09/06/14 21:56 - Πώς γινόταν η παραγωγή και η προστασία αρχαίων και βυζαντινών χειρογράφων;

 

Πώς γινόταν η παραγωγή και η προστασία αρχαίων και βυζαντινών χειρογράφων;

Το δέρμα, ως φυσικό υλικό, έχει την ιδιότητα να αναπνέει, γεγονός που βοήθησε την προσαρμογή του σε διαφορετικές συνθήκες θερμοκρασίας και υγρασίας και επομένως τη διατήρηση του χειρογρά­φου τόσο στο υγρό κελί ενός μοναχού όσο και στο ξηρό ντουλάπι ενός βιβλιοσυλλέκτη ή στα ράφια της βιβλιοθήκης ενός διανοουμένου. Επιπλέον, η δομή του κώδικα, που είχε τη μορφή ενός σημερινού βι­βλίου, συνέβαλλε στη διατήρηση του.

Είναι αλήθεια ότι, ως προς την παραγωγή των χειρογράφων, αν και οι πληροφορίες μας είναι ελλιπείς, μπορούμε πάντως να σχηματίσουμε μια γενική εικόνα: Οι κώδικες, δηλαδή ένα πλήρες, άρτιο σώμα χειρόγραφων φύλ­λων, ήταν προϊόντα μιας πολυδάπανης και χρονοβό­ρας διαδικασίας. Tα φύλλα του χειρογράφου κατα­σκευάζονταν από δέρμα μοσχαριού, κατσίκας, αρ­νιού ή προβατίνας, που είχε υποστεί ειδική επεξερ­γασία, η οποία, σύμφωνα με μια αρχαία παράδοση, είχε ξεκινήσει από την Πέργαμο, στα χρόνια του βα­σιλιά Ευμένη Β' (197-158 π.Χ.). Γι’ αυτό, το νέο υλι­κό γραφής έγινε γνωστό αργότερα με το όνομα περ­γαμηνή. Στην περίπτωση που το χειρόγραφο προορι­ζόταν για αυτοκράτορα, τα φύλλα του ήταν συχνά βαμμένα με πορφύρα και τα γράμματα του κειμένου χρυσά ή ασημένια· ίσως όμως το πορφυρό χρώμα να είχε και άλλη σημασία.
Το δέρμα, ως φυσικό υλικό, έχει την ιδιότητα να αναπνέει, γεγονός που βοήθησε την προσαρμογή του σε διαφορετικές συνθήκες θερμοκρασίας και υγρασίας και επομένως τη διατήρηση του χειρογρά­φου τόσο στο υγρό κελί ενός μοναχού όσο και στο ξηρό ντουλάπι ενός βιβλιοσυλλέκτη ή στα ράφια της βιβλιοθήκης ενός διανοουμένου. Επιπλέον, η δομή του κώδικα, που είχε τη μορφή ενός σημερινού βι­βλίου, συνέβαλλε στη διατήρηση του. Ο κώδικας έμενε κλειστός. Tα εξώφυλλα του ήταν συνήθως από ξύλο επενδυμένο με δέρμα, εκτός εάν το χειρόγραφο προοριζόταν για κάποιον επίσημο ή ήταν αυτοκρα­τορικό δώρο σε μονή, οπότε είχε ασημένιο ή χρυσό κάλυμμα, κοσμημένο με πολύτιμες πέτρες και άλλα στολίδια. Ο κλειστός κώδικας ετοποθετείτο κάθετα ή οριζόντια σε ράφια ή ερμάρια και έτσι προστατευό­ταν από το φως και τις κλιματολογικές αλλαγές. Εξάλλου, τα μελάνια και τα πολυάριθμα χρώματα, από φυτικές και ορυκτές ουσίες, άντεχαν στους διά­φορους εξωτερικούς φθοροποιούς παράγοντες. Γι' αυτό και τα φύλλα, η γραφή και η διακόσμηση των χειρογράφων άντεξαν και διατηρήθηκαν στο πέρα­σμα των αιώνων.
Οι ίδιοι οι γραφείς διακοσμούσαν συχνά τους τίτ­λους ή και τα πρωτογράμματα ή ακόμη πρόσθεταν μια μικρή διακόσμηση στο τέλος κάποιου κεφαλαίου. Όμως, για την ουσιαστική εικονογράφηση, δηλαδή την απεικόνιση σκηνών και μορφών άφηναν ελεύθε­ρο χώρο για τους ειδικούς στην τέχνη της ζωγραφι­κής των χειρογράφων, όπως και για τις ολοσέλιδες μικρογραφίες που τις φιλοτεχνούσαν ειδικευμένοι ζωγράφοι. