγών, είναι συχνά φανερή. Άλλωστε, αν κρίνουμε από την πρώτη γραπτή μαρτυρία που έφτασε έως εμάς (μια ανθολογία 13 τραγουδιών, που βρέθηκαν το 1880 στη μονή Ιβήρων του Aγίου Όρους και καταγράφηκαν σε βυζαντινή παρασημαντική τον 17o αι., αλλά που ανάγονται ασφαλώς σε εποχή πολύ προγενέστερη), πολλά από τα δημοτικά τραγούδια τα τραγουδούσαν ήδη στο Βυζάντιο.

υτή είναι η αλήθεια. Και η διάδοσή τους έγινε στοματικά, αφού σε ολόκληρη τη βυζαντινή περίοδο κάθε είδους εξωεκκλησιαστική μουσική, η οποία μάλιστα βασιζόταν σε ποιητικά κείμενα γραμμένα σε λαϊκή γλώσσα, πιστευόταν πως ήταν βέβηλη και απέφευγαν την καταγραφή τους. Ωστόσο, από όσα στοιχεία διασώθηκαν, καθώς και από την πρόσφατη μουσικολαογραφική έρευνα μελετητών όπως οι Ουμβέρτος Περνό, Μέλπω Μερλιέ, Σαμουήλ Μπο - Μποβί, Σ. Μιχαηλίδης, Μπερτράν Μπουβιέ κ.ά., προκύπτει ότι η νεοελληνική δημοτική μουσική βασίζεται σε ιδιότυπες κλίμακες.

αι, αλλά ποιες είναι αυτές ιδιότυπες κλίμακες; Είναι αυτές που ανήκουν και στα 3 μουσικά γένη: το διατονικό, το χρωματικό και το εναρμόνιο, που παρουσιάζει και το μεγαλύτερο ενδιαφέρον, γιατί περιέχει διαστήματα μικρότερα των ημιτονίων, που οφείλονται στις έλξεις των διαφόρων βαθμίδων των δημοτικών κλιμάκων, καθώς και στην κατασκευή και τεχνική των δημοτικών μουσικών οργάνων.

λα αυτά, τουλάχιστον από ρυθμική άποψη, μας θυμίζουν τα νεοελληνικά δημοτικά τραγούδια τα οποία παρουσιάζουν ασυνήθιστο πλούτο και χωρίζονται σε 3 βασικά κατηγορίες: στα ελεύθερα, όπου ο εκτελεστής αυτοσχεδιάζει ξεκινώντας από δεδομένα μελωδικά πρότυπα και όπου η ρυθμική διάρθρωση δεν είναι δυνατόν να τοποθετηθεί σε συνηθισμένα μουσικά μέτρα· στα ρυθμοειδή, με χαλαρή ρυθμική διάρθρωση· και τέλος στα ερυθρά, στα οποία συνήθως υπάγονται τα χορευτικά τραγούδια.

άντα ταύτα, αν αναλογιστούμε ότι, ως περιεχόμενο, η ελληνική δημοτική μουσική –όπως άλλωστε και η ποίηση– είναι μια έκφραση ζωής, η οποία δίνεται με εξαιρετικά λιτά μέσα, αλλά και με ασυνήθιστη δύναμη, και θα μπορούσε να χωριστεί σε δυο μεγάλους κύκλους, οι οποίοι σημειώνουν και δυο διαφορετικές περιόδους της ιστορικής πορείας του έθνους.

πως όλοι γνωρίζουν, στον πρώτο κύκλο ανήκει το ακριτικό τραγούδι, που δημιουργείται μεταξύ 8ου και 10ου αι. και αναφέρεται στη ζωή και στους αγώνες των παραμεθόριων πληθυσμών (ακρίτες) της Bυζαντινής αυτοκρατορίας. Στον δεύτερο κύκλο ανήκουν το κλέφτικο τραγούδι, που δημιουργείται στα τελευταία χρόνια του Βυζαντίου και φτάνει έως την Ελληνική Επανάσταση, καθώς και όλα τα άλλα τραγούδια του νεότερου Ελληνισμού, έως το 1821, ανάμεσα στα οποία και τα τραγούδια περιστάσεων –εύθυμα, σατιρικά, αποκριάτικα, του γάμου, της ξενιτιάς κλπ.– καθώς και τα σημαντικότατα μοιρολόγια, πραγματικοί κομμοί, που συχνά αγγίζουν τόνους βαθύτατα τραγικούς.

πέροχη είναι η αίσθηση, που αισθάνονται πολλοί φίλοι του τραγουδιού αν αναλογιστούμε ότι ανάλογα με τον τόπο καταγωγής τους, τα δημοτικά τραγούδια διαμορφώνουν όχι μόνο έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα, αλλά και ένα ξεχωριστό είδος. Έτσι π.χ. το κλέφτικο τραγούδι του Μωριά ή της Ρούμελης είναι άγνωστο στα νησιά, ενώ ο χαρακτήρας της κρητικής μαντινάδας (σατιρικού, αλλά και συχνά ερωτικού περιεχομένου) ή του τραγουδιού της τάβλας (σε ελεύθερο ρυθμό, που το τραγουδούν οι συνδαιτυμόνες γύρω από το τραπέζι) είναι διαφορετικός από τον χαρακτήρα του τραγουδιού των νησιών του Αιγαίου, κλπ.

ένε πως σημαντικό ενδιαφέρον από μουσική άποψη παρουσιάζουν τα δημοτικά τραγούδια της Βόρειας Ηπείρου, που είναι και τα μοναδικά δείγματα –τουλάχιστον στον ελληνικό χώρο– πολυφωνικής μουσικής. Στον τομέα της έντεχνης μουσικής, το δημοτικό τραγούδι επέδρασε σημαντικά στη διαμόρφωση της μουσικής γλώσσας των συνθετών της Νεοελληνικής Σχολής, μερικοί από τους οποίους άφησαν χαρακτηριστικά δείγματα, όπως π.χ. οι Γεώργιος Λαμπελέτ, Δ. Λαυράγκας, Μ. Καλομοίρης (Ίαμβοι και Ανάπαιστοι, Μαγιοβότανα), Αιμ. Ριάδης (Οδαλίσκη), Μ. Βάρβογλης, Γ. Σκλάβος, Αντ. Ευαγγελάτος κ.ά.

λα αυτά έρχονται κατά νου, διότι τα τελευταία χρόνια εμφανίστηκε στην Ελλάδα και ένα άλλο είδος τραγουδιού, γνωστό σήμερα ως λαϊκό τραγούδι, που εσφαλμένα συγχέεται με το δημοτικό τραγούδι και που είναι δημιούργημα του ανώνυμου –κάποτε μάλιστα και επώνυμου– τραγουδιστή των πόλεων· στην κατηγορία αυτή ανήκουν τραγούδια, όπως π.χ., η Αθηναϊκή καντάδα ή το σχετικά σύγχρονο ρεμπέτικο.

πάρχουν, λοιπόν, πολλοί αοιδοί, τραγουδιστές ή ερμηνευτές, όπως και πολλές Ελληνίδες τραγουδίστριες, οι οποίες κοσμούν τον χώρο αυτό έχοντας ένα φωνητικό χάρισμα, που απολαμβάνουν όλοι οι φιλόμουσοι και ιδιαίτερα εκείνοι που αγαπούν πολύ όχι μόνον την μουσική, αλλά και την ερμηνεία των τραγουδιών, όπως είναι για παράδειγμα η φίλη της σελίδας αυτής, Κατερίνα Γαλανοπούλου.