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ο γραφέας ήταν συγχρόνως κοσμηματογράφος και μικρογρά-φος, όπως ο Θεόδωρος Αγιοπετρίτης (τέλη 13ου -αρχές Μου αιώνα) και ο Ματθαίος, μητροπολίτης Μυρυέων, που πέθανε το 1624. Άλλοτε πάλι ο γρα­φέας συνεργαζόταν με το μικρογράφο, όπως έκανε και πάλι ο Θεόδωρος Αγιοπετρίτης. Γενικά, στην παραγωγή πολυτελών χειρογράφων ο συνδυασμός των συντελεστών της ποίκιλλε. Οι βιβλιογράφοι συ­νεργάζονταν σε τρεις βασικούς τομείς: στη γραφή, στο κόσμημα και στις μικρογραφίες. Ασφαλώς σε κώδικες με εκτεταμένη εικονογράφηση, όπως το Μηνολόγιο του Βασιλείου Β' στο Βατικανό (αρ. 49-50) ή η Οκτάτευχος του Βατοπεδίου (αρ. 191-198), η παραγωγή βασιζόταν στη συνεργασία γραφέων και καλλιτεχνών. Μόνο στην εποχή των Παλαιολόγων, τελευταία φάση της βυζαντινής τέχνης, συχνά οι μικρογράφοι εκτελούσαν χωριστά τις μικρογραφίες, κατά παραγγελία, που έτσι ενσωματώνονταν συ­μπληρωματικά στον κώδικα. Αυτή η τακτική καθιστά προβληματικό τον προσδιορισμό της καταγωγής των μικρογραφιών αλλά και την οργάνωση και υπο­δομή της υλοποίησης αυτών των παραγγελιών.
Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι οι περισσότεροι Βυ­ζαντινοί εικονογράφοι δούλευαν σε μικρά εργαστή­ρια, δέχονταν βοήθεια από μέλη της οικογένειας τους και από ένα ή δύο μαθητευόμενους και ότι το επάγγελμα περνούσε από πατέρα σε γιο. Είναι όμως εκ των πραγμάτων δύσκολο να γενικεύσει κανείς αυτή τη θεωρία. Άλλο μεγάλο πρόβλημα, για τον καθορισμό των εργαστηρίων και τη διασάφηση της καταγωγής ενός χειρογράφου, προκύπτει από το γε­γονός ότι το χειρόγραφο είναι κινητό αντικείμενο που εύκολα μεταφέρεται και αλλάζει κάτοχο· και ακό­μη από το ότι ένα και το αυτό χειρόγραφο κυκλοφο­ρούσε συχνά από το ένα εργαστήριο στο άλλο, για να αντιγραφούν το κείμενο και οι εικόνες του. Έτσι μιλάμε για ένα αρχικό χειρόγραφο που χρησίμευε ως πρότυπο για ένα άλλο, αντίγραφο του ιδίου είδους, το οποίο με τη σειρά του μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για πολλαπλά, μεταγενέστερα αντίγραφα. Κα­τά τη διάρκεια της διαδικασίας αντιγραφής των χει­ρογράφων και με το χρόνο που μεσολαβούσε γίνο­νταν λάθη αλλά και ηθελημένες αλλαγές στο περιε­χόμενο ενός αρχικού χειρογράφου, οι οποίες εξέφρα­ζαν τις αισθητικές προτιμήσεις του καλλιτέχνη ή τον προσωπικό τρόπο που εκείνος ερμήνευε το κείμενο. Υπήρχαν όμως σε κυκλοφορία και ειδικά τετράδια με ιχνογραφήματα μικρογραφιών και οδηγίες εκτέλεσης τους για τους ζωγράφους.
'Οταν ένα χειρόγραφο τελείωνε, ο γραφέας μπο­ρούσε να προσθέσει μερικούς στίχους στο τέλος, μια προσευχή για την ψυχή του ή μια επίκληση στους αναγνώστες για μεσιτεία προς τον Κύριο. Σπανιότερα υπέγραφε το έργο του ή ανέφερε τον τόπο και χρόνο εκτέλεσης του χειρογράφου. Πολλές φορές οι στίχοι τυποποιούνται και επαναλαμβάνονται με μι­κρές παραλλαγές. Γενικά πάντως τονίζουν ότι το χειρόγραφο έγινε όχι για τη δόξα «του γράψαντος», αλλά για την αγάπη και τη δόξα του Θεού. Πολλά από τά βιβλιογραφικά σημειώματα και τις «ενθυμή­σεις» φανερώνουν τη μυστικιστική πλευρά του χειρογράφου. Αυτή η προσέγγιση συνέβαλε επίσης στη διατήρηση των χειρογράφων. Ο Χριστιανισμός βα­σίστηκε στο λόγο του Θεού, που τον φύλαξαν και του διέδωσαν τα ιερά βιβλία, τα οποία απέβησαν αντικείμενα σεβασμού και σε πολλές περιπτώσεις λατρείας. (Από τα Βυζαντινά Χειρόγραφα της Εκδοτικής Αθηνών